Μιχαήλ Μητσάκης, Το Πανόραμα

Η Καπνικαρέα το 1846

Μιχαήλ Μητσάκης

 

 

Το Πανόραμα

(1889)

 

 

Έξωθεν της Καπνικαρέας, περί ώραν έκτην της εσπέρας. Σάββατον, και τα παράθυρα της γηραιάς βυζαντινής εκκλησίας λάμπουν φωτισμένα, αναγινωσκομένου του εσπερινού. Η ερμαϊκή οδός αρχίζει να συσκοτίζεται και οι φανοί του αεριόφωτος δεν είναι ακόμη αναμμένοι. Αι άμαξαι διέρχονται εν πατάγω και καλπασμώ από του εντεύθεν μέρους, παρ’ ολίγον καταπατούσαι αδιαφόρως τους βραδύ βαίνοντας αραιούς διαβάτας, ενώ από του εκείθεν μέγα οδόφραγμα ογκωδών λίθων, συσσωρευμένων χάριν εγειρομένης εγγύς που οικοδομής, έκλεινε το πέρασμα. Ανιαρά φωνή ψάλτου ακούετ’ έσωθεν, ρινοφθογγούσα μονότονα θρησκευτικά τροπάρια. Από καιρού εις καιρόν γραία σπεύδουσα ή μεσήλιξ ανήρ καταβαίνει τας ολίγας βαθμίδας, εισέρχεται ευλαβώς εις τον υπόγειον ναΐσκον, απαραλλάκτως φαντάζεσαι ως θα εισήρχοντο οι πρώτοι χριστιανοί εις τας κατακόμβας. Βίαιαι λιβυκαί πνοαί, κονιορτού λευκοί σιφώνες και χωμάτων στρόβιλοι φαιοί, μαστίζουν κατά διαλείμματα, τυφλούντες και ακατάσχετοι, τον δρόμον, ως να διήλθεν απροσδοκήτως άνωθεν αυτού παραδόξου λαίλαπος η πτέρυξ. Τα πλείστα των πέριξ εμπορικών εσφάλισαν ήδη τας θύρας των και ησυχία πλήρης κατά τα άλλα βασιλεύει. Βραδύναντες όμιλοι μικρών εργατίδων ραπτριών επιφαίνοντ’ ενίοτε ταχύνοντες το βήμα προς επάνοδον εις τα μεμακρυσμένας συνοικίας των ή αγυιόπαις συρίζων παρελαύνει. Και υπεράνω, σιγηλή, ακύμαντος γαληνιαία, κυανούν στέγασμα, ανέφελον κάτοπρτον, μακρά ταινία του αττικού ουρανού σκεπάζει την οδόν.

 

 

Αίφνης, οπίσω του ιερού, παρά το οδόφραγμα, αλλόκοτος ήχησε κραυγή.

– Ορίστε, κύριοι, εις το περίεργο θέαμα, το ωραίον παρόραμα, μία δεκάρα ο άνθρωπος, κύριοι. Ορίστε.

Και κωδωνισμός μακρός, οξύς, συνοδεύει την κραυγήν. Δυο χείρες επιφαίνονται στήνουσαι επί της γης, παρά την ρίζαν του ναού ακριβώς, μέγαν τρίποδα, εξ εκείνων εφ’ ων οι πλανόδιοι στραγαλοπώλαι αποθέτουν συνήθως τας πραγματείας των. Ο τρίπους στερεώνεται καλά και επ’ αυτού εναποτίθεται ευμεγέθες κιβώτιον, κατεσκευασμένον εκ προστύχων σανίδων καρφωμένων προς αλλήλας, ούτως ώστε το κιβώτιον να διαιρήται εις δύο μέρη· εν, το άνωθεν, υψηλόν, επίμηκες, υπερκείμενον· άλλο δε, το κάτωθεν, προεξέχον ως συρτάριον βιβλιοθήκης, χρησιμεύον ως βάσις αυτής και ανοιγόμενον, πλατύτερον, με τρεις μεγάλας οπάς επί της προσόψεως, εντός των οποίων είνε περασμέναι ύαλοι χονδραί.

Επί των σανίδων είναι κολλημέναι γελοιογραφίαι διάφοροι εξ εφημερίδων ή εξώφυλλα χρωματιστά φυλλαδίων σιγαροχάρτου, αποκρύπτοντα του ξύλου την όψιν. Παρά την δεξιάν πλευράν, από κρίκον προσηλωμένον, κινούμενος δια σπάγγου κρεμαμένου απ’ αυτού ήρτηται κωδωνίσκος. Το όπισθεν μέρος του κιβωτίου είνε ανοικτόν, ώστε η χειρ να δύναται να εισάγη και να εξάγη ό,τι θέλει. Το κάτω τμήμα αυτού είναι φωτισμένον και το φως εξέρχεται δια των οπών από μικρού φανού προσκεκολλημένου έσωθεν. Το όλον οικοδόμημα απολήγει προς τα επάνω εις είδος τριγωνικής πυραμίδος, επί της οποίας προσπασσαλευμένοι κυματίζουν τέσσαρες μικροσκοπικαί κυανόλευκοι.

Τα πάντα τοποθετούνται μετά προσοχής, αφαιρούνται τα παρά τους πόδας του τρίποδος λιθάρια, ίνα μη τυχόν πατών επ’ αυτών και ταλαντευόμενος πέση, μετακινείται επ’ αυτού το κιβώτιον επανειλημμένως εωσού εύρη την ισορροπίαν και σταθή ασφαλώς, πλατάγημα δεν των δύο χειρών ακούετ’ εν τέλει κροτουσών προς αλλήλας, εις ένδειξιν φαίνετ’ ευχαριστήσεως.

Το οικοδόμημα ιδρύθη.

Και η φωνή επαναλαμβάνει ισχυρότερον.

– Κύριοι, ορίστε. Το ωραίον πανόραμα, να ιδήτε τα αξιοπερίεργα, τα σπουδαία πρόσωπα της εποχής και άλλα πράγματα! Μία δεκάρα μόνον. Μόνο μία δεκάρα, κύριοι!…

Είνε αλήτης, μείραξ, ωσεί δεκαοκταετής, εκ της μεγάλης νομαδικής φυλής, εξ ης στρατολογείται το πολυάριθμον άγημα των παικτών του παπά ή των λωποδυτών της πρωτευούσης, επιθυμήσας φαίνεται να αλλάξη επάγγελμα και συλλαβών την ευγενή φιλοδοξίαν να παράσχη ψυχαγωγίαν τινά εις το στερούμενον θεαμάτων κοινόν της πόλεως. Παράδοξος βεδουίνος των Αθηνών, ούτινος η πρωτότυπος κατατομή διαγράφετ’ εν τω σκιόφωτι της προβαινούσης εσπέρας, εκφραστικοτάτη. Το χρώμα αυτού σου ενθυμίζει διαδοχικώς και του σίτου και του πορτοκαλίου και του χρυσού και του ήλεκτρου την χροιάν. Η μύτη αυτού ορθούται προς τ’ άνω και τα μήλα του εξέχουν, υπέρ της κοιλότητας των κατίσχνων παρειών του, οστεώδη. Οι οφθαλμοί του, μικροί, ζωηροί, ευκίνητοι, σπινθηροβολούν πονηρίαν και αναίδειαν. Ο λαιμός αυτού κατάμαυρος εγείρεται επί του ημιγύμνου στήθους του και ράκη καλύπτουν το λοιπόν σώμα του. Τρυπημένα είναι τα υποδήματα αυτού, άτινα σύρει περιπατών δίκην εμβάδων. Επί κεφαλής φέρει πίλον, προδήλως αθλήσαντα πολλαχώς, υπό καταιγίδων ορμάς και υπό καύματα ηλίων, πλατύγυρον, απεριγράπτου σχήματος και χρώματος ασυλλήπτου, με μακρόν σχίσμα οίον πληγής εκ μαχαιρίου επί του έμπροσθεν χείλους, κεχωσμένον μέχρι των ώτων, καταβαίνοντα μέχρι των οφρύων, φθάνοντα μέχρι του αυχένος. Καταφανώς, το προ αυτού κατασκεύασμα, το ιδρυμένον επί του τρίποδος, είνε έργον αυτού του ιδίου. Και ήλθε φέρων αυτό επ’ ώμον, αφού περιεπλανήθη επί μακρόν, κουρασθείς φαίνεται, νομίσας ίσως το μέρος μάλλον κεντρικόν ή αι πλατείαι και αι ρύμαι εις ας επλανάτο και κατάλληλον δια να παίξη επί ώρας τινάς το θέαμά του. Και ίστατο τώρα εκεί, με τους ρώθωνας εις τον αέρα, παρά τον τρίποδά του, ως στρατιώτης με το όπλον παρά πόδα, αποβλέπων προς τους παρερχομένους ως να προσκαλή αυτούς και δια του βλέμματος θρασέως, ηδονικώς αναπνέων του δρόμου την κονιορτώδη ατμόσφαιραν, ως να πλέη εν τη θερμή αυτή αθηναϊκή εσπέρα εις το μόνον προσιδιάζον αυτώ στοιχείον, απαραίτητον νομίζεις συμπλήρωμα της όλης πέριξ σκηνογραφίας, έξοχον πρότυπον, απαράμιλλος εμφάνισις, αναμένων θαρρείς τον μέγαν ζωγράφον όστις να το εγκολάψη και αυτόν εις αλησμόνητον εικόνα του τοπίου…

Από τούδε, τινές των διερχομένων ίστανται περίεργοι. Τρεις ή τέσσαρες αγυιόπαιδες απετέλεσαν κύκλον περί τον αλήτην. Μαθηταί τινες, επανερχόμενοι προδήλως εκ του σχολείου των, με τα βιβλία υπό μάλης κ’ επωφεληθέντες της ευκαιρίας να περιπλανηθώσιν ολίγον χαζεύοντες, προστίθενται εις αυτούς. Δυο εργάτιδες σταματούν επί μακρόν και παρατηρούν αυτόν, ασκαρδαμυκτί, κινούσαι ή μία την άλλην δια του αγκώνος και γελώσαι. Στραγαλοπώλης διαβαίνων βλέπει την συνάθροισιν και αποθέτει παραπλεύρως και αυτός τον τρίποδα του και τον ταβλάν του παραμένων. Οι περιεστώτες αυξάνουν κατά μικρόν και όλοι φαίνονται ως παρέχοντες την όψιν ανθρώπων οι οποίοι διαγλέγονται υπό της επιθυμίας να ιδούν τι συμβαίνει, λυπούνται δ’ όμως αφ’ ετέρου σφοδρώς και την δεκάραν. Επί τέλους, εις των μαθητών πλησιάζει και εκδηλοί διαθέσεις να κοιττάξη…

– Τον παρά στο χέρι – και κάνε χέρι-χέρι!… λέγει ο αλήτης στιχουργών.

– Άσε να κοιτάξω, ντε, και στον δίνω…

– Δεν τ’ ακούει αυτά το παιδί!… Μπροστά!… απαντά ημικλείων τον αριστερόν οφθαλμόν δι’ ύφους εμπείρου ο πανοραματιστής.

Ο μαθητής υποκύπτει και ο αλήτης ενθυλακώνει περιχαρώς το διώβολον.

– Στάσου τώρα, τω λέγει.

Και βουλώνει τας δύο εκατέρωθεν επί της προσόψεως του πανοράματος οπάς, αφίνων ανοικτήν μόνην την εν τω μέσω.

– Βάλε τώρα τα χέρια σου έτσι, επιτάσσει, και τω δεικνύει πώς να βάλη τας χείρας του εκατέρωθεν των κροτάφων του εισβλέπων εν τη οπή.

– Τώρα, ει ει εις προσοχήηην! ανακραυγάζει.

Και έλκει βιαίως τον σπάγγον του κωδωνίσκου, και  κωδώνισμα παρατεταμένον αντηχεί και θέτει την χείρα όπισθεν του κιβωτίου, από του ανοικτού μέρους, εισάγων καθέτως μέγα τετράγωνον τεμάχιον μουκαβά, επί του οποίου είνε κολλημένη χρωματιστή τις παράστασις, εξ εκείνων ας δημοσιεύουν συνήθως τα ιταλικά εικονογραφημένα φύλλα, μεταφέρουν δε και παρ’ ημίν ημέτερα τινά δημώδη, αφού αλλάξουν απλώς μόνον το κάτωθεν ιταλικόν λόγιον.

– Ορίστε, κύριε, εκφωνεί μεγαληγόρως, να ιδήτε την ωραίαν πόλιν της Ιταλίας, την Νεάπολιν, κυττάξτε πως άναψε το ηφαίστειον του Βεζουβίου και καίει και οι άνθρωποι τρέχουν εις την θάλασσαν δια να φύγουν από τον καπνόν και τις πέτρες οπού πετάει. Κυττάξτε οι καρότσες πως τρέχουν εις τους δρόμους γεμάτες από ωραίες πριμαντόνες… κυττάξτε τα διάφορα σπουδαία καταστήματα!… τι πλούτος που έχουν!…

Ο θεατής εμβλέπει απλήστως και εκθάμβως. Και ο κύριος του πανοράματος, αφού τον αφήση εφ’ ικανόν να απολαύση το θέαμα, εξάγει την εικόναν, την εναποθέτει δια ταχείας κινήσεως της χειρός εις το άνω μέρος του κιβωτίου, και εισάγει άλλην, κατά πάντα ανάλογον, αφού προηγουμένως κωδωνίση δις ή τρις προαναγγέλων ότι νέα εμφανίζεται εικών, ως εν τω θεάτρω προειδοποιείται δια των τριών καθιερωμένων κτυπημάτων το κοινόν επί τη ενάρξει εκάστης πράξεως.

– Ορίστε, κύριε, επιφωνεί και πάλιν, εδώ είνε η πολιορκία της Πλεύνας, ο μεγάλος πόλεμος των Τούρκων με τους Ρώσσους, κυττάξτε πόσες χιλιάδες πληγωμένοι και σκοτωμένοι, παρατηρήστε τον Οσμάν-πασσά πως εχούμηξε και τρέχει κατεπάνω των με το σπαθί στο χέρι…

Πράγματι δε η εικών παριστά πόλεμον, δεινόν αγώνα όλων των γνωστών χρωμάτων προς άλληλα, πάλην μανιώδη του ερυθρού και του πρασίνου και του λευκού προς το μαύρον και το κίτρινον και το κυανούν, συμπεφυρμένων όλων εις περιεργότατον μίγμα προς απεικόνισιν πεδίου μάχης, εν ω φανταστικοί Τούρκοι ους θα ηδυνάτεις τέως να υποθέσης ποτέ υπό τοιαύτας μορφάς και εις τοιαύτας στάσεις συμπλέκονται εκ του συστάδην προς Ρώσσους απιθανωτάτων όψεων και ανηκούστων σχηματισμών. Εκτρωματικαί λόγχαι συγκρούονται θηριωδώς , μακρότατα πυροβόλα εξερεύγονται φρικαλέα σύννεφα καπνού, σπάθαι πλατύταται κραδαίνονται εν λύσση. Παραδοξοτάτη άμορφος μάζα ζώντων και νεκρών καλύπτει το έδαφος απ’ άκρου εις άκρον. Πελώριος φαιός ίππος, μ’ εξηρθρωμένα τα σκέλη και στρεβλόν τον τράχηλον, καλπάζει ακατασχέτως ακριβώς εν τω μέσω της εικόνος, πατών ανηλεώς επί των δήθεν πτωμάτων. Άνωθεν δε, εστημένον επί είδους τινός βράχου, υπερμεγέθες κανόνιον βάλλει απιστεύτου και αοράτου μέχρι τούδε όγκου βόμβας, ων αι πλείσται καταπίπτουν επί της κεφαλής των μαχομένων, ως σάπια νομίζεις πορτοκάλια ριπτόμενα αυτοίς, χωρίς να τους προξενούν ως φαίνεται και πολλήν εντύπωσιν. Αλλά κωδωνισμός καταπαύει διαμιάς και τον αγώνα τούτον των γιγάντων, και ο αλήτης επαναλαμβάνει, άλλην εικόνα υπεισάγων.

– Εδώ είνε η περίφημος Βενετία όπου είνε κτισμένη μέσα εις την θάλασσαν, κυττάξτε τα παλάτια της πως στέκονται από το ένα μέρος και από το άλλο, κυττάξτε και το νερόν, πως τρέχει μέσα εις τους δρόμους ωσάν ποτάμι…

Τη αληθεία δε, μεταξύ δύο στοίχων τερατωδών οικιών, μακρά γραμμή σημειοί ρέον πελιδνόν και κατά πάσαν πιθανότητα βρωμερόν νερόν. Και η περίφημος Βενετία εξαφανίζεται ίνα την διαδεχθή

– Το Σνέδριον του Βερολίνου, όπου είνε μαζευμένοι όλοι οι πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων και εις την μέσην ο Βίσμαρκ, και τους φοβερίζει, και κάνουν αυτοί να μιλήσουν και τους λέει σουτ!…

Και επιφαίνεται τωόντι ο σιδηρούς καγκελάριος, με το κράνος του, οργίλος, βλοσυρός, φουσκωμένος εκ του θυμού και εκ του πάχους, ως μέλλων από στιγμής εις στιγμήν να σκάση.

Και η φωνή του ιμπρεσαρίου, του παρέχοντος τόσον ευθηνά και ούτω προχείρως πάντα ταύτα τα θαυμάσια θεάματα εις το κοινόν, αντηχεί, στομφώδης, ευκρινής, επιβάλλουσα, ως δημοσίου κήρυκος ή υπαιθρίου ρήτορος πολιτικής διαδηλώσεως…

Βαθμηδόν, ο περί αυτόν κύκλος συσφίγγετ’ έτι μάλλον. Η συνάθροισις ογκούται και αποβαίνει θορυβωδεστέρα. Τον μαθητήν διεδέχθη προ πολλού έτερος και ούτον πάλιν άλλος. Όλοι θέλουν να ιδούν εξ υπαμοιβής. Και ο αλήτης, βλέπων το διεγειρόμενον ενδιαφέρον, εντείνει την φωνήν αυτού, και βοά κεκραγώς, και ανελίσσει νυν την περιγραφήν και την διαδοχικήν έκθεσιν πολύ περιεργοτέρων αντικειμένων. Η σύγχρονος ιστορία και η σύγχρονος χρονογραφία και η σύγχρονος πολιτική ακόμη τω παρέχουν νέα και απροσδόκητα θέματα. Αναμφιβόλως ο άνθρωπος γνωρίζει καλά την τέχνην του και κυνηγά την επικαιρότητα.

– Ιδού, λέγει, κύριοι, εδώ είνε η φοβερά μάχη του Γιαννάκη του Αντεροβγάλτη, παρατηρήστε πως εμπήκε μέσα εις την κάμαρα όπου είνε οι δύο κυρίες και είνε ντεκολτέ δια να υπάγουν εις το θέατρον και τι φοβεράν μάχαιραν κρατεί ο θηριώδης άνθρωπος, και πως η μία έμεινε με τα μεσοφόρια και με τις παντόφλες εις τα χέρια από το φόβο της και η άλλη εντύθηκε ανδρίκια δια να τον γελάση και εχώθηκε αποκάτω από το κρεββάτι δια να γλυτώση…

– Να, κύριοι, και ο κύριος πρωθυπουργός μας όπου παίζει πρέφα με τον αρχηγό της αντιπολιτεύσεως και λέει έξη από καρρά και δύο από μπαστούνια. Προσέξετε ο καϋμένος ο Θοδωρής πως φαίνεται λυπημένος, λέει μία από ατού και με κανόνα, και ο Σωτηρόπουλος λέει πάσσο.

– Εδώ, κύριοι, προσέξτε καλά, εδώ είνε το σπουδαίον της εποχής, η απόπειρα της αυτοχειρίας του Ροδόλφου με την Βερτσέρα, ένας αυτοκράτωρ ο οποίος αποφασίζει να γίνη θυσία δια το χατήρι της ερωμένης τους, κυττάξτε οπού ανεβήκαν και οι δύο επάνω εις τα άλογα δια να υπάγουν εις το δάσος, παρατηρήστε τον Ροδόλφον πως είνε χλωμός και πως εμπερδεύτηκε το πόδι της Βερτσέρας εις την σκάλα και φαίνεται η κάλτσα της…

Και εισάγει πάντοτε εικόνας, πάσας κατά τον αυτόν τρόπον κατεσκευασμένας, παν άλλο βεβαίως παριστώσας ή τα πρόσωπα και τα γεγονότα άτινα διαλαλεί, θέτων αυτάς πρώτον εις το κάτω μέρος του κιβωτίου, απέναντι των ομμάτων του παρατηρητού, και έπειτα εις το άνω, κρατών δε και μερικάς ανά χείρας ως εφεδρείαν. Όταν δε τελειώση όλη η σειρά, κωδωνίζει βιαιότερον των κωδωνίσκον, και επιφωνεί βροντοφώνως, παρωδών τα στρατιωτικά προστάγματα:

– Αααα-νάπαυσις!…

 

Α! Βεβαίως είνε ο άνθρωπος του κοινού του. Νέοι προστίθενται ανά πάσαν στιγμήν και παρακωλύουν σχεδόν την κυκλοφορίαν. Διάλογοι συνάπτονται μεταξύ του πλήθους, αποριών ή θαυμασμού δηλωτικοί. Ο εις ωθεί τον άλλον και προσπαθούν τις μάλλον να πλησιάση εγγύτερον. Επικουρία και εξ άλλων μαθηταρίων καταφθάνει. Συνοδείαι εκ στρατιωτών, με τα πλατέα πανταλόνια των και τας χονδράς αρβύλας των, με τα όμματα διεσταλμένα και ηλίθια και τα χείλη ανοικτά και σιελώδη. Νεοσύλλεκτος τις προφανώς, με το πηλήκιον πεσμένον προ των οφθαλμών, μπαρμπάτση με το οποίον βέβαια μόλις προ ολίγων ημερών μόνον θα ήλθεν από το χωρίον του, χάσκει το κακόμοιρον, ενεόν, με τη γλώσσα μίαν πιθαμήν εκτός του στόματος. Αι άμαξαι διέρχονται πάντοτε καλπάζουσαι, αλλ’ ο κρότος αυτών ακούετ’ αμυδρότερος ως εκ του θορύβου της συναθροίσεως. Η ανιαρά φωνή του ψάλτου, του απαγγέλλοντος εντός του ναΐσκου μονότονα θρησκευτικά τροπάρια, κατεπνίγη εντελώς. Και ο πανοραματιστής θριαμβεύει, αποστίλβων όλος, δεσπόζων του συρφετού, ήρως της σκηνής, με την πονηράν και αναιδή πρασινοκίτρινον αυτού μορφήν αστράπτουσαν εξ ευχαριστήσεως, θαυμάζων καταδήλως εαυτόν, συνάγων απλήστως δεκάλεπτα και κραυγάζων αδιακόπως. Και ο τόνος της κραυγής υψούται ανά πάσαν στιγμήν ακατασχέτως προς την διαπασών, και ακούεται μακρότερον αναπαλλόμενος, και σκορπίζεται πάντοτε, οξύς, διάτορος, βραγχώδης, ως απηλπισμένη επίκλησις λιμώττοντος στομάχου:

– Ορίστε, κύριοι, το ωραίον πανόραμα, τα αξιοπερίεργα της εποχής, μία δεκάρα, κύριοι, ο άνθρωπος, ορίστε!…

Αλλά διαμιάς, απροσδοκήτως, διακόπτεται περιέργως εν τω μέσω της φράσεως. Χειρ τις ετέθη επί του βραχίονος αυτού και τον αναγκάζει να μεταστραφή. Είνε νεαρός ιερεύς, περίπου τριακοντούτης, μελανοπώγων, ωχρός, με βλοσυρούς οφθαλμούς και επικεχυμένην εφ’ όλου του προσώπου την έκφρασιν εκείνην, ην τόσον εξαισίως εικονίζει ο λαός, όταν ονομάζη τινά φαρμακομύτην.

– Να σου ειπώ εσένα, λέγειαυστηρώς προσβλέπων αυτόν, να φύγης απ’ εδώ… Τι ήλθες και μας εκάθησες απ’ έξω; Εδώ είνε εκκλησία… Να φύγης!…

Ο αλήτης παρατηρεί επί μακρόν έκπληκτος τον ανέλπιστον τούτον ομιλητήν και φαίνεται ως να μην εννοή· και ο ιερεύς, εξακολουθών και αυτός να τον προσβλέπη οξέως, επαναλαμβάνει:

– Τι με κυττάζης έτσι; Σου λέγω ότι πρέπει να φύγης απ’ εδώ. Δεν με καταλαβαίνεις; Σου λέγω ότι πρέπει να φύγης απ’ εδώ. Τι θέσις είνε αυτή που ήρθες και μου εδιάλεξες; Πανοράματα θέλουμε εμείς εδώ; Εδώ είνε εκκλησία. Να φύγης γρήγορα!

Την φοράν αυτήν ο άλλος φαίνεται ότι εννόησε. Και υψών τους ώμους αδιαφόρως:

– Καλά, απαντά σκωπτικώς. Θα φύγω.

Και στρέφεται προς τον τρίποδα του, δια να εξακολουθήση το έργον του.

– Όχι θα φύγης… Να φύγης αμέσως! Δεν μπορείς να κάθεσ’ εδώ.

– Τώρα φεύγω, αποκρίνετ’ εκείνος πάλιν απαθώς.

Ο ιερεύς παραμένει επί μακρόν, αμφιρρέπων αν πρέπει να τον αφήση εις την διάκρισίν τουκαι να επανέλθη εις την εκκλησίαν ή να επιμείνη. Αλλ’ ο αλήτης δεν φαίνεται να το έχη σκοπόν να μεταναστεύση πράγματι. Και ο ιερεύς, εντονώτερον:

– Σου είπα να φύγης, επαναλαμβάνη μετ’ οργής. Τι κάθεσαι; Να φύγης αμέσως. Ορίστε! Ηύρε τον τόπον να έλθη και να σταθή. Δεν μπορούμε μεις να σε ακούμε να φωνάζης έτσι απ’ έξω. Η εκκλησία διαβάζει μέσα. Εδώ είν’ εκκλησία.

– Καλά, βρε αδερφέ! Λέγει αδημονών ο άλλος. Και αποφασίζει να συλλέξη τα πράγματά του και να μετακινήση τον τρίποδα.

Μεταξύ του πλήθους η απροσδόκητος εμφάνισις του ιερέως επέφερεν ικανήν συγκίνησιν. Οι πλείστοι, μη αντιληφθέντες τι συμβαίνει, συνωθούνται δια να ακούσουν και να καταλάβουν το γινόμενον. Τινές κινούνται δια να αναχωρήσουν. Άλλοι δε, απορούντες δια την αιφνιδίαν διακοπήν της παραστάσεως, φαίνονται δυσανασχετούντες, και άλλοι, οι πλησιέστερον ευρισκόμενοι και εννοήσαντες εξ αρχής τι τρέχει, αρχίζουν να λαμβάνουν μέρος και αυτοί.

– «Βρ’ αδερφέ» τον λες, μωρέ; Λέγει παρεμβαίνων εις την υπόθεσιν εις των παρισταμένων επιτημητικώς. Δεν βλέπεις που είναι παπάς, τι τον λες αδερφέ;

– Αμ’ τι θέλεις να τον πη; Πατέρα; Απαντά ειρωνικώς έτερος.

Ο ιερεύς βλέπων τον αλήτην μετατοπιζόμενον αποφασίζει και αυτός να οπισθοχωρήση και κινείται, σοβαρώς και επισήμως, δια να επιστρέψη εις την εκκλησίαν. Και οπίσω αυτού, εις των μαθητών, ορθλολογιστής προφανώς, θρασέως:

– Δεν μας αφίνεις λέω γω και συ!… μας ήρθε τώρα κι αυτός να μας χαλάση τα σχέδια!… Πάτε μέσα και κλέφτετε και μας λέτε πως διαβάζετε. «Διαβάζομε!»… Κλέφτουνε και μας λεν πως διαβάζουν.

Ο ιερεύς κάμνει ότι δεν ακούει.

Αίφνης, εις των αγυιοπαίδων επέρχεται η ιδέα να βάλη οξείαν ωρυγήν.

– Το νου σου, παπά. Θα σε βαρέση!…

Ο παπάς μεταστρέφεται βιαίως διαμιάς αφηνιασμένος. Αλλά βλέπων ότι η απειλή ήτο προσποιητή, ουδείς δε άμεσος κίνδυνος παρίσταται, επαναλαμβάνει αποβλέπων προς τον ιδρυτήν του πανοράματος:

– Φύγε αμέσως!…

Και κατέρχεται ταχέως τας βαθμίδας της εκκλησίας μετά μεγάλου θρου ράσων κινουμένων και ανεμιζόντων, ενώ ο αλήτης μεταφέρει μεμψιμοιρών τον τρίποδα του εις το απέναντι πεζοδρόμιον, οι διάφοροι όμιλοι σχολια΄ζουν ποικιλοτρόπως το γεγονός, η δε ομάς των αγυιοπαίδων, διατεθείσα ευθύμως εκ της όλης σκηνής, γελά παταγωδώς κι εξακολουθεί ανακραυγάζουσα επί μακρόν εν χορώ θορυδωδέστατα, ως εν είδει επωδού:

– Το νου σου, παπά!… Παπά, το νου σου…

 

 

Εστία, 18/6/1889

 

Ένα Σχόλιο to “Μιχαήλ Μητσάκης, Το Πανόραμα”

  1. «Συνοδείαι εκ στρατιωτών, με τα πλατέα πανταλόνια των και τας χονδράς αρβύλας των, με τα όμματα διεσταλμένα και ηλίθια και τα χείλη ανοικτά και σιελώδη. Νεοσύλλεκτος τις προφανώς, με το πηλήκιον πεσμένον προ των οφθαλμών, μπαρμπάτση με το οποίον βέβαια μόλις προ ολίγων ημερών μόνον θα ήλθεν από το χωρίον του, χάσκει το κακόμοιρον, ενεόν, με τη γλώσσα μίαν πιθαμήν εκτός του στόματος.»

    Χα, χα! τρομερό! Πότε είπαμε γράφτηκε;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: