Γιάννης Βλαχογιάννης, Ιστορίες του Γιάννου Επαχτίτη

Γιάννης Βλαχογιάννης

 

 

Ιστορίες του Γιάννου Επαχτίτη

και άλλα διηγήματα

(1893)

 

 

Ο θάνατος του παληκαριού

 

 

Πέρα σ’ ένα όμορφο χωριό, που βρίσκεται ‘σ τον ξακουσμένον τόπο, πέθανε το νιο Παληκάρι!

Αλήθεια είν’ ο λόγος ο πικρός, που απλώθηκε, αλήθεια είν’ οι καμπάνες κ’ οι ντουφεκιές, που φτάνουν σ’ τ’ αυτιά μου;

Μην είναι ψεύτικο φάντασμα του νου, μην είν’ άπιστο γέλασμα του ανέμου;

Όχι, δεν είναι ψεύτικο φάντασμα του νου, μήτε είν’ άπιστο γέλασμα του ανέμου!

Πέθανε ο νιος ο περήφανος, η μόνη χαρά, ο πόθος ο γλυκός, τ’ ακριβό καμάρι!

Απάνου σ’ τα χρόνια τα περίχαρα, ‘σ του έρωτα και του γάμου τις ελπίδες, θέλησε ο μαύρος χάρος να τον πάρει.

Έλεγε ο λεβέντης πότε ναρθεί ο καιρός που θα τον πήγαιναν γαμπρό ‘σ την εκκλησιά, με την καλή του ‘σ το πλάγι. Και τώρα θα τον κινήσουν μοναχόν, έρημον, χωρίς τ’ ακριβό ταίρι, γαμπρόν αθέλητον κι’ αγύριστον σε πικρό γάμο. Σε γάμο που θα πάρει την πλάκα πεθερά, τη μαύρη γης γυναίκα.

Συνάζονται όλοι οι χωριανοί ντυμένοι με τα καλά τους, συνάζονται όλοι οι φίλοι κ’ οι αδερφοποιτοί του νιου λαμπροφόρετοι κι’ αρματωμένοι. Συνάζονται όλες οι χωριανές, μικρές και μεγάλες, ξένες και δικές του στολισμένες.

Πιάνουν τον όμορφο γαμπρό και τον ντύνουν με τη λαμπρή του φορεσιά, με τ’ ατίμητ’ άρματά του.

Του βάνουν τ’ ολοκέντητο σταυρωτό, τη γαλάζια φέρμελη, την κάτασπρη φουστανέλλα. Του φορούν τη σκούφια τη χρυσή με τη μεταξένια φούντα. ‘Σ τη μέση του βάνουν τα κουμπούρια τ’ ασημικά και ‘σ το πλάγι του το μαλατισμένο καριοφίλι.

Τον ίδιον καιρό οι όμορφες του χωριού τραγουδούν το στόλισμά του.

Την ώρα που τον χτενίζουν, λεν μ’ ήχο θλιβερόν το τραγούδι ‘σ το χτένισμα, ‘σ τα μαύρα μαλλιά του.

Την ώρα που τον αλλάζουν παινούν την όμορφη του φορεσιά, τα καλά άρματα του.

Την ώρα που του βάνουν το στέφανο, πλεμένον από ιτιά με χρυσό γαϊτάνι, παινούν κ’ εκείνον, το νουνό, που τον έστελνε κι’ αυτόν, το γαμπρό, που θα το φορέσει.

Την ώρα που έρχονται οι φίλοι να κεράσουν το γαμπρό, ρίχνοντας ασημένια δώρα ‘σ το λαιμό του, τότε τραγουδούν το κέρασμά του.

Τραγουδούν τον ίδιον το χρυσοφρόνιμο γαμπρό, την ψηλή γενιά του. Τραγουδούν τ’ αγγελικό κορμί, τα μαύρα μάτια του τα γλυκά, τα φρύδια του τα γυρτά, τα κοντυλένια. Τραγουδούν την γνώμη του την καλόπιαστη, που συμπονεί, την αζύγωτη περηφάνειά του, που δεν μιλάει.

Την ώρα που τον σηκώνουν και τον κινούν, τραγουδούν το κίνημά του.

Μπροστά πάει το φλάμπουρο, σημάδι του γάμου, που τόρραψαν κι’ αυτό οι λυγερές με το τραγούδι. Το φέρνει ο αγαπημένος του γαμπρού, ο πρώτος του φίλος.

Τριγύρω παν οι άλλοι φίλοι, οι συμπεθέροι κάτασπροι, γιορτινοί, με τα μακρυά καριοφίλια.

Κινάει τ’ οψίκι αργό, και την ώρα που βγάνουν το γαμπρό από την πόρτα, ρίχνουν μια ντουφεκιά όλ’ αντάμα τα παληκάρια. Όθε διαβούν, από σπίτι φίλου ή δικού, πάντα χαιρετούν με ντουφεκιές το πέρασμά του.

Σα φτάσουν ‘σ την εκκλησιά, στέκονται απ’ όξω και τότε λεν οι νιες τραγούδια παινετικά ‘σ αυτή, ‘σ το σταυρό, ‘σ τις άγιες εικόνες, κ’ οι νιοι δίνουν χαιρέτημα μ’ άλλη ντουφεικιά τους. Και πάλι το ίδιο γίνεται σαν έβγουν.

Και τελευταία σαν έρθουν να θάψουν το Παληκάρι, χαρίζουν οι νιες το στερνό του δακρυσμένο παίνεμα, κ’ οι νιοι το στερνό πικραμένο χαιρέτημά του.

Πέρα ‘σ ένα όμορφο χωριό, που βρίσκεται ‘σ τον ξακουσμένον τόπο, άμα παντρεύονται ή πεθαίνουν τα παληκάρια, μ’ αυτό τον τρόπο κάνουν το γάμο τους και το θάνατό τους!

 

Νοέβρης 1893

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: