Της επανάστασης

Τάσος Λειβαδίτης

 

ΣΥΜΦΩΝΙΑ Αρ. 1

(1957)

ΙΙ

[Απόσπασμα]

Έβρεχε κείνο το βράδυ. Εννιά η ώρα. Ανέβηκα τέσσερα-τέσσερα τα   σκαλιά –

κανείς στην κάμαρα. Έτρεμε στ’ ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα.

«Φεύγω, μη ζητήσεις να με βρεις. Αγαπώ άλλον», έγραφε.

Η χτένα της ξεχασμένη πάνω στο τραπέζι

ανάμεσα στις χυμένες πούντρες – σαν ένα μικρό παιδικό φέρετρο μέσα στη σκόνη.

Δρόμοι λασπωμένοι. Άνθρωποι περπατάνε βιαστικοί. Κίτρινα νερουλά φώτα.

Ζευγάρια αγκαλιασμένα κάτω απ’ τις ομπρέλες τους

γελάνε στρίβοντας τη γωνιά. Σε λίγο θ’ ανάβουνε το φως

σε μια ξαφνιασμένη κάμαρα, θα κοιτάζονται στα μάτια

και με χέρια ανυπόμονα πλάι στους σαστισμένους άφωνους καθρέφτες

θα πετάνε, θέ μου, από πάνω τους όλη τη μοναξιά

και θα φυσάει και θα παρασέρνει τα σεντόνια και τη μνήμη

ώσπου μια καταιγίδα από κραυγές, άστρα, παπαρούνες και φιλιά

θα ξεσπάσει ασυγκράτητη σαρώνοντας το χρόνο

βοήθεια…

Οι φωτεινές ρεκλάμες ανοιγοκλείνουν τα μάτια τους

έκπληχτες πάνω απ’ τη θλίψη των περαστικών: οδοντόκρεμες, παστίλιες για το βήχα, μοσκοσάπουνα

τόσα πράγματα προσφέρει ο πολιτισμός για την ευτυχία μας

και μεις επιμένουμε αναχρονιστικά

νάμαστε δυστυχισμένοι: εσώρουχα νάιλον, λοσιόν, γαλακτώματα για το δέρμα

όλα στην εποχή μας διαφημίζονται, γιατί όχι κι αυτό

«αγαπώ άλλον», με κόκκινα πελώρια γράμματα θάταν υπέροχη διαφήμιση

πάνω απ’ την είσοδο των νεκροταφείων –

α, δε θα βρεθεί λοιπόν μια διαφημιστική μεγαλοφυΐα να φωταγωγήσει πάνω απ’ τον πλανήτη μας

τη λέξη μοναξιά, δάκρυα, ταπείνωση. Να πει για κείνους που πεθαίνουν ξαφνικά

την ώρα που όλα θ’ αλλάζαν. Και γι αυτούς που επιμένουνε να ζουν χωρίς λόγο πια. Και για τη νύχτα και τη λησμονιά και τον καρκίνο

και τη φιλοδοξία. Να πει και για τα σκυλιά που τα διώχνουν και τα κλωτσάνε

και κλείνουν μπρος στα δακρυσμένα μάτια τους την πόρτα για πάντα. Που να πάω;

Πόρνη, βρώμα του δρόμου, κάθαρμα, πουτάνα!…

Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.

Άσκοπες περιπλανήσεις στους δρόμους, φώτα θολά που αλλοιώνουν τα πρόσωπα

προσπαθώντας μες στο συνωστισμό να κλέψεις λίγη απ’ την αδιαφορία των άλλων

γδύνοντας όλες τις γυναίκες μήπως και βρεις ένα τριαντάφυλλο από εκείνην

πιστεύοντας στον εαυτό σου, σαν ένα παιδί

που κρύβεται πίσω από μια φτωχή τρύπια καρέκλα

και ξεγελιέται πως κανένας δεν το βλέπει.

Τα χέρια μου είναι δυο βαρειά άχρηστα ζώα αφού δεν σ’ αγκαλιάζουν

μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελο σου

θάθελα να συντρίψω με τις γροθιές μου τους δρόμους, τα λεωφορεία, τα τραμ

που κάποτε μας πήγαιναν στην ευτυχία

και να φτιάξω μια πόλη ερειπωμένη απ’ την πελώρια απουσία σου…

Θαμπά νυσταγμένα τζάμια στα χαμηλά καπηλιά της γης

που καθρεφτίζεται το μεθύσι, η τρέλλα, η δυστυχία

κι ένα κομμάτι απ’ την κατάφωτη αδιαφορία τ’ ουρανού.

Και πάντα εκείνη η παράξενη αίσθηση, σαν τον κυνηγημένο λιποτάχτη

που ανάμεσα στο θάνατο που ξέφυγε και το θάνατο που τον περιμένει

νοιώθει με δάκρυα ξαφνικά τη ματαιότητα όλων των θριάμβων

και την απόγνωση της απάρνησης τους.

Όχι, όχι, απ’ τον εχθρό, σύντροφε, απόψε φυλάξου από μένα.

Θάταν αστείο, αλήθεια, κάποτε να γράψω την ιστορία μου –

χριστιανός κι άθεος, φιλόδοξος και δειλός, σύντροφος και κοινή πόρνη

με τόνα χέρι ακουμπισμένο στις σημαίες μας και τ’ άλλο στα σκέλια των περαστικών γυναικών

πεινώντας, α, πεινώντας πάντα γι αυταπάρνηση και ζώντας με τα ξεροκόμματα της δυσπιστίας

που και τα ίδια τα σκυλιά τα οσμίζονται και φεύγουν

μην τολμώντας να φωνάξω στους συντρόφους μου: είσαστε μικρόψυχοι

στον εαυτό μου: είσαι τιποτένιος

και να νοιώσω έρημος και συντριμμένος κι απέραντος

σαν τη γυναίκα που τη βιάζουν και τη χτυπάνε και τη ματώνουν

κι όταν μείνει έρημη και συντριμμένη κάτω στο χώμα

είναι κιόλας πάνω απ’ τους βιαστές και τον εαυτό της κι όλη την αγνότητα του κόσμου

απέραντη

καθώς σαν ένα κύμα βουίζοντας την ανασηκώνει

ο φρέσκος σπόρος της ζωής μέσα της.

Κι αυτό το πρόσωπο είναι φαγωμένο απ’ τα δάκρυα που έκρυψα

κι αυτά τα χείλη είναι καμένα απ’ τα λόγια που δεν είπα

κι αυτά τα σακατεμένα χέρια είναι που όλα τ’ αγκάλιασαν

όσο για κείνη την ουλή στον αυχένα μου

α, μη μου θυμίζετε

πως έζησα τριανταπέντε χρόνια, κάτω απ’ τη λαιμητόμο

της καρδιάς μου.

Γεγονότα, λόγια, πρόσωπα, σημαίες, χειρονομίες

μας κρύψαν τον έναν απ’ τον άλλο – που είσαι σύντροφε

χιλιάδες δρόμοι διασταυρώνονται κι η ομοιομορφία σκέπασε σα χιόνι την πολιτεία.

Κι όμως εγώ κι εσύ και τα εκατομμύρια τιποτένιοι σαν κι εσένα

και σαν εμένα

υποκριτές, φιλόδοξοι, μικρόψυχοι, εγωιστές, δειλοί

εμείς κρατάμε μες στα ένοχα παράφορα τούτα χέρια

τις τύχες του κόσμου. Να το θυμάσαι αυτό.

Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρα σου

ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει, ένας άλλος βυθίζεται

μες στη μεγάλη σου άνοιξη –

εγώ και ποδοπατημένη από χιλιάδες άντρες

σ’ αγαπώ.

Άσε με εδώ στη γωνιά, δεν πειράζει, ας χιονίζει

αυτό το μικρό τετράγωνο φως που ρίχνει το παράθυρο σου πάνω στο χιόνι

εμένα είναι ο κόσμος μου.

Δεν θα σου πω τίποτα μόλις βγεις. Θα περπατώ δίπλα σου αμίλητος. Κι αν αυτό σε πειράζει, μπορώ νάρχομαι πίσω σου σα σκυλί.

Αν σ’ αρέσει, μπορείς να μου μιλάς και για τα χάδια των άλλων

θα σ’ ακούω

σαν τον τυφλό που κλαίει, ακούγοντας μακριά τη βουή μιας μεγάλης γιορτής.

Κι όταν πεθάνω

το χώμα που θα με σκεπάσει, δεν θάναι για μένα το σκληρό χώμα των νεκρών

μα η απαλή τρυφερή γη, που κάποτε πλαγιάσαμε γυμνοί πάνω της.

Ποδοπάτησε με, νάχω τουλάχιστον την ευτυχία να μ’ αγγίζεις.

…………………………………………………………………………………………

Και πες τους, σύντροφε, δε φέρνω κανένα μήνυμα.

Απλώς

τον ανθρώπινο πόνο

υπενθυμίζω.

2 Σχόλια to “Της επανάστασης”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: