Δημοσθένης Βουτυράς, Στη θάλασσα (ερανισμός Γιάννης Παλαβός)

Δημοσθένης Βουτυράς

Στη θάλασσα


Η θάλασσα τώρα κουνιόταν πιο ταραγμένη, πιο αφρισμένη, σαν η εμφάνιση των μαύρων συννέφων να την είχε εξαγριώσει περισσότερο. Και ο ουρανός σκεπαζόταν από μαύρα σύννεφα, που τρέχανε, απλωνόντανε, βιαστικά.

Κίτρινοι, φοβισμένοι ήταν όλοι, κάποτε ρίχνανε μια άγρια ματιά στον παπά, που μαζεμένος, κοντά σ’ ένα γίγαντα ναυτικό, κοίταζε τα κύματα.

-Άμ’ σ’ το ’πα! έλεγε ένας επιβάτης ψηλός, κοκαλιάρης, σ’ το ’πα άμα τον είδα! Τι διάολο τον ήθελε ο Μιχαλιός μέσα! Δεν έπρεπε να τον πάρει, δεν έπρεπε! Να ’μουν εγώ και να ’βαζα αυτόν τον διάολο μέσα!…

-Στο διάολο, έκανε ο άλλος, που τον άκουγε, δεν ξέρω τι θέλουνε και ταξιδεύουνε αυτοί οι σατανάδες! Αυτοί δεν έπρεπε να το κουνούν απ’ τον τόπο τους.

-Είναι δαιμόνοι σωστοί!

Και η θάλασσα αγρίευε, ύψωνε τα κύματά της, άνοιγε μύρια στόματα ν’ αρπάξει το μικρό πλοίο, που πετούσε ψηλά και φαινότανε να παίζει μ’ αυτό πριν το καταπιεί. Και τα σύννεφα απλώνονταν, ξετυλίγονταν, κατέβαιναν.

Τους φαίνονταν ότι όλα, που πριν ήταν άψυχα, η θάλασσα, τα σύννεφα, ο άνεμος που περνούσε φωνάζοντας άγρια στ’ αυτιά τους, όλα τώρα να ’χανε πάρει ζωή, τη ζωή τους, και να ζητούσανε ν’ αρπάξουνε, να δαγκώσουνε, να καταστρέψουν το μικρό σκαφίδι με τους ανθρώπους που ’χε μέσα.

Μια αστραπή έλαμψε στα σκοτεινά σύννεφα. Άλλη πάλι φάνηκε…

Φωνή τρόμου ξαφνικά:

-Πάει, πάει! χαθήκαμε! Δεν έχουμε σωμό!…

-Σκάσε, βρε, τρελάθηκες; φώναξε ένας γέρος ναύτης σ’ αυτόν που ’πε αυτά τα λόγια, βλέποντάς τον με άγρια μάτια.

-Τι έπαθες, βρε, τρελάθηκες; του είπε και ο γίγαντας ναυτικός που καθόταν κοντά στον παπά.

-Όχι, μωρέ, έτσι σαν να ’δα τον μακαρίτη τον πατέρα μου στην αστραπή!

Οι επιβάτες κοιταχτήκανε. Ο κοκαλιάρης κούνησε το κεφάλι.

Σιωπηλοί μένανε. Κάποτε ρίχνανε στον παπά καμιά ματιά…

Αλλ’ η θάλασσα ακόμα αγρίευε, αστραπές λάμπανε μια πάνω στην άλλη, και κάτι σύννεφα πέρα, κατέβαιναν χαμηλά χαμηλά, κι έτσι φαινόντανε να περιμένουν τη διάβαση του μικρού πλοίου.

Και το μικρό πλοίο σηκωνόταν ψηλά, πετιότανε στα ύψη, κι άλλοτε γκρεμιζότανε στα βάθη, για να φανεί πάλι στις πλάτες των αφρισμένων κυμάτων.

-Αυτός, αυτός, φταίει! ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή, η φωνή του κοκαλιάρη· είχε σηκωθεί κι έδειχνε τον παπά.

-Αυτός, ναι, αυτός! φώναξαν και οι άλλοι μέσα στον πάταγο της τρικυμίας. Δε θα σωθούμε αν δε φύγει αυτός!

-Στη θάλασσα! Έξω ο τρισκατάρατος!

Ο παπάς έκανε να σηκωθεί, αλλ’ ο γίγαντας ναυτικός τον άρπαξε, αυτό κάνανε και οι άλλοι που ήταν δίπλα του, απ’ την άλλη μεριά του.

Έκανε ο παπάς να παλέψει, αλλ’ αυτοί τον σήκωσαν ουρλιάζοντας όμοια με στοιχειά που τους κύκλωναν…

-Στη θάλασσα!

Ο παπάς σα να ’ταν από πούπουλο υψώθηκε στα δυνατά τους χέρια…

-Παιδιά, ο Θεός… θέλησε να πει.

Αλλ’ η φωνή του πνίγηκε μες στα ουρλιάσματα των άλλων και στις φωνές της τρικυμίας, που σα να υψώθηκαν πιο δυνατά, θριαμβευτικά έπειτα, στο πέταμα ενός θύματος.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: