Πάνος Τσίρος, Χωρίς στόμα

Πάνος Τσίρος


Χωρίς στόμα


 

Το πρώτο μας σπίτι ήταν κοντά στις γραμμές του τρένου. Όταν ήμουν εφτά χρονών, έπαιζα ένα παιχνίδι. Περίμενα πότε θα φύγουν όλοι, και πήγαινα στην κουζίνα. Έβαζα τρία ποτήρια πάνω στο τραπέζι. Ύστερα ακουμπούσα το κεφάλι μου στην επιφάνεια του και περίμενα πότε θα περάσει το τρένο. Όταν το τρένο πλησίαζε, τα πάντα γύρω άρχιζαν να κουνιούνται. Διάλεγα ένα από τα ποτήρια και το κοίταζα επίμονα, κάνοντας ότι έχω τηλεπαθητικές δυνάμεις. Κέρδιζα αν κουνιόταν το ποτήρι που είχα διαλέξει.

Το περίεργο είναι ότι πάντα κέρδιζα. Έτσι που, ύστερα από καιρό, νόμιζα ότι το ποτήρι δεν το κουνάει το τρένο αλλά εγώ με τις τηλεπαθητικές δυνάμεις μου. Η περιοχή ήταν διαμετακομιστική ζώνη. Τρένα μετέφεραν προϊόντα για να φορτώσουν στα πλοία που έδεναν στο λιμάνι. Η περιοχή ήταν γεμάτη αποθήκες, συνεργεία, μηχανουργεία και εργάτες που έσπρωχναν καρότσια.

Τώρα πια όλα έχουν εγκαταλειφθεί. Πρόσφατα, πέρασα μια βόλτα από κει με το αυτοκίνητο. Όλα τα έχουν κλείσει με αλυσίδες. Τριγύρω βλέπεις πια μόνο μετανάστες, κυρίως Πακιστανούς. Άκουσα τελευταία κάποιους αρχιτέκτονες να εκθειάζουν την περιοχή, επειδή, τάχα, είναι αναπτυγμένη άναρχα. Έλεγαν ότι αυτό είναι καλό, γιατί προσομοιάζει στη φύση, που δεν ακολουθεί ένα αυστηρά καθορισμένο σχέδιο, αλλά επεκτείνεται αποδομώντας την τάξη, όπως η εντροπία. Ονόμασα κι εγώ την περιοχή Εντροπία, κι έτσι μου αρέσει να τη θυμάμαι. Τώρα πια, όμως, μένω πολύ μακριά. πολύ μακριά από την Εντροπία.

Ονομάζομαι Εμμανουήλ Κ. και είμαι δημόσιος υπάλληλος. Οικογένεια δεν έκανα. Αν με ρωτήσεις γιατί, δεν ξέρω τι να απαντήσω. Θα μπορούσα να σου πω ότι ποτέ δεν το προγραμμάτισα. Το είχα κατά νου, αλλά ποτέ δεν το προγραμμάτισα. Και ο γάμος χρειάζεται προγραμματισμό. Μένω ακόμα με τον πατέρα μου. Στο διώροφο. Αυτός πάνω, εγώ κάτω. Την μάνα μου την έχασα πριν από δέκα χρόνια.

Θυμάμαι πολύ έντονα τη μέρα που πέθανε. Δεν ήμουν εκεί. Πονούσε και δεν την έπιαναν τα παυσίπονα. Πετάχτηκα στο φαρμακείο να της πάρω καινούργια, πιο δυνατά. Όταν γύρισα, είδα τον πατέρα μου. Στεκόταν στο κατώφλι και δεν μπορούσα να περάσω μέσα.

Από τότε πέρασαν δέκα χρόνια, όπως είπα. Έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά. Με βοηθούσε να ξεχνώ. Αλλά μάλλον ξέχασα περισσότερα απ’ όσα ήθελα. Δηλαδή απ’ όσα έπρεπε. Ξυπνούσα κάθε πρωί και πήγαινα στη δουλειά. Δεν ρωτούσα, δεν μιλούσα, δεν σκεφτόμουν. Απέφευγα τις συζητήσεις και τους φίλους. Απέφευγα τους συναδέλφους. Απέφευγα ακόμα και τον πατέρα μου.

Υπήρχαν φορές που του κρυβόμουν. Να μη με δει να έρχομαι το μεσημέρι, να κάνω ότι δεν είμαι μέσα στο διαμέρισμα όταν χτυπάει το κουδούνι, να σβήνω τα φώτα για να νομίζει ότι λείπω. Δεν ήταν ότι είχα κάτι μαζί του. Απλώς δεν ήθελα κουβέντες, ήθελα να είμαι μόνος μου, στην ησυχία μου.

Καμιά φορά ξυπνούσε πολύ νωρίς και έβγαινε δήθεν να πετάξει τα σκουπίδια. Ύστερα περίμενε στο πεζοδρόμιο πότε θα βγω. Με πετύχαινε προς μεγάλη μου λύπη, και δεν ήξερα τι να κάνω. Κι ενώ είχε τόσα να μου πει (αφού δεν μ’ έβλεπε συχνά), περιοριζόταν να με ρωτάει πως πάει η δουλειά. Απαντούσα «θα δούμε» και εξαφανιζόμουν. Δεν είμαι σκληρόκαρδος, δεν το έκανα επίτηδες. Το εννοούσα αυτό το «θα δούμε». Έλεγα «θα δούμε» έχοντας κατά νου ότι θα μιλήσω όταν αλλάξουν τα πράγματα. Αν δεν έχεις τι να πεις, ποιος ο λόγος να κάνεις τον κόπο να μιλήσεις;

Με αυτό το «θα δούμε» πέρασαν χρόνια. Στη δουλειά, στο διπλανό γραφείο, ήταν η Μάρω. Ήταν η μόνη που δεν μου μιλούσε πολύ, δεν μου ζάλιζε το μυαλό. Μόνη κι αυτή, χωρισμένη, μ’ ένα παιδί στο πανεπιστήμιο, στα Γιάννενα, αν θυμάμαι καλά. Με τη Μάρω τα πηγαίναμε καλά. Την πήγαινα με το αυτοκίνητο στο σπίτι, την άφηνα κι έφευγα. Δεν μου έλεγε ν’ ανέβω πάνω, ευτυχώς. Άλλες φορές πηγαίναμε μέχρι την Πειραϊκή. Αν ο καιρός ήταν καλός, κατεβαίναμε, περπατάγαμε στα βράχια. Μου άρεσε όταν έβρεχε και οδηγούσα, και καθόταν δίπλα μου. Δεν μιλούσαμε, οι υαλοκαθαριστήρες δούλευαν στο φουλ. Απέξω ο κόσμος πλατσούριζε.

Μια μέρα την πήγα σπίτι μου. Άνοιξα με προσοχή την πόρτα να μη μας πάρει χαμπάρι ο πατέρας μου και χαρεί που έφερα γυναίκα μαζί μου. Μια άλλη φορά, καθώς βγαίναμε από το σπίτι, είδαμε τον πατέρα μου που κουβαλούσε τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ. Δεν ξέραμε τι να πούμε, δεν του τη σύστησα. Αυτή ήταν πολύ ευγενική μαζί του, του έδωσε το χέρι και είπε το όνομα της. «Τι χαμπάρια», της είπε, χαμογελώντας αμήχανα. Το σκεφτόμουνα μετά. Άκου «τι χαμπάρια!

Τον λυπήθηκα. Το μυαλό μου άρχισε να βουίζει. Πώς μπόρεσα και το έκανα αυτό. Όλον αυτό τον καιρό. Πώς μπόρεσα και τον έβγαλα από τη ζωή μου και τον απέκλεισα.

Ξημέρωνε Σάββατο. Πήγα στο σούπερ μάρκετ και ψώνισα. Είχα σκεφτεί να μαγειρέψω για να φάμε μαζί, όπως παλιά. Ήθελα να προσποιηθούμε πως τίποτα δεν είχε αλλάξει. Έπρεπε, πάση θυσία, ν’ αποφύγουμε να μιλήσουμε για ποιον λόγο είχαμε χαθεί όλον αυτό τον καιρό. Δεν ήθελα να δώσω εξηγήσεις. Ήθελα να κάνω μια απλή, ανώδυνη κουβέντα. Να πούμε για τα πολιτικά, για το κάπνισμα που προσπαθώ να κόψω, και να συνεννοηθούμε πότε θα λουστράρουμε τα παράθυρα γιατί θα τα φάει ο ήλιος.

Όταν ανέβηκα πάνω με τις τσάντες, ήταν στην πόρτα και με περίμενε.

– Πήγα και ψώνισα, του είπα. Αν δεν έχεις μαγειρέψει, θα μαγειρέψω εγώ. Πήρα ψάρια, και λέω να τα βάλω στο φούρνο με σέλινο και πατάτες.

Όση ώρα μαγείρευα δεν βγάλαμε κουβέντα.

Κάτσαμε να φάμε και με κοίταζε.

–        Δεν σου αρέσει; τον ρώτησα.

–        Όχι, όχι βιάστηκε να με διορθώσει.

–        Τότε τι με κοιτάς, φάε.

Αρχίσαμε να τρώμε και δεν με κοίταζε. Δεν είχαμε τι να πούμε. Σηκώθηκα και άνοιξα την τηλεόραση, μπας και βρούμε καμιά αφορμή και ξετυλίξουμε το κουβάρι της συζήτησης.

Κάτω από το χείλος του είχε κολλήσει ένα κομματάκι ψάρι.

Εκνευρίστηκα. Πώς είναι δυνατόν να μην το νιώθει τόσην ώρα;

–        Σκουπίσου, του είπα, έχεις ψάρι

Σκουπίστηκε και χαμογέλασε.

–        Πώς τη λένε την κοπέλα; με ρώτησε.

–        Μαρία.

–        Και τι κάνει;

–        Δουλεύουμε μαζί στο γραφείο.

–        Θα την καλέσω να φάμε καμιά μέρα μαζί, του είπα.

Δεν απάντησε.

–        Θέλεις;

–        Τι;

–        Να φάμε μαζί καμιά μέρα.

–        Αμέ. Αλλά που;

–        Έξω.

–        Έχω καιρό να φάω έξω.

–        Πρέπει να βγαίνουμε. Κι εσύ να βγαίνεις. Έχεις καιρό να βγεις.

–        Δεν πειράζει.

–        Πώς δεν πειράζει. Όλη τη μέρα είσαι εδώ μέσα μόνος σου. θα σου τη δώσει.

–        Δεν είμαι μόνος μου.

–        Πώς δεν είσαι μόνος σου;

–        Δεν είμαι μόνος μου, έχω παρέα.

–        Καλά, είμαι κι εγώ από κάτω, αλλά εγώ έχω τις δουλειές μου.

–        Δεν είμαι μόνος μου, έχω παρέα.

–        Τι παρέα δηλαδή;

Μερικές φορές, το μυαλό δεν παίρνει στροφές. Κατεβάζω το ένα μετά το άλλο τα ποτήρια με το κρασί, κι έχω αναψοκοκκινίσει. Η κουβέντα δεν εξελισσόταν όπως ήθελα. Θυμήθηκα που χιόνιζε και με κρατούσε ο πατέρας μου απ’ το χέρι. Κατηφορίζαμε για να πάω στα αγγλικά. Γλίστρησε, όμως, και μου άφησε το χέρι. Μετά κατρακύλησε. Έμεινα μόνος μου και τον κοιτούσα. Σταμάτησε ένα αυτοκίνητο. Βγήκαν κάτι άνθρωποι και τον βοήθησαν να σηκωθεί. Τον έβαλαν μέσα. Το παλτό του ήταν γεμάτο χιόνι, όπως και τα μαλλιά του. Γύρισε και με κοίταξε απορημένος.

–        Έχω παρέα, μου είπε, δεν είμαι μόνος, μην ανησυχείς.

–        Δείξε μου την παρέα σου, του είπα.

Προχώρησε μπροστά και τον ακολούθησα. Στην κρεβατοκάμαρα ήταν σκοτεινά. Το κρεβάτι ήταν ξέστρωτο και στο κομοδίνο το πορτατίφ αναμμένο. Δίπλα, ένα βιβλίο ανοιχτό, και ανάμεσα στις σελίδες τα γυαλιά του.

Στάθηκε δίπλα στην κουρτίνα.

–        Μην με μαλώσεις, μου είπε. Μην αρχίσεις πάλι να φωνάζεις, δεν αντέχω τις φωνές.

Τράβηξε την κουρτίνα. Ένα παιδί στεκόταν όρθιο. Κοίταζε πότε τον πατέρα μου, πότε εμένα. Ένα παιδί φουκαριάρικο, χωρίς στόμα.

 

 

***

Ο Πάνος Τσίρος γεννήθηκε το 1970 στην Αθήνα. Το «Χωρίς στόμα» προέρχεται από την συλλογή διηγημάτων του Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα (Αθήνα, 2007).

2 Σχόλια to “Πάνος Τσίρος, Χωρίς στόμα”

  1. eimai xarumenos pu autos o an8rwpos, o siggrafeas , itan ka8igitis mu sto sxoleio.kai fisika to biblio to xw diabasei olokliro k einai monadiko…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: