Αργύρης Εφταλιώτης, Νησιώτικες ιστορίες

Αργύρης Εφταλιώτης

 

Νησιώτικες ιστορίες

(1894)

 

Ο βουβός

Τόνε θυμούμαι το δύστυχο. Λιγνό, αψηλό και νόστιμο παλικάρι. Είτανε γεννημένος βουβός. Πάει να πει, είταν και κουφός. Σαν να μη τούφταναν αυτά τα ψεγάδια είχε μείνει κι ορφανός από πέντε χρονώ. Μια γειτόνισσα τον πήρε και τον ανέθρεψε. Δηλαδή τον έμαθε να κουβαλεί νερό, να ψουνίζει και να κουνεί το μωρό, σα δεν είχε άλλη δουλειά.

Μαζί μ’ αυτό το μωρό μεγάλωσε κι ο Βουβός· μα το μωρό σα μεγάλωσε, φορούσε κοντούτσικα φουστανάκια. Είταν κορίτσι το μωρό που κουνούσε ο βουβός.

Σαν αδέρφια κατάντησαν. Και σαν αδέρφια μεγάλωναν. Η μικρούλα είταν η μόνη που δεν τον πείραζε. Ως κ’ η μάννα τον περιγελούσε, μ’ όλη της την καλή καρδιά. Στα χωριά το περιγέλοιο να λείψει δεν γίνεται. Σκάνουν και πηγαίνουν στο καλό, α δε περιγελάσουν ένα βουβό. Και στην ανάγκη, ας μην είναι και βουβός.

Τόνε θυμούμαι ως δεκαπέντε χρονών και τη μικρούλα ως δέκα. Τους θυμούμαι σαν πήγαιναν το βράδυ στη βρύση μαζί. Κάποιος τούρριχτε του Βουβού ένα πετραδάκι ή και πεπονόφλουδο. Δεν το λησμονώ το πρόσωπό του το πικραμένο και το λυπητερό, καθώς εγύριζε κ’ έβλεπε τη μικρή, σα να της έλεγε: «Βλέπεις, τι θα πει να είσαι βουβός;» Η μικρή τότες κοίταζε γύρω, με μάτια που τινάζανε σπίθες. Αλλοί στον αν τον έπαιρνε το μάτι της το θεομπαίχτη που πέταξε το πετραδάκι ή το φλούδι απάνω στο σύντροφο της.

Τόνε θυμούμαι και στο πανηγύρι το δύστυχο το Βουβό. Είτανε μεγαλύτερος τώρα. Σωστό παλικάρι. Πάλι με την κόρη και με τη μάννα της τη γριά. Σωστή κοπέλα κ’ η κόρη τώρα. Όχι πολύ όμορφη, μα νόστιμη, νόστιμη κι αφράτη σα μήλο μαγιάτικο. Τη θυμούμαι σα χόρευε μαζί με τις άλλες γειτόνισσες. Ο Βουβός – όλη του η ακοή κι όλη του η μιλιά είτανε μαζεμένη στα ζωηρά μάτια του, και στα πρόσχαρα χείλη του – δε χόρταινε να την καμαρώνει και να της δίνει θάρρος με τα χαδευτικά του γνεψίματα. Δος του και χόρευε η κοπέλα, δος του και λαφροπηδούσε ο ανοιχτόκαρδος ο Βουβός.

Αχ, τόνε θυμούμαι και στη στερνή φορά που τον είδα! Περπατούσα μια βραδιά μοναχός μου στην ακρογυαλιά. Πήγα ως τον κάβο, στάθηκα σ’ ένα βράχο και κοίταζα τα ήσυχα και βαθειά νερά. Στο πλάγι μου είτανε μιαν άλλη πέτρα, πιο μέσα κατά τη θάλασσα. Και δίπλα στην πέτρα, από το δικό μου το μέρος, έπλεε κάτι, που δεν άργησα να καταλάβω τι ήταν. Έπλεε ήσυχα και βαριά, και κάθε λίγο το χτυπούσε κ’ ένα κύμα στην πέτρα. Πάω κοντήτερα, δεν είχα λάθος. Είταν άνθρωπος, κ’ είταν ο δύστυχος ο Βουβός!

Ίσα ίσα ό,τι στεφανώθηκε η μικρούλα!

Η τρομάρα του Σέργιου

Τι παράξενος εκείνος ο Σέργιος, τότες που αγαπούσε τη Φρόσω του! Ή κάτι του έλειπε, ή κατιτίς είχε περίσσιο μες στο μυαλό του. Θαρρώ πως και τα δυο. Του μιλούσες κι αυτός ονειρεύουνταν. Τραγούδι άκουγε, και δάκριζε. Γέλοια, κι αναστέναζε. Ο νους του όλο ταξίδευε, η καρδιά του όλο πονούσε. Ως και την αγαπητικιά του τη βασάνιζε με τις παραξενιές του. Εκεί που κρυφομιλούσανε μια βραδιά στο περιβόλι της κόρης, ίσια ίσια τη βραδιά που συφωνούσανε νανταμωθούν και να ξεκινήσουν κρυφά να στεφανωθούνε στ’ αντικρυνό το χωριό, κι ας πάει να σκίζει ο γέρος τα ρούχα του, τον πιάνει άξαφνα ένας φόβος πως θα ποθάνη, πως δε θα ζήσει να το χαρεί ένα τέτοιο μεγάλο καλό, πως τέτοια μεγάλα καλά σε τέτοιο ψεύτικο κόσμο δε δίνουνται. Την άφησε την κοπέλα καταστενοχωρεμένη κ’ ήρθε σε μένα, καθώς ήρχουνταν πάντοτε. Του μίλησα και γω καθώς συνήθιζα να του τα λέω, σαν είδος γιατρού που μιλάει του αρρώστου του σαν πονεί, κ’ έτσι τον καθησύχασα.

Σα να το ήξερε πως δε θα τα βγάλει πέρα μοναχός του, και μου ζητούσε βοήθεια. Του έταξα πως θα κάμω ό,τι μπορώ. Είτανε νανταμωθούνε, μου είπε, στάλλο το πλαγινό περιβόλι, την τάδε ώρα της νύχτας, κ’ η βάρκα έτοιμη στο γιαλό, λίγο παρακάτω. Φεγγάρι δεν είχε, ο κόσμος εκείνη την ώρα, άλλος νυχτέρευε, άλλος κοιμούνταν, ο πατέρας έλλειπε, η μάννα δεν ήξερε τίποτις, αδέρφια το κορίτσι δεν είχε, η δουλειά λοιπόν είτανε στο δρόμο. Ένα πράμα μοναχά, του είπα, να πάει να συχάσει λιγάκι, γιατί έτρεμε σαν το ψάρι.

– Ναι, πήγαινε να πλαγιάσεις και μη σε μέλει. Έχεις ακόμα πέντε ώρες μπροστά σου. να μη συλλογιέσαι τίποτε, κι όλα θα γίνουν καθώς τα θέλεις. Είσαι γαμπρός που ο καθένας παρακαλεί να σε πάρει. Ο πατέρας της Φρόσως, σε θέλει κι αυτός, μα τόβαλε πείσμα. Πήγανε να μαλλώσουν κ’ οι δικοί μαζί του για ένα σπιτότοπο! Εγώ είμαι δω όμως, και μη φοβάσαι. Τον έχω το γέρο στα χέρια μου. να το το μόλογό του. Τρέχα και πήγαινε να πλαγιάσεις. Θα σας περιμένω στο περιγιάλι.

Κ’ έφυγε ο Σέργιος καταχαρούμενος

Ήρθε η ώρα, κατεβαίνω στο γιαλό, η βάρκα έτοιμη, μα Σέργιος πουθενά, Φρόσω πουθενά! Περίμενα ως μισή ώρα. Ύστερα ξεκινώ κατά το περιβόλι, και βρίσκω την κοπέλα σαν άρρωστη από το κλάψιμο. Είτανε ολομόναχη. Ακόμα να φανεί ο καλός της! Που να γυρίσει τώρα πίσω που μπορεί να το μυρίστηκαν κιόλας πως έφυγε από το σπίτι!

– Στάσου, της λέω, μια στιγμή να τρέξω να δω τι γίνεται.

Δεν έκαμα είκοσι βήματα και σκουντουφλώ σ’ ένα δεμάτι κληματόβεργες και πέφτω απάνω σ’ έναν που κοίτουνταν χάμω. Είταν ο Σέργιος! Τινάζεται απάνω και μου λέει σαστισμένα – Εσύ είσαι; Αχ, δόξα σοι ο Θεός, γλύτωσα! Που είναι η Φρόσω!

Σε μια στιγμή βρεθήκαν αγκαλιασμένοι.

– Τρεχάτε τώρα, τους κάνω, κ’ ύστερα ταγκαλιάσματα.

Άλλες δυο τρεις στιγμές, και σηκώνουνταν η βάρκα. Ένα πανάκι, και χάθηκε από μπρος μου.

Έγιναν όλα καθώς τα λογάριαζα. Και το νόστιμο που ο Σέργιος είταν άλλος άνθρωπος τώρα. Κατοικούσε στου πεθερού του, κ’ η διασκέδαση του είταναι να δηγάται τα παθήματα του τότες που αγαπούσε κρυφά την καλή του και βασανιζότανε με χίλια φαντάσματα.

– Μα είναι και μια δουλειά, του είπα, ένα βράδυ, που δε μας τηνε ξήγησες. Και τον παρακάλεσα να μας δηγηθεί τι είταν που έπαθε τη βραδιά εκείνη που παρά λίγο να φανερωθεί το μυστικό τους παράκαιρα με την άρνητα του.

– Εκείνη, μας είπε ο Σέργιος σοβαρά και με συλλογή, είταν η μεγαλήτερή μου τρομάρα! Μου είχες πει να πάω να κοιμηθώ. Ό,τι σκοτείνιασε, πήγα και κρύφτηκα πίσω από κείνο το δεμάτι, και πλάγιασα. Πρέπει να έμεινα ως δυο ώρες ολόξυπνος. Που να κοιμηθώ! Και τώρα που σας το λέω, θαρρώ πως ύπνος δεν είταν εκείνο το πράμα! Είμουν αφανισμένος από την κούραση κι από την αγρύπνια, τρεις νυχτιές. Τα ξέρεις αυτά. μου ήρθε ένα πράμα σα βύθος. Σαν να μου τον έδεσαν τον νου μου, καθώς που μου δένουν τα μάτια. Είμουν ο μισός ξύπνιος κι ο μισός κοιμισμένος. Αχ, τι τρομάρα, τι κόλαση! Να θυμάσαι πως έχεις αγάπη μες στην καρδιά σου, πως έχεις να πάρεις μεγάλη απόφαση, και να μη θυμάσαι, μήτε τι λογής αγάπη, μήτε τι λογής απόφαση! Σα να περπατείς μέσα σε καταχνιά φωτερή, μα καταχνιά που δε βλέπεις ολόγυρα σου παρά το φωτισμένο το σύννεφο! Κόλαση, κόλαση τρομερή! Συλλογιούμουν τι πόνο πρέπει νάχει κάποια καρδιά την ώρα εκείνη, κάποια καρδιά που θαρρούσε πως τη θυμούμαι, και πήγαινα να λυώσω από τη λύπη. Ζητούσα να ξετιναχθώ, να ξυπνήσω, να δω την αγάπη μου, να θυμηθώ τόνομα της, να θυμηθώ τον τόπο, την ώρα, να τρέξω να τη ρωτήσω τι είναι που είχαμε στο νου μας να κάμουμε, να μου το πει να γλυτώσω, να φέξει πάλι η ψυχή μου, να ζήσω και να χαρώ – κι όσο πολεμούσα να ξυπνήσω, τόσο δυνατώτερα μου τον έδενε τον νου μου η μαύρη μοίρα που με κράταγε βυθισμένο σε κείνη την καταχνιά. Ώρες ώρες μου ερχότανε μια λάμψη κ’ έβλεπα ένα ίσκιο μέσα στην καταχνιά, κάτι μου έλεγε πως αυτός ο ίσκιος είταν η κόρη που ήθελα ν’ ανταμώσω, έκανα να τρέξω κοντά της, κι άξαφνα έπεφτα σε μεγαλήτερο βύθο! Κόλαση φοβερή! Ίδρος ψιλός με περέχυνε, γύρευα να γογγύξω και δεν μπορούσα. Σα να λιγοθυμούσα σιγά σιγά. Σα να βυθιζόμουνα στη σκοτεινότερη καταχνιά της απελπισιάς. Θα ποθάνω, θα ποθάνω δεν γίνεται, έλεγα. Και κει πάνω, σ’ έστειλε ο θεός και σκουντούφλησες στο δεμάτι, κ’ έπεσες απάνω μου, και ξύπνησα, και βρήκα τη Φρόσω μου, κ’ είδα το φως.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: