Mehmet Yashin, Η Κωνσταντινούπολη δεν περιμένει πια κανέναν

Mehmet Yashin

μτφρ. Ζ. Δ. Αϊναλής

Ο άρχοντας των δαφνών (Ι)

Πριν από λίγο τηλεφώνησα στο Γιώργο να μάθω που είχανε πάει.

————————————–[Ήτανε στη Λάρισα,

προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει μια βυζαντινή επιγραφή πάνω σε κάποια πέτρα που μνημόνευε την Κυβέλη και την Μαρία.

Η πέτρα βρίσκεται, λέει, σε ένα μαυσωλείο μεβλεβί[1] που βομβαρδίστηκε στον τελευταίο πόλεμο,

στο υπόγειο που βγάζει ξαφνικά σε κάποιο οθωμανικό κελάρι.]

Θα έπρεπε, ίσως, να γυρίσουμε απόψε στη Ρόδο, μου είπε.

Για έναν καινούργιο γύρο στο Λεβάντε,

δεν θυμάμαι πόσοι επιβάτες είχανε παραμείνει τότ’ επάνω στο πλοίο.

————————————[η Πολυξένη, ο διευθυντής μας του δημοτικού σχολείου κύριος Σαβάλας, η μεγαλύτερη αδελφή του η κυρία Μουρουντέ, δηλαδή η θεία Μιράντα,

ακόμα μερικοί Σαλονικιοί,

οι Αγγελικοί, οι γείτονες που πια γυρνάνε σπάνια

στο σπίτι τους, χρόνια κλειστό, στο Μπουγιουκαντά[2]…]

——————————————-Είμαστε πνεύματα

επιπλέοντα στον αέρα στα νερά μαραγκιασμένα στη μαρμαρυγή μιας ζωής

το αστέρι σβησμένο


κυκλοφέρνουμε στο κενό μας τη χάρη της πέτρας.

—-

«Προσοχή», είπε μια φωνή, όσο εγώ με το Γιώργο μιλούσαμε στο τηλέφωνο

«Προσοχή στο τοίχο!» το Βυζάντιο καταρρέει ακόμα,

κι εμείς,

και τ’ αστέρι χαραγμένο στην πέτρα στο κοίλο της σπειροειδούς σκάλας,

και ο σταυρός, κι η ημισέληνος [αυτά τα τουρκεμένα πνεύματα ρουμί, τα εξελληνισμένα…

η μάνα μου ήταν εγγλέζα κόρη ενός μεβλεβί απ’ τη Καραμανία[3]

από τη μια μεριά αχί[4], εγγονή του μούφτη και ποιητή Ρατσί Εφέντι

κι από την άλλη, ενός κυρίου εγγείου ιδιοκτησίας, καθώς λένε, κατάξανθου

αιχμάλωτου των Λουζινιάν καθώς επέστρεφε από τους Άγιους Τόπους στο Παρίσι.]

Στο οικόπεδο στην Ατάλασα κυνηγούσε τα κοράκια

στριφογυρίζοντας

«Ata Halası

Atahalası»[5] Κύριοι ως εδώ και μη παρέκει με τα έπη σας

δικός μου μύθος η ιστορία.

Ένας μικρός κουβάς από χαλκό για λάφυρο

Σκάει με λύσσα, ξαφνικά, στα βράχια… ραβδωτός, ο Βόσπορος αφρίζει.

Ο κ. Καστανιώτης λέει πώλησε το διαμέρισμα επί του ισογείου

Θα πάγει το δίχως άλλο να πεθάνει εις τας Αθήνας

Με ρώτησε μάλιστα αν θα επιθυμούσα το παλιό του μπορσαλίνο

το φέσι που του άφηκε ο πατέρας του… Εγώ σιωπώ.

Η Κωνσταντινούπολη δεν περιμένει πια κανέναν

στην καμπίνα του διερμηνέα κάθεται μια γυναίκα με μάτια γαλάζια

θα μιλούσαμε με αρχαίες φωνές αν θα ‘πρεπε να μιλήσουμε.

Τώρα, γλώσσα στενή

κι ολοσκότεινη. Τα εσώτερα τούρκικα μου

ξηλώνονται, σε κάθε προσέγγιση με ξεκάνω γαζί το γαζί

… οι ψαράδες της Μαύρης Θάλασσας θα ‘ρθουν να με μαζέψουν

φοβάμαι που δεν διαβάζουν στις παλάμες μου:

δεν έχει πια Ινστανμπούλ για σας, μήτε Κωνσταντινούπολη, μήτε και φίλους

Τούρκους που ‘χανε κρεμασμένη μια Παναγιά βυζαντινή στην κάμαρη τους…

Το μυστικό σας ούτε κι ο ίδιος ο κ. Καστανιώτης δεν γίνεται να ξέρει.

Στην σκηνή με το μικρό χάλκινο κουβά σ’ εκείνο το φιλμ που τώρα μου διαφεύγει ο τίτλος του

για πρώτη φορά απαντώ στα ελληνικά (εγώ στέκομαι βουβός από την έκπληξη μου)

Γιατρέ μου, εγώ γεννήθηκα στην Κύπρο

κι αν ιδιοποιηθώ το βιος των Ελλήνων γειτόνων μου

φωτιά να πέσει να με κάψει…

Όπως και να το δεις είναι κι αυτό ένα λάφυρο

όμως γιατί ένας πεπαιδευμένος άνθρωπος να σύρει τα βήματα του σε τούτη την Πόλη που κανείς πια δεν συχνάζει,

πόσο μάλλον σ’ αυτό το καλντερίμι του Μικρού Κουβά από Χαλκό που αντηχούσε κάποτε φωνές ελληνικές.

Istanbul, 1998


Η βαλίτζα

Κανείς δεν τους πήρε χαμπάρι που μπήκαν στο σπίτι, οι κλέφτες

ανοίξανε τη δερμάτινη βαλίτζα με κάποια πρόκα…

Ήταν εκεί που φυλούσαμε τη μυρουδιά της μαμάς

όταν θέλαμε να τη μυρίσουμε μισανοίγαμε με μύριες προφυλάξεις τη βαλίτζα.

Εκείνοι την ανοίξανε διάπλατα.

Τα βαμβακερά της ασπρόρουχα και τα μισοφόρια της, το μαβί της φουλάρι, το τουίν-σετ της, τα γάντια της, το μικρό καθρεφτάκι που κουβαλούσε πάντα επάνω της, τα ματογυάλια της, την ποδιά της,

εκείνο το φόρεμα με τις κεντημένες βιολέτες από τα χέρια της,

το καρό ταγιέρ της, τις παντούφλες της, τα μεταξωτά της μαντήλια,

το ξεθωριασμένο καρτ-ποστάλ από το Λίβανο,

τα βιβλία της με τις ασκήσεις των αγγλικών, το άδειο μελανοδοχείο της,

την αλληλογραφία της… σκόνη… σκόνη…

Όποιο και να ‘ταν το στρατόπεδο των στρατιωτών

έπεσε πάλι το σπίτι θύμα του πολέμου

ξανά η εισβολή, ξανά οι ξεμανταλωμένες πόρτες

να κάνουν απ’ τα λάφυρα μια καινούργια ζωή.

Να κάνουν απ’ τα λάφυρα μιας ήδη δολοφονημένης ζωής μια καινούργια ζωή.

Καταστρώσαμε ξανά μια λίστα «απολεσθέντων» με τα πράγματα του σπιτιού

που είχαμε εις μάτην ασφαλίσει…

το άλμπουμ γεμάτο με τ’ απομεινάρια μιας ολόκληρης ζωής,

η ασφαλιστική εταιρεία δεν μπορούσε να το αντικαταστήσει

ούτε να το συμπεριλάβει άλλωστε στη λίστα των «πολυτίμων αντικειμένων».

Λευκωσία-Λονδίνο, 1997-1998


***

Ο Μεχμέτ Γιασίν γεννήθηκε το 1958 στην Κύπρο. Θεωρείτε ένας από τους σημαντικότερους τούρκους ποιητές της γενιάς του. Τα ποιήματα προέρχονται από τη συλλογή του Το όνομα της στη λίστα εκλιπόντων (2002).


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Mawlawī ή Mevlevi, τάγμα σούφι δερβίσηδων.

[2] Büyükada, η νήσος Πρίγκιπος στο Μαρμαρά.

[3] Karaman, επαρχία της κεντρικής Τουρκίας.

[4] Ahi, μουσουλμανικό θρησκευτικό τάγμα, ιδιαίτερα διαδεδομένο στην Ανατολία του 14ου και του 15ου αι. του οποίου οι υποστηρικτές εξολοθρεύτηκαν απ’ τους Μογγόλους.

[5] Παιδική ιαχή – λογοπαίγνιο (hala: η θεία στα τούρκικα).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: