Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Από μνήμης

Γιώργος Χ. Θεοχάρης

 

ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΕΒΑΔΕΙΑΣ

Δεν ξέρω αν έχει νόημα αυτή η κουβέντα τούτη την ώρα που είσαι τόσο αδύναμος, ανίσχυρος, ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι του νοσοκομείου σε κωματώδη κατάσταση. Ωστόσο αυτό το ξέπνοο μεσημέρι που σου κρατώ συντροφιά, χωρίς να μπορείς να μιλήσει, χωρίς να είσαι σε θέση να αντιληφθείς οτιδήποτε, με κάποιον τρόπο είναι ανάγκη να χτυπηθώ με το χρόνο. Γνωρίζεις άλλωστε από τον καιρό που είχες το παλιό σου πνεύμα, ότι η τυραννία του χρόνου είναι προδήλως άγρια σ’ ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Ο χρόνος που θα σταλάζει ο ορός. Ο χρόνος που θα γίνει η λήψη των φαρμάκων. Ο χρόνος που θα περάσουν οι γιατροί. Ο χρόνος που τελειώνει το επισκεπτήριο. Ο χρόνος που θα μετρηθεί ο πυρετός. Ο χρόνος που θα τελειώσει ο χρόνος σου. θα σου διηγηθώ, λοιπόν, τα συμβάντα από την Κυριακή 30 Μαΐου 2004, ώρα 16.12, που άρχισες να χάνεις την επαφή με τον κόσμο. Την ώρα που σε μεταφέραμε από το σπίτι στο αυτοκίνητο, κι ενώ εξελισσόταν το εγκεφαλικό επεισόδιο, μέσα στο παραλήρημα θυμήθηκες την κιθάρα σου. Ζητούσες με σπασμένα λόγια την κιθάρα κι αναρωτιέμαι ακόμη μήπως υπάρχει ίχνος πιθανότητας, ενώ καταστρεφόταν ο εγκέφαλος, να κατορθώθηκε μια τελική εστίαση σ’ εκείνο που πιο πολύ αγάπησες, ενόσω ζούσες, στη μουσική; Παρέμεινες για κάποιες ώρες στα επείγοντα. Το στόμα σου άρθρωνε άναρθρα συνέχεια χωρίς διακοπή μέχρι που τελικά καταστράφηκε κάθε λογικό νοητικό σχήμα. Μας φαινότανε, από το χρώμα των σπασμένων φθόγγων, άλλοτε πως παρακαλούσες, άλλοτε πως έβριζες. Ποιαν άλλη αλήθεια μάταια υπερασπιζόσουν; Τι ήθελες κείνες τις ώρες να μας πεις; Αυτό το στόμα που τώρα τόσο ανήμπορο αποδεικνυόταν, ήταν στο στόμα σου που νουθετούσε, που έβριζε, που τραγουδούσε, που γελούσε, που έψελνε, που εγκαρδίωνε και που φιλούσε. Φέρνω στο νου μου ένα σωρό ασπρόμαυρες φωτογραφίες σου. ιδιαίτερα σ’ εκείνες του στρατού, με το κατάμαυρο πυκνό μαλλί και το δασύτριχο μουστάκι, ποζάρεις με τη βεβαιότητα του κεκυρωμένου. Αλλά και σε άλλες, σε άλλο χρόνο, αργότερα αγέρωχος κανοναρχείς με την κιθάρα και τη φωνή σου την κομπανία. Μιλώ για μια φωτογραφία του 1958 στο κέντρο «Εξοχικόν» της Δεσφίνας. Εσύ με την κιθάρα σου και δίπλα σου ο Ταξιάρχης Ματζώρος λαούτο, ο Κώστας Παππάς σαντούρι και στο βιολί ο Γιώργης Μαργαρίτης. Γάμος πρέπει να γίνεται. Χορεύουν κάμποσοι κι είναι στο πλάνο αρκετοί από τους καλεσμένους. Και είναι όλοι πεθαμένοι σου λέω. Και χορευτές και νιόπαντροι και θεατές κι οργανοπαίχτες. Κι ο φωτογράφος νεκρός κι αυτός. Μονάχα η οβάλ σφραγίδα του στο πίσω μέρος της φωτογραφίας διατηρεί ζωντανό το μελάνι της: «Φωτο-Μοντέρνο Ευσταθίου Κάτσου». Σε θυμάμαι σε μια φωτογραφία ακόμη. Πάσχα έξω από την ταβέρνα «Χαμομήλια», στην Αντίκυρα. Χορεύει τσάμικο ο Παναγιώτης Καλιακούδας. Τονε κρατάς με το μαντήλι. Φεγγοβολάτε από βεβαιότητα κι οι δυο. Κι ας ξέρατε. Τι κι αν τονε κρατάς! Κι αν έχεις φέρει γύρα το μαντίλι στην παλάμη σου να μην σου φύγει ο χορευτής στο τσάκισμα. Κοντά τριάντα χρόνια ο Παναγιώτης πεθαμένος. Τι να σου λέω τώρα. Τι να σου λέω. Γέμισαν οι φωτογραφίες με νεκρούς. Επέστρεψαν εις γην εξ ης ελήφθησαν. Πάντα σκιάς ασθενέστερα, πάντα ονείρων απατηλότερα. Μία ροπή, και ταύτα πάντα θάνατος διαδέχεται. Τι να σου λέω! Σε πόσων την εξόδιο ακολουθία έψαλες! Πόσους και πόσους κατευόδωσες με τη βυζαντινή φωνή σου. Πόσες φορές, για πόσους είπες το Δεύτε ουν ασπάσασθε τον προ μικρού μεθ’ ημών. Τον προ μικρού μεθ’ ημών! Καταλαβαίνεις! Παρότρυνες όσους μαδιόντουσαν κι έκλαιγαν να φιλήσουν αυτόν που ως πριν από λίγο ήταν μαζί τους και τώρα είναι στο φέρετρο και σε λίγο δεν θα είναι. Καταλαβαίνεις;! Ως άνθος μαραίνεται και ως όναρ παρέρχεται και διαλύεται πας άνθρωπος. Τι να σου λέω και συ να μην μπορείς ν’ ακούσεις, μαύρε μου! Τι να σου λέω… Προς το ξημέρωμα της δευτέρας έχασες κάθε επαφή. Τώρα μονάχα ανασαίνεις κι εγώ σου μιλάω απελπισμένος. Που πήγε η ομορφιά σου; που το κάλλος της νεότητος το πολυφάνταστο; Που παν τα νιάτα; Που η δροσιά του ανθρώπου; Που πάνε οι προσδοκίες μας; Και τι είδους σχιζοφρένεια είναι να σκέπτομαι, καθώς ψυχορραγείς, ότι η μνήμη της πορείας σου προς το θάνατο μπορεί να γίνει καλό φαΐ για το Μινώταυρό της Τέχνης μου, καλό φαΐ για το Μινώταυρό της ματαιοδοξίας μου, πατέρα.

Η ΜΝΗΜΗ ΜΑΤΩΝΕΙ

 

Ξεδιαλέξαμε με τη μάνα τα ρούχα του. Πήρα κάποια που μου χωρέσανε. «Δώσε τα άλλα» της είπα «σε κανέναν Αλβανό να σ’χωρέσει».

Φοράω, πότε-πότε, άμα βρέχει, ένα πανωφόρι του.

Έβρεχε και τότε. Ιούνιος του 1957. Απομεσήμερο μέσα στο συννεφόκαμα. Έπαιζα κάτω από την αχλαδιά μ’ ένα ντενεκάκι. Πήρε να σκοτεινιάζει από τα δυτικά. «Το κέρατό μου» είπε, αψύς όπως ήταν, «μαζέψτε τα. Θα πάει η μέρα στράφι!» Άφησαν τα δρεπάνια και ψευτοδεματιάσανε τα χερόβολα. Σαμάρωσαν τα ζώα κι οι γυναίκες μαζέψανε τα πράγματα. Προτού πατήσουμε στη δημοσιά άνοιξε ο ουρανός. Μας έδερνε ένα χοντρό χαλάζι στην αρχή που γύρισε σε λίγο σε βροχή. Ξεντύθηκε μια μαύρη πατατούκα και την επέρασε ανάρριχτα στις πλάτες μου. Τσάκισε η καρδιά μου από τον πανικό, από τον κρότο που ‘κάναν τ’ αστραπόβολα. «Αχά, αχά, Γιωργιάκο», γύρισε και μου ‘πε, «ανάγκασε να μπούμε στο χωριό προτού σαπίσουμε».
Προσπάθησα επιταχύνοντας το βήμα μου μα δεν τους πρόφταινα κι όπως το ρούχο του σερνότανε στις λάσπες, πάτησα τα μανίκια κι έπεσα. Με πήρανε τα αίματα απ’ τη μύτη και τα κλάματα. Εκείνος γύρισε, με σήκωσε και μέσα στην απόγνωση με πλάκωσε στα κατακέφαλα.

Σε λίγο απαγκιάσαμε στο εξωκλήσι της Αγίας Κυριακής. Ζάρωσα κλαίγοντας κρυφά σ’ ένα στασίδι. Ήρθε με χάιδεψε. Έβγαλε απ’ την τσέπη ένα κομμάτι παστέλι. Με φίλεψε.

 

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

 

Πέθανε πλήρης ημερών στο γηροκομείο της Επισκοπής. Την κήδεψε η ψυχοκόρη της στον τόπο της καταγωγής, απ’ όπου έλειπαν χρόνια πολλά. Την έθαψε πλάι στον δεύτερο σύζυγό της που είχεν αποδημήσει νέος. Τον πρώτο δεν τον χάρηκε. Σκοτώθηκε νιόπαντρος στην Κατοχή. Λίγο πριν σκεπαστεί το φέρετρο, άδειασε μέσα στον τάφο, η ψυχοκόρη, τα κόκαλα του σκοτωμένου, απ’ το κιβούρι του που πήρε από το οστεοφυλάκιο. «Ας είναι και οι τρεις μαζί» είπε, «τους πήρε και τους δυο από έρωτα η μάνα μου».

 

 

Από τη συλλογή Από μνήμης (2010)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: