Ε. Χ. Γονατάς, Η επιστροφή (ερανισμός Γιάννης Παλαβός)

Ε.Χ. Γονατάς

Η επιστροφή


Ο πατέρας μου χαροπάλευε πάνω στο ξύλινο κρεβάτι με τις ρόδες· το πρωί το τσουλάγανε κοντά στο παράθυρο, για να μπορεί να βλέπει από κει τις φουντωτές κορυφές των πεύκων. Στις φυλλωσιές τους φώλιαζαν διάφορα πουλιά, που μπορούσε να τα διακρίνει όταν του καθάριζαν τα μάτια από τις τσίμπλες. Τα μεσημέρια το τραβούσαν πάλι στη γωνιά του. Τις τελευταίες πέντε μέρες ο πατέρας μου είχε πάψει να μιλάει και να δέχεται τροφή. Γι’ αυτό με κάλεσαν εμένα, τον χαϊδεμένο του, μήπως και μπορούσα να βοηθήσω την κατάσταση, κάτι που προοιωνιζόταν πολύ δύσκολο.

Μπήκα με την καρδιά σφιγμένη στο δωμάτιό του. Το κεφάλι του, καθώς τον αντίκρισα, μου φάνηκε ότι είχε μικρύνει κι άλλο από την τελευταία φορά που τον είδα· είχε γίνει τόσο μικρό όσο μιας κούκλας. Από τ’ αυλάκια των ρυτίδων του έσταζαν χοντρές στάλες ιδρώτα.

«Πατερούλη», του είπα και του σφούγγισα απαλά με ένα μαντήλι το κούτελό του, «πατερούλη, δεν θα μου αρνηθείς μια χάρη. Ταξίδεψα τόσα χιλιόμετρα για να έρθω. Για χατίρι μου φάε μια κουταλιά απ’ την υπέροχη αυτή σούπα. Τη δοκίμασα πρώτα εγώ. Και τι δεν έχει μέσα· βοτάνια κι αγριόχορτα του βουνού, βολβούς κι αντράκλα, και το ζουμί της είναι από λιωμένα και σουρωμένα στο τουλπάνι κοκκινόψαρα».

«Μη με παιδεύεις, σατανά», μου απάντησε άγρια με τη βραχνή φωνή του, που τη δυνάμωνε η οργή. «Δεν βλέπεις ότι πεθαίνω; Δεν μου χρειάζεται φαΐ».

Ύστερα απ’ αυτή την υποδοχή, παγερή σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Ο πατέρας μου εξαντλημένος απ’ την προσπάθεια είχε αφήσει το κεφάλι του να βουλιάξει βαρύ στο μαξιλάρι. Τα δάχτυλα των ποδιών του κάτω από την κουβέρτα, που την είχε τραβήξει ψηλά στο λαιμό του, πρόβαλαν κατακίτρινα.

 

Αργά το απόγευμα, με πικρές σκέψεις στο μυαλό, περίμενα στη στάση το λεωφορείο για το γυρισμό. Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Κάτι πουλιά αργοπορεμένα είχαν αποπροσανατολιστεί και γυρόφερναν πάνω από φανοστάτες και το μοναδικό δέντρο της πλατείας, αναζητώντας τις φωλιές τους.

Το λεωφορείο ήρθε στην ώρα του αλλά δεν μπήκα, γιατί σε όχημα εν στάσει με πιάνει έντονη κλειστοφοβία, και περίμενα πρώτα να πάρει κι άλλους επιβάτες.  Έκανα μια βόλτα στην πλατεία, μα όταν ξαναγύρισα το λεωφορείο είχε γίνει άφαντο. Απελπισία μ’ έζωσε και άρχισα να ψάχνω απεγνωσμένα για ταξί. Δύο πέρασαν από μπροστά μου τρέχοντας. Κι ενώ ήταν άδεια δεν μου έδωσαν σημασία και δεν σταμάτησαν να με πάρουν.

Αλλά, να το λεωφορείο μου ξαναφάνηκε στην πλατεία· ήρθε από ένα στενό δρόμο, πέρασε από μπροστά μου, μα ο οδηγός του δεν ανταποκρίθηκε στο νεύμα που του έκανα. Στον μισό όμως γύρο της πλατείας σταμάτησε κι άνοιξε τις πόρτες. Έτρεξα κι ανέβηκα, αλλά οι λιγοστοί επιβάτες, δυο-τρεις άντρες και μια γυναίκα, μου έκαναν νοήματα να βγω.

«Πρέπει να πάω σπίτι μου», τους λέω.

«Κατέβα γρήγορα. Δεν βλέπεις ποιον κουβαλάμε μαζί μας; Ρίξε μια ματιά στο τελευταίο κάθισμα».

Κοίταξα, αλλά αυτό που δεν είδα ή δεν μπορούσα να δω και το ’βλεπαν οι άλλοι με τρόμαξε τόσο πολύ, ώστε κατέβηκα ευθύς κι άρχισα να τρέχω πανικόβλητος.

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: