Συνομιλίες VII

Federico García Lorca


Canción del jinete

Córdoba.

Lejana y sola.

 

Jaca negra, luna grande,

y aceitunas en mi alforja.

Aunque sepa los caminos,

yo nunca llegaré a Córdoba.

 

Por el llano, por el viento,

jaca negra, luna roja.

La muerte me está mirando

desde las torres de Córdoba.

 

¡Ay que camino tan largo!

¡Ay mi jaca valerosa!

¡Ay que la muerte me espera,

antes de llegar a Córdoba!

 

Córdoba.

Lejana y sola.

Τραγούδι του καβαλάρη

Κόρδοβα.

Μακρινή και μόνη.

 

Άλογο μαύρο, φεγγάρι μεγάλο

κι ελιές στο δισάκι μου.

Αν και ξέρω τους δρόμους,

ποτέ δε θα φτάσω στην Κόρδοβα.

 

Μεσ’ απ’ τον κάμπο, μεσ’ απ’ τον αέρα,

άλογο μαύρο, φεγγάρι κόκκινο.

Ο θάνατος με κοιτάζει

απ’ τους πύργους της Κόρδοβα.

 

Αχ, τι δρόμος μακρύς!

Αχ, γενναίο άλογό μου!

Αχ, και με περιμένει ο θάνατος,

πριν φτάσω στην Κόρδοβα!

 

Κόρδοβα. Μακρινή και μόνη.

Μετάφραση: Μόσχος Λαγκουβάρδος

Νίκος Καββαδίας


Federico García Lorca

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό

και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι

Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ

τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι

 

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά

και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου

στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά

κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ’αχαμνά του

 

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά

και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι

τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά

τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

 

Κάτω απ’ τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές

και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια

τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές

τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια

 

Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;

φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό

στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω

κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

 

Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι

κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά

σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι

μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά

 

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη

φτενή δίχως καρένα

σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά

σμάρι κοράκια να πετάν στην ερήμην αρένα

και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: