Γιάννης Σκαρίμπας, Στον πάνω μαχαλά στα Μαρουχλέϊκα

Γιάννης Σκαρίμπας

Καϋμοί στο Γρυπονήσι

(1930)

Στον πάνω μαχαλά στα Μαρουχλέϊκα

 

Πάλε τις φούχτες έκρουε ο Γιάννης ο Μπαρδέλιας ο βαρκάρης, πάλε μεθυσμένος ήταν, πάλε ούλα δικά του. Αυτός πλερώνει.

 

Μαγκίτης θέλει κι αλανάκι

τη ζωή του να περνά,

να μη τον τρώει το μεράκι

με βλαμάκια να γυρνά.

Πώπωπω κυρά του

πώπωπω κυρά του

πώπωπω πώπω πωπώ.

 

Και τ’ αμάξι τράβαε· τράβαε πάνω, κατά τους πάνω μαχαλάδες, κατά κεις που γίνονταν το μάλλι-βράσι με τις μισότριβες και τις πρωτάρες, κατά κεις που πάσα τόσο οι παντρεμένες απαράταγαν τους άντρες των και παίρνανε ρεμπέτες, όπου οι πρωτοστέφανες κ’ οι τριτοχήρες έχουν άντρες –μουστακαλήδες, σέρτικους– που τάχουν μαύρα και στριμένα, κι άλλες άντρες κοροϊδάκια, που τους έχουνε μαγέψει με τα κέρατα και τους παίζουνε στα δάχτυλα.

 

Ψυχή μου! Έλαμπε μες στο κέφι του, αχτινοβόλει.

 

Γαρούφαλλο κόκκινο σαν αίμα είχε στόνα αυτί, τσιγάρο στ’ άλλο. Δυό πιθαμάδες ήταν το ζωνάρι του φαρδύ. Σαν καβουρομάνα μαλλιαρό ήταν το στήθος του.

 

Κ’ εκεί κατά «το βάσανο του» τράβαε. Στα Μαρουχλέικα. Στον αφαλό του κόσμου.

 

Ψυχή βαθιά ! Φαρδιό χαρέμι!

 

Η Φώτω, η Παγώνα, το Λενάκι, η άλλη η Πάτρα, η Κλεονίκη.

 

Μάης και Μάης χρόνος, μήνες έντεκα, γενιές δέκα τέσσερες και τα μισά της χιλιάδας πεντακόσα.

 

Το Μαριώ και το Μαχάκι. Η Νίνα, η Μίνα, η Ρήνα και η Όρσα. Κ’ η άλλη η Ζαμπέτα –η μικρομάνα, η χηρούλα– με τη μάνα της –τη χήρα– την Καλλιόπη, δηλαδή τη μάνα της μάνας του παιδιού της.

 

Άναψε κερί να βρεις το λύχνο. Σόι βασίλειο, γενιά καρπερή, φλέβα μελανούρι.

 

Βαγγελίστρα και Χριστέ μου !

 

— Βάρα, καλό παιδί αμαξά, να ζήσεις.

 

Κι ο αμαξάς βαρούσε. Κ’ η σαρμόνικα τόλεγε. Τόλεγε περίγλυκα, βραχνά, με τσαλιμάκι.

 

Οι δυό καθιστοί κι αυτός ολόρθος… Πώ πω πω κυρά του…

 

Πόρτες και παρεθύρια τρίζανε στο διάβα τους, γρίλιες και κουρτινάκια ανοιγοκλείναν. Χαμογλεπούσες, κλειστοφρύδες πρόβαλαν στα παράθυρα, βεργολυγερές, σκερτσόζες αγνάντευαν. Μπόγια κολώνες, φρύδια σπαθιά, μάτια μαχαίρια. Απριλομάης κι άνοιξη, ζουμπούλια μενεξέδες… Σαμπούκος και σγουρός βασιλικός… .

 

Άστα να πάνε. Κι άστους να λένε. Να φωνάζουν ο χασάπης, ο νοικάρης, ο ψωμάς κ’ εκείνη η καρακάξα η πεθερά του. Τί; Πλούσιος να γίνονταν;

 

Ποιός πλούσιος απόθανε

και πήρε βιό μαζί του;

Πήρε τρεις πήχες σάβανο

να ζώσει το κορμί του.

 

Αυτός τον κόσμο χαίρονταν, τη γλύκα της καρδιάς του.

 

Όσα παγαίναν κι  όσα ‘ρχόσαν. Τίποτες δεν τον έγνοιαζε.

 

Μόνο μιάν απορία είχεν αυτός σε τούτο το ντουνιά, σε τούτ’ τον κόσμο. Νηστικός την συλλοΐζονταν πιωμένος την τραγούδα.

 

Αχού!…   Δε σκέβουμαι που θα ταφώ

μήτε που θα ‘ποθάνω,

μόν’ απερώ στον τάφο μου

μονάχος πώς θα κάνω.

Αμααάν γιαρέρεμ’ αμάν…

μονάχος πώς θα κάνω…

 

Για τ’ άλλα φούρνος ας μη κάπνιζε, τσιμέντο ας γίνονταν. Ας τάβρισκαν οι άλλοι. Γούστο θα γίνονταν αυτός του κόσμου; Θα γίνονταν αργολικός –λέει– και θαπόθνησκε. Άμποτες νάτανε κι απόψε. Μιά ψυχή χρωστούσε, μετά χαράς του να την έδωνε. Ας ζήσουν οι άλλοι χίλια χρόνια. Κι αν ζήσουν τί φελάει; Άχερα καιν μιά και θ’ απόθαιναν. Τί τ’ όφελος τα χρόνια;

 

Για δαύτο κι αυτός μερακώνονταν και τόλεγε γλυκά, παραπονετικά, με τσαλιμάκι, έτσι σκαλιστό με μπιχλιμπίδια –ούλο κεντίδι– σαν αγιορίτικη εικόνα, σα γκλίτσα αγιαθυμιώτικη, εκεί στα κρασοπουλειά ή ανάσκελα στη βάρκα.

 

…Ενόσω υπάρχει θάνατος

και το κορμί θα λυώσει

τί να την κάμεις τη ζωή

κι αν είναι κι άλλη τόση.

 

Εκεί στο «ΠΑΝΤΩΠΟΛΗΟΝ Η ΑΦΗΛΩΚΕΡΔΥΑ» στάθηκε τ’ αμάξι καρσί στα παρεθύρια της Μπαρούτενας (της μάνας της περιπόθητης Αννίκας) της ξεβασκάστρας, της ξορκίστρας, πούχε σώσει κόσμο και κοσμάκι, ζωντανά κι ανθρώπους, ξορκίζοντας το μάτι, το λαιμό, τ’ ανεμοπύρωμα, τις μαγουλήθρες, τη λούγκα και τη σπλήνα· τη χρυσή, τη μυρμηρία, την πεντέρουγα, την τρογυρίστρα, την κλαπάτσα, τ’ ακονάκι, τ’ ανεμογκάστρι και την κόρυζα… Μάλαμα γυναίκα, σωτήρια. Σκέσεις με το Θεό και τσου αγίους είχε, με τσου δαιμόνους είχε παρτίδες και φιλίες. Μάνα της κασίδας ήταν αυτή για πάσα αρρώστια –Μπαρούτενα με τ’ όνομα.

 

Ξόρκιζε με τον απήγανο, σταύρωνε με το αλάτι. Φύσαε και μουρμούριζε, με τα σαράντα κύματα ομίλει. Μάραθο μάσαε και κύμινο, αλαφοκέρατο έτριβε, τεσσερομάτικου σκυλιού την τρίχα έψενε. Στό σταυροδρόμι νύχτα με φεγγάρι έλυνε τα μάγια. Ένα μπουκλί απ’ τα μαλλιά σου έπαιρνε, απ’ το πουκάμισο σου ένα κομμάτι. Μέλεγο και απέλινο σε πότιζε. Μανόγαλα και βοτάνι της αγάπης. Σε σταύρωνε, σε ξόρκιζε, σε γήτευε. Μιά καρφίτσα από το χέρι σου σού ζήταε, μιά ψείρα απ’ τα κορμί σου.

 

Και τέλειωνε.

Οι κακιωμένοι αγαπιόντουσαν. Οι χωρισμένοι ξανάσμιγαν. Παντρεύονταν οι άμοιρες. Οι άσκημοι ομόρφαιναν. Αρνάκια γίνονταν οι αράθυμοι, θεόστραβοι οι ζηλιάρηδες. Ούλο και σερνικά αράδιαζαν οι νιόπαντρες, δεν ξαναθάφταν πια παιδί οι χασομάνες. Το γάλα ποτάμι κατέβαζαν οι γκίτικες. Οι αλαφροΐσκιωτοι – νυχτιάρηδες γινόσαν…

 

Ψες προψές, τη λούγκα γήτεψε του Μπαρδέλια.

 

Μαυρομάνικο μαχαίρι πήρε στο χέρι της, τους τέσσερες ανέμους εφύσηξε και σταύρωσε. Τον κυρίαρχο της γης και τ’ ουρανού επικαλέστηκε, τον αρχηγό των σκοτεινών δυνάμεων εμαύλισε απ’ τον Άδη.

 

Και είπε. Είπε μουρμουριστά, καμμύοντας τα βλέφαρα, αναστρέφοντας τις κόρες των ματιώ τση:

 

«Γουστερίτσα και φαλάγγι

πιάσανε τον αϋφαντάκο

και τον πήγαν στο ρουμάνι

κει που ο ήλιος δεν τον φτάνει,

άνθρωπος δεν τον πατεί…

ούτε βόγγερας ή ασκίθι

ή το μαύρο σαμιαμίθι.

Ασηκώσανε μιά πέτρα

πούτανε εξήντα μέτρα

κ’ επλακώσαν από κάτω

το σπυρί τον αϋφαντάκο,

το σπυράκι, το μαυράκι,

την οχιά το μαύρο φίδι

και τον Γιάννη το πονίδι

πάσα βόγκο, πάσα βούγκα,

πάσα φουσκωμένη λούγκα»…

 

Αυτό ήταν. Ένα κ’ ένα.

 

Όμως ποιός θα του γιάτρευε τον καϋμό που τούχε ανάψει η κόρη της η Αννίκα;

 

Αυτή εκεί που κοίταζε απ’ αντίκρυα και διάνευε τα μάτια της;

 

Εκεί καρσί στα παρεθύρια καμάρωνε αυτή κ’ η μάνα της –η χήρα– η Μπαρούτενα.

 

Κι ο Μπαρδέλιας διάταζε πιοτά για την παρέα, και για τ’ άλογα. Ας έπιναν κι αυτά κ’ οι παντρεμένες κ’ οι ανύπαντρες. Κι ο κόσμος όλος. Μόνο η χηρούλα η Ζαμπέτα ας κάθονταν στ’ αυγά της. Την κορόϊδα ας έκανε, την πάπια. Κι ας μη τον εποντάριζε. Τις παρόλες ας τις άφινε στη μπάντα. Ας μη του τάσκαε αποσπόντας. Με τ’ όνομα της Αννίκας ας μην είχανε να κάμουνε αυτή κ’ η Λεονώρα, η μανιά της, γιατί θα δούλευε και πάνω χέρι κάτω χέρι να το ξέραν! Χήρες; –σκατά!… Μη νόμισαν ότι επειδής ήσαν «γυναίκαι» αυτός δεν έδερνε…

 

Καλά τους έσυρε όσα σέρνει το σάρωμα προψές η μάνα της η Μπαρούτενα.

 

…Χήρες, τρομάρα να τους έρτει. Από τις χήρες πέρασαν, μα δεν κόλλησαν. Νυχτολουλούδες, νυχτοπόρτισσες. Αυτές, μαζί με την άλλη τη Φοντίκα της Μαμούραινας. Τάτς, μίτς, κότς. Όμοιος τον όμοιο κ’ η κοπριά στα λάχανα· γλωσσοκοπάνες, αντροχωρίστρες, πριμαντόνες!… Το στόμα τους τ’ απύλωτο. Πούχαν γιομίσει τον κόσμο μούλικα. Πούχαν τις κοιλιές τους κόκκαλα γιομάτες. Μάνα και κόρη. Φτού, να χαθείτε, λυσσασμένες. Ψες, προψές –μήνας δεν πάει που ο άλλος χαλές– (ο γιος της χασικλούς της Μανιαμούνιενας) στάθηκε μερακωμένος και τσου χούγιαξε τραγουδιστά, στο παρεθύρι:

 

Τση μάνας σου το ζήτηξα

και μούπε χάρισμα σου,

και μούπε χάρισμά σου

και τση το ξαναζήτηξα

και μούπε χάρισμα σου,

και πάλε τση το ζήτηξα

και μούπε χάρισμά σου.

Χίλιες φορές το ζήτηξα

και μούπε χάρισμα σου…

και μούπε χάρισμα σου…

 

 

***

 

Περασμένα μεσάνυχτα πήρε κι ο Μπαρδέλιας το δρόμο για το σπίτι –το ρημάδι του.

 

Στόνα του χέρι κρεμασμένο –στο μπράτσο του– κρατούσε τα σακκάκι. Με τ’ άλλο χειρονόμαε.

 

Ανασκουμπωμένα είχε τα μανίκια του πουκάμισου κι ασπρολογούσαν κατ’ απ’ το φως των φαναριών οι φούσκες των μπράτσων του, οι κεντημένες με γοργόνες και θερία. Παραπατούσε, παραμίλαε.

 

Γλυκοί καϋμοί, αψά μεράκια βράζαν στην καρδιά του. Η Νίνα, η Μίνα, το Μαρώ και το Μαχάκι. Και κείνα τα ματόφρυδα της περιπόθητης Αννίκας. Αυτής! …

 

Αυτής πούχε σπαθί το φρύδι και το μάτι «μάρκα-μ’ έκαψες»! Πούχε τη μύτη γαμψή σαν του γερακιού, πούχε το πρόσωπο της μιά κατατομή αρπαχτικού πουλιού, μιά κόψην αετίσια.

 

Άχ! ναί! Αυτής (της κόρης της μαγίστρας) που τον έπαιζε στα δάχτυλα. Που χόρευε σαν πορπατούσε ο κόρφος της, που φιδολύγαε εκείνο το «πλούσια τα ελέη του» κορμί της…

 

Αυτής που της άρεσε να τον ποντάρει σαν σουφλί, πούχε στην πάσα αρώτηξη έτοιμη –στα δόντια– το κεντρί της: Ρε μάγκα – ίσια και με γκάστρωσες ! … Αλλού ρε σού είπα τη μαγκιά!

 

Για δαύτο τής είπε πως κι αυτός θα της κάμει μάγια για να πόθαινε!

 

Τ’ ακούσε κι αυτή και τ’ αποκρίθη. Τούπε χαμογελώντας κειό το γελάκι της, δείχνοντας του την τρωκτική εκείνη γραμμίτσα των δοντιώ της:

 

Μάη μήναν εγεννήθηκα,

τα μάγια δε φοβάμαι,

εξόν αν με μαγέψουνε

στην κλίνη που κοιμάμαι…

 

Και πάγαινε. Πορπατούσε και στρέκλαε, μονολόγαε και σκέβοταν.

 

Αψηλά, στον πάνω μαχαλά, στα Μαρουχλέικα φλετούραε η ψυχή του – ίδιο γεράκι.

 

Αγάλι-αγάλι, ο έρωτας τον έσερνε σε θεριακλήδικες κάψες τον έβανε και ιντέρτια.

 

Πώς θα την έβαζε στο χέρι; Πικρόγλυκες ήταν οι σκέψεις του. Πικρές για τ’ αμπόδια που θάβρισκε. Γλυκές –απέ– γιατί τις γλύκαινε η ολπίδα.

 

Και μόνο σαν ήμπε στο σοκάκι, πούφερνε στο σπίτι του, τίναξε τη στεναχώρια από πάνω του, αργά ξαστέρωσε η ψυχούλα του.

 

Κι άφισε τη χαρά να μπει μες στην καρδιά του. Να του γαργαλάει το κέφι του, έτσι τη γλύκα να του ρεθίζει, της ζωής του.

 

Και ξανανιώθοντας της λεβεντιάς του τις γλυκόβρασες (και της… αξιοπρέπειας του το μεγαλείο) έγειρε τ’ ανάστημά του προς τα πίσω κ’ έβαλε την απαλάμη του στ’ αφτί του. Κι άρχισε.

 

Τόπε γλυκά, περιπαθητικά, έτσι σκάλες-σκάλες και πιέτες-πιέτες:

 

Μιά παντρεμένη

από τη Γαργαρέτα…

μωρέ μια παντρεμένη

από τη Γαργαρέτα…

παράτησε τον άντρα της

και πήρε μια ρεμπέτα…

Ένα Σχόλιο to “Γιάννης Σκαρίμπας, Στον πάνω μαχαλά στα Μαρουχλέϊκα”

  1. ευχαριστούμε. οι έχοντες την τρέλα για κυρά…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: