Μιχάλης Γκανάς, Τα άγρια και τα ήμερα

Μιχάλης Γκανάς

Μαύρα Λιθάρια

(1980)

 

 

Τα άγρια και τα ήμερα

Στον Κώστα Κρυστάλλη

μικρότερο αδερφό

 

Ι

 

Έρχονται τα παλιά πουλιά και πέφτουν μέσα μου με ορμή. Ψηλώνω σαν τοπίο, δε βλέπω τίποτε απ’ τη σκόνη.

Είναι όλα άσπρα κι ύστερα όλα μαύρα κι είμαι μια κουκίδα στις αστραπές των χρωμάτων τους. Με μάτια κλειστά, ανοιχτό συκώτι και βλέπω. Βλέπω το θαύμα της δημιουργίας σε μια τερατώδη αναπαράσταση. Όπου όλα πρωτόπλαστα εγκαταλείπουν τον Παράδεισο κακήν κακώς. Φεύγοντας. Για λίμνες κι άγρια βουνά. Γι’ άγνωστα μέρη.

Το βόρειο πλάτος και το μήκος τους εγώ. Αγεωγράφητος βιότοπος, φορώντας πάνω απ’ όλα αυτά ένα παλιό μπουφάν.

 

ΙΙ

 

Αρχαίες πέτρες κι αέρας αραιός. Βάζω τα φυσερά, ανάβω τις φωτιές στους λόφους. Ξυπνούν αγρίμια, εκθρονίζονται με πάταγο μπεκάτσες. Ψήνω τα μέλη του θηράματος χωρίς αλάτι. Δίπλα η γυναίκα τα παιδιά.

Ο καπνός ανεβαίνει γαλάζιος στην κρύα μέρα. Στις σκαλωσιές της πάχνης, στις λαμπυρίδες των φύλλων. Με βέβαιο βηματισμό. Λιγνός καλόγερος και βρέχει προσευχές. Το γκρίζο του ασβεστόλιθου τυλίγει την παλιά Μονή. Ακούω τον πεθαμένο ψάλτη δεξιά, τα ένρινα βυζαντινά του.

Με πλατάνια και άλλα υδροχαρή, σηκώνει ο τόπος το κεφάλι του. Πάνω απ’ το χώμα, πάνω απ’ τις σκεπές, πίσω απ’ την πλάτη των ανθρώπων.

 

ΙΙΙ

 

Περνούν κοπάδια. Περνούν λαγοί και λαβωμένα αγριογούρουνα. Πέφτουν κοτσύφια από τα δέντρα. Ώρα μετά ξεσπούν οι ντουφεκιές. Ακούγονται κουδούνια και βελάσματα.

Πέφτει ομίχλη σκεπάζει το βουνό.

Φέγγουν στις πέτρες καλογιάννοι.

Που πας γυμνή φορώντας σπάρτα στο κεφάλι. Φέγγοντας με τα δυο βυζιά σου, φέγγοντας μες στα μαύρα ρούχα. Με το σταυρό στο στήθος, το λάδι στην ποδιά για τα καντήλια των νεκρών. Μαύρο αρνί βελάζει ανάμεσα στους θάμνους. Φαίνεται χάνεται και πιάνεις τα πατερημά. Και που τον είδες, που τον ήξερες τον αγωγιάτη, τι βόσκαε το μουλάρι του ώρα πολλή, στη ρίζα της γκορτσιάς και βγήκες ιδρωμένη από το νάρθηκα, αχνίζοντας σαν συννεφάκι που το πάει ο αέρας, που θα την κρύψεις την κοιλιά στ’ όργωμα, στο βοτάνισμα, στο θέρο, που θα το πνίξεις το παιδί.

 

IV

 

Πέτρα που φέγγει μέσα μου τις νύχτες. Εδώ ξαπόστασαν γυναίκες φορτωμένες, εδώ ραμφίσαν τα πουλιά σιωπές όταν συννέφιαζε, δεν έβρεχε κι όλοι κρατούσαν την ανάσα τους. Χαμήλωνε το σύννεφο, ώσπου ακουμπούσε τις σκεπές, έγλειφε ως τα θέμελα τους τοίχους, λαλούσαν οι σφαγμένοι πετεινοί κι αρμένιζε το κάθε σπίτι μοναχό του, ενώ ακινητούσε το χωριό.

Ξενιτεμένοι κουνούσαν τότε τα μαντίλια τους. Από πολύ μακριά. Μπορεί κι από τον κάτω κόσμο.

V

 

Σβησμένα σώματα. Βρεγμένες τσακμακόπετρες κι αλάτι και βροχή πολλή.

Στάζουν τα δέντρα, τα καμπαναριά, νοτίζονται τα δάχτυλα του Παντοκράτορα.

Αυτό το δίχτυ από νερό κι ομίχλη και πάνω τα βουνά.

Περνάει ο ταχυδρόμος και δένει κόμπους για να μη χαθεί. Σ’ ένα σκοινί που μαύρισε απ’ τα χρόνια. Κουβαλώντας μαντάτα και λογής μονέδες. Βρεγμένο αμπέχονο, πουκάμισο ιδρωμένο.

Αχ χλόη των βουνών, κορμιά που σε ποτίζουν.

Αχ βρύση, που δε λες να σταματήσεις.

 

VI

 

Ξημερώνει και πάλι. Το βουνό φέτες φέτες απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα της ομίχλης. Δρομολόγια από δέντρο σε δέντρο, φωνές πουλιών, οι στάλες της βροχής στα φύλλα. Πίσω από τον κότσυφα, πίσω απ’ την κίσσα με τ’ αεροβόλο. Πέφτοντας κάθε τόσο στα δίχτυα της αράχνης.

Ωρίμασαν καρποί εδώ γύρω, μέστωσαν καλαμπόκια, ασβοί αναθρέψαν τα μικρά τους. Γόνατα που ‘λάμψαν στο μεσημέρι και γόνατα που χάθηκαν, γοφοί και στήθη και μαλλιά κι εγώ που κυνηγούσα θεοπούλια.

 

VII

 

Η νύχτα γέμισε πουλιά που κολυμπούν στο μαύρο ουρανό με κόπο. Βγαίνουνε γάτες με χυμένα μάτια, χτυπάνε στα τυφλά. Κάτι ανασαίνει εδώ κοντά. Το σκοτάδι ακίνητο, με όλα τα παράθυρα κλειστά. Πίσω τους γδύνονται γυναίκες. Πλαγιάζουν με περαστικούς. Ακούω τα βογγητά, ακούω τα φτηνά εσώρουχα που σκίζονται σαν γάζες.

Παλιές πληγές, παλιές μασχάλες, κορμιά που δεν τελειώνουν.

 

VIII

 

Το χέρι μου βγαίνει στους κήπους μετά. Στα πικρά μετερίζια τόσων και τόσων κοριτσιών, που πολύ αγάπησαν, πολύ κέντησαν, πολύ τραγούδησαν και πολύ τις καμάρωσαν οι δικοί τους, πριν κλείσουν καλά τα παράθυρα και μείνουν όλα απ’ έξω.

Έρχονται νύχτα με κλειστά τ’ αφίλητα μάτια τους κι οι γλάστρες με τους κατηφέδες, τα ποτισμένα βασιλικά, πηδούν σαν βατράχια, ανεβαίνουν τις σκάλες, μπαίνουν στο σπίτι κι είναι όλα στην κάμαρα δωδεκαετή και φοβισμένα.

 

IX

 

Φυσάει ένα άσπρο απ’ το νερόμυλο του πάππου μου. Γύρω κι άλλα δέντρα ανθισμένα κι άλλο αλεύρι. Χιόνια που πέφτουν μαλακά στην ξυπνημένη γη. Πάσχα, το μύριζες παντού. Δεν είχα που να κρύψω τη χαρά μου, δάγκωνα τρυφερούς κορμούς. Έφτανα κάποτε στη βρόμη λάμνοντας, να δω της Πασχαλιάς τ’ αρνιά.

Ένα μεγάλο μάτι, το ‘νιωθα, με κοίταζε κι ήταν θολό απ’ τα αίματα, μπορεί απ’ τα σπλάχνα των αρνιών, μπορεί απ’ τα σπλάχνα του χασάπη. Πάντως από τον ουρανό.

Μετά που έβρεχε βγαίναν βελάσματα σαν ερπετά στους θάμνους στα χορτάρια, έφευγε η μέρα η δίκαιη, γινόταν παρελθόν κι ούτε που το ‘ξερα με τι κοτσύφια, τι νερά, τι βόμβο θα με γέμιζε μετά από τόσα χρόνια. Φυσάει ακόμη απ’ το νερόμυλο του πάππου μου, νομίζω κιόλας πως δυναμώνει τ’ άσπρο, καθώς απλοποιούνται σε οστά οι άνθρωποι που γέμιζαν κείνα τα χρόνια.

 

X

 

Χωρίς φτερά, μονάχα με τα λέπια μου ανεβαίνω. Τα φύλλα, τα πουλιά, βαρίδια που με πάνε στον πάτο τ’ ουρανού.

Στα πατρικά χωράφια χέρσα στις απαλάμες των νεκρών φυτρώνει ρίγανη σγουρή. Έρχεται καθαρός αέρας με χτίζει ως τα ρουθούνια.

Φυσάω τον καπνό μου ίσια στα μάτια τ’ ουρανού.

Πέφτει, βαδίζει με τα χέρια, ο θάνατος περνάει ξυστά με πιτσιλίζει.

Αν είναι ο θάνατος μια βρύση που τρέχει κι όχι το μαύρο βόλι που λένε. Όχι το μαύρο βόλι που λένε. Καλπασμός στα νερά. Άγνωστο είδος ζώου καμώνεται τ’ άλογο. Σπέρνω σιτάρι με τα δυο μου χέρια. Πηδάω χαντάκια, πλωτούς ποταμούς, ανάβει τα κοιμισμένα τριζόνια.

Οι μπαξεβάνοι κοιμούνται.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: