Γιάννης Παλαβός, Χ-3000

Γιάννης Παλαβός

Χ-3000

Ο Φώτης δούλευε σε μια εταιρεία μ’ εκτυπωτικά μηχανήματα. Ήταν Τεχνικός Προϊστάμενος. Έτσι κι ένας εκτυπωτής χαλούσε, του ’ριχνε μια ματιά και καταλάβαινε στο πιτς φιτίλι ποιο ήταν το πρόβλημα. Είχε πέντε υπαλλήλους στο Τμήμα του, νέα παιδιά, τους μάθαινε τα κόλπα. Έπαιζε και μπουζούκι. Τους μάζευε μετά τη βάρδια στην αποθήκη και στήναν γλέντια. Έβγαινε κάνα ουζάκι, ζαλιζόντουσαν και τότε ο Φώτης άρχιζε τ’ ανέκδοτα. Ήταν ένα που, όταν μεθούσε, το ’λεγε συνέχεια: «Τάσο», γυρνούσε σ’ έναν απ’ τους τεχνικούς, «πώς καταλαβαίνουμε ότι κάποιος τον παίρνει λιγάκι;». Ο Τάσος έκανε και καλά τον ανήξερο. Σήκωνε τους ώμους του, «Πώς, ρε Φώτη;». «Στρώνουμε ένα ταψί μ’ αλεύρι και τον βάζουμε να κάτσει. Άμα σηκωθεί κι ανάμεσα στα κωλομέρια του υπάρχει λοφάκι, ε, τότε τον παίρνει». Τον λάτρευαν κι οι πέντε. Τον υπάκουαν σαν σκυλιά, γιατί είχε χάζι κι ήταν σωστός. Ήταν αυστηρός, αλλά μόνο όσο πρέπει (γιατί πρέπει) και μόνο αν είχε γίνει χοντρή μαλακία. Απ’ τους καλύτερους στο αντικείμενό του. Ο άνθρωπος είχε ταλέντο. Δώδεκα χρονών, ό,τι χαλούσε σπίτι του, το έφτιαχνε. Είτε πρίζα ήταν είτε ψυγείο, το παίδευε κι αργά ή γρήγορα το κατάφερνε. Έτσι απλά, όπως κάποιος παίρνει το μαχαίρι και κόβει ένα καρβέλι και κάποιος άλλος παίρνει το ίδιο μαχαίρι και κόβει τις φλέβες του. Όταν τέλειωσε το γυμνάσιο, οι γονείς του τον πίεσαν να δώσει στο Πολυτεχνείο. Όμως αυτός δεν πήγαινε τις θεωρίες. Δεν είναι ότι ήταν βλάκας, μπορούσε να τα καταφέρει. Απλώς δεν έβλεπε σε τι χρειάζονταν. «Εμένα δώστε μου τα δύο “μπου”» έλεγε στις παρέες, «Μπουλόνια και μπουζούκια». Γράφτηκε στη Σιβιτανίδειο, μπήκε στην αγορά κι έγινε περιζήτητος. Στα τριάντα του κέρδιζε τόσα που δεν ήξερε τι να τα κάνει.

Στη δουλειά του ο Φώτης είχε μόνο ένα ελάττωμα: έπαιρνε πολύ σοβαρά τα καθήκοντά του. Ήθελε να είναι πάντα κύριος. Είχε φιλότιμο. Μπορεί να τέλειωνε η βάρδια του, μπορεί να είχε σαράντα πυρετό, αλλά η δουλειά έπρεπε να γίνει. Κι αυτό ήταν ελάττωμα γιατί τ’ αφεντικά του είχαν πάρει πρέφα ότι πράγματα στη μέση ο Φώτης δεν άφηνε. Με τίποτα. Δεν εδύνατο. Και τον εκμεταλλεύονταν. Τον ξεθέωναν.

Τ’ αφεντικά ήταν δύο δίδυμα αδέρφια, τσιγκούνηδες και μουλωχτοί. Όσο ήταν κυβέρνηση το ένα κόμμα, νταραβερίζονταν με τους βουλευτές του κι όταν εκλεγόταν το άλλο έκαναν εν ψυχρώ αναστροφή. Κι αυτό δεν εξέπληττε ούτε τους ίδιους ούτε κανέναν άλλο, γιατί όλοι έτσι κάνουν και προπάντων έτσι κάνουν τα σωστά αφεντικά. Το γραφείο τους ήταν ένας γυάλινος ρόμβος χτισμένος στην οροφή του εργοστασίου, στο βάθος, στην πάνω αριστερή γωνία. Από ’κει έλεγχαν τους εργάτες. Είχαν διακόσιους υπαλλήλους, όμως πλήρωναν ασφάλιση μόνο στους μισούς. Ο Φώτης δεν τους συμπαθούσε, αλλά δεν ανακατευόταν, γιατί αυτουνού του πλήρωναν κανονικά και τα ένσημα και τα επιδόματα. Μόνο άδειες δεν έπαιρνε πολλές, σχεδόν καμία. Κανείς δε χειριζόταν τα μηχανήματα όπως αυτός και δύσκολα καθόταν άλλος στο πόστο του.

Όμως τελευταία ο Φώτης άρχισε να κουράζεται. Είχε κλείσει τα σαράντα πέντε. Δούλευε κοντά τριάντα χρόνια, εικοσιπέντε στην ίδια εταιρεία. Σαν να είχε καταλαγιάσει το ένστικτο του τεχνικού. Ήταν ακόμη ανάμεσα τους κορυφαίους, αλλά πλέον εργαζόταν από συνήθεια. Κι εδώ κι ένα εξάμηνο είχε ενοχλήσεις στο στήθος. Όμως δεν έδινε σημασία: ο πόνος έκανε τη δουλειά του κι αυτός τη δική του. Έν’ απόγευμα τον έπιασαν κάτι σουβλιές που ένιωσε σαν κοκορέτσι. «Να αποφεύγετε την κόπωση και το άγχος, κύριε Φώτη. Η καρδιά σας είναι αδύναμη», του είπε η νοστιμούλα καρδιολόγος του. Και μ’ ένα δειλό χαμόγελο σαν αναποφάσιστο ημίτονο πρόσθεσε: «Ίσως γιατί την έχετε χρησιμοποιήσει πολύ».

Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει, αποφάσισε να παραιτηθεί. Είχ’ ένα κτήμα στο χωριό της μάνας του, στ’ Άγραφα, κοντά σε μια χαράδρα. Θέα σε πενήντα χιονισμένες πλαγιές που απλώνονταν τριγύρω σαν παγωτά χωνάκι. Είχε στην άκρη αρκετά λεφτά, είχε και δυο διαμερίσματα. Θα ζούσε απ’ τους τόκους και τα ενοίκια. Θα έχτιζε ένα εξοχικό με κήπο και βεράντα να βλέπει στη Δύση, θα έπαιρνε και το σκύλο του το Μάρκο και θ’ άραζαν να χαζεύουν το ηλιοβασίλεμα. Όμως η εταιρεία το έβλεπε αλλιώς: «Μείνε λίγο ακόμα» του τριβέλιζε τ’ αυτιά ο μεγαλύτερος από τους δίδυμους, τέσσερα λεπτά νωρίτερα στη ζωή και Νούμερο Ένα της επιχείρησης. «Θέλει χρόνο να βρεθεί άλλος σαν και σένα. Αν φύγεις ξαφνικά, κινδυνεύουμε».

Ο Φώτης έκανε υπομονή, γιατί τους λυπόταν. Και τα βράδια όλο έπαιρνε το μπουζούκι του κι άπλωνε στο τραπέζι της κουζίνας το διάγραμμα με την κάτοψη του κτήματος. Σαν επιτελάρχης στον πόλεμο, έβαζε το στυλό του σ’ ένα σημείο και το καπάκι του σ’ ένα άλλο κι οργάνωνε τα σχέδια. «Εδώ θα φυτέψω μια κερασιά» μονολογούσε «κι εκεί μια φιστικιά. Και πουθενά τριγύρω δεν θα υψώσω φράχτες, γιατί κανείς δεν θα ζητάει τίποτα από μένα ούτ’ εγώ από κανέναν». Γλυκοκοιτούσε το χάρτη κι ονειρευόταν. Σχεδόν άκουγε το βουητό του γκρεμού να τσιτσιρίζει σαν ανθρακικό σε ποτήρι ολόφρεσκης κόκα-κόλα. Κι άπλωνε τα δάχτυλα, γρατσούνιζε τις χορδές και περίμενε τον αντικαταστάτη του. «Στωικά», που λένε κι όσοι καταλαβαίνουν σε τι χρειάζεται η θεωρία.

Κι ο καιρός περνούσε. Κι η καρδιά του πονούσε. Τα κουνούπια κάτω απ’ το στέρνο του ζουζούνιζαν, αλλά αυτός τ’ άφηνε: σύντομα θα ’φευγε. Τ’ αφεντικά τού ’λεγαν «Βάλαμε αγγελία, παρουσιάστηκαν δυο-τρεις, θα επιλέξουμε τον καταλληλότερο κι είσαι ελεύθερος». Και τελικά όλο κάτι τους πείραζε: ο ένας δεν είχε εμπειρία, ο άλλος δεν είχε πτυχίο, ο τρίτος δεν ήξερε αγγλικά. Και ξαναψάχνανε καινούριο υποψήφιο. Δυο χρόνια συνεχιζόταν αυτό το τροπάρι. Μούφες: δεν ήθελαν να χάσουνε το Φώτη, μην τύχει και βγάλουν δέκα τοις εκατό λιγότερο κέρδος κι η καινούρια τους Μερσεντές έχει επάργυρο κι όχι επίχρυσο λεβιέ. Εκείνος παραπονιόταν. «Πρέπει να σταματήσω» έλεγε, «Παρακαλώ, τακτοποιήστε το». Διαμαρτυρόταν, αλλά δεν τα βροντούσε. Πάλι το φιλότιμο.

Ώσπου η κωμωδία παρατράβηξε κι οι δίδυμοι δεν μπορούσαν να ξεφτιλίζονται παραπάνω. Ο αντικαταστάτης βρέθηκε κι ένα πρωί κάλεσαν το Φώτη στο διαστημικό ρόμβο με την παχιά κόκκινη μοκέτα και στον τοίχο, λίγο ψηλότερα κι ανάμεσα στα κεφάλια τους, το πορτρέτο του παππού τους, υπουργού του Μεταξά, να επιβλέπει με σμιγμένα φρύδια. «Φώτη, παιδί μου» είπε ο μεγαλύτερος, «κάθισε». Είχε κάτι μούτρα σαν ληγμένο γάλα. Ο Φώτης κάθισε προσπαθώντας ν’ αγνοήσει τον παππού. Του ήρθε στο νου εκείνη η ταινία με το Λάμπρο Κωνσταντάρα, που ο Κωνσταντάρας είναι κλασικά στο Ύδρα Μπιτς και το παίζει αριστοκράτης, κι ο παππούς του, Δον ή Φον ή Κόντε κάτι, τον νουθετεί μέσα απ’ τον πίνακα. «Λοιπόν» είπε το μπος τζούνιορ, «Μπορείς ν’ αδειάσεις το γραφείο σου». Έδωσαν τα χέρια, ο Φώτης συγκινήθηκε, ε, δεν ξεχνάς έτσι είκοσι πέντε χρόνια σε μια μέρα. «Ευχαριστώ» είπε, «μόνο αφήστε μου λίγο χρόνο να περάσω απ’ την αποθήκη ν’ αποχαιρετήσω τα παιδιά». Εκεί τον περίμεναν όλοι όρθιοι, άναψαν πούρα, έπεσαν και κάτι κλάματα. «Άμα ο καινούριος δεν ξέρει, να με παίρνετε τηλέφωνο να σας τα λέω εγώ». Υποσχέθηκε να ’ρχεται να τους βλέπει πού και πού και τους κάλεσε τα Θεοφάνια να μαζευτούν στο κτήμα να ψήσουν. «Ανέκδοτο, ανέκδοτο» πετάχτηκε ο Τάσος καθώς ο Φώτης έφευγε, «Πες μας ένα τελευταίο ανέκδοτο» κι ο Φώτης είπε το ίδιο με το αλεύρι κι όλοι γέλασαν σαν να το άκουγαν πρώτη φορά. Όταν βγήκε, κανείς δεν έσκυψε στο μηχάνημά του να δουλέψει, έμειναν μόνο σιωπηλοί να κοιτούν τα γρανάζια και τις πλακέτες.

Ο Φώτης δανείστηκε δυο χαρτόκουτα απ’ το φύλακα, «θα στα επιστρέψω» του ’πε, και καθάρισε το γραφείο του. Τα στερέωσε προσεκτικά στο πορτ παγκάζ κι έβαλε μπρος. Όμως την ώρα που ήταν σταματημένος στην πύλη και κατέθετε την άδεια εισόδου στο φρουρό, τον Ορέστη, θυμήθηκε ότι είχε αφήσει στο μεσαίο συρτάρι την πένα του. Ήταν η αγαπημένη του. Όταν έπαιζε μ’ αυτή, έσκιζε. «Μπορώ να γυρίσω να την πάρω;» παρακάλεσε τον Ορέστη. «Και το ρωτάς, φίλε μου;» είπε εκείνος κι όπως το αυτοκίνητο του Φώτη μίκραινε στην απόσταση, ο Ορέστης συνειδητοποίησε ότι είναι η τελευταία φορά που βλέπει αυτή την εικόνα.

«Ε, Φώτη!» φώναξε ο Ηλίας, ο Υπεύθυνος Παραλαβής που τον είδε να μπαίνει στο κτήριο, «Τι έγινε, το μετάνιωσες;». Τον πλησίασε. Φαινόταν αναστατωμένος. «Έλα, έλα να σου δείξω κάτι». «Δυο λεπτά» ζήτησε ο Φώτης και χώθηκε στο γραφείο του. Βρήκε την πένα, την έβαλε στην τσέπη και πήγε στον Ηλία.

«Τι συμβαίνει;»

Ο Ηλίας κοίταξε γύρω καχύποπτα. Του ’κλεισε το μάτι.

«Σου ’χω μια έκπληξη»

Ξεκίνησαν να περπατούν. Έστριψαν δεξιά στα πιεστήρια και μπήκαν στο μακρόστενο διάδρομο που οι εργάτες αποκαλούσαν «κωλοτρυπίδα». Αυτός κατέληγε στην αποβάθρα φορτοεκφόρτωσης των παραλαβών. Εκεί υπήρχε μια είσοδος. Ήταν μια δίφυλλη πόρτα από συμπαγές ατσάλι. Για ν’ ανοίξει χρειαζόταν επταψήφιο κωδικό που γνώριζαν μόνο τ’ αφεντικά κι ο Ηλίας. Ο Φώτης ήξερε ότι εκεί φυλάσσονταν τ’ ακριβότερα υλικά. Καμιά φορά ο μεγαλύτερος απ’ τους δυο έβαζε και τη Μερσεντές του. Ο Ηλίας έβγαλε τα κλειδιά. Έτρεμε. Τράβηξε το σύρτη και πάτησε το συναγερμό: 1-2-3-4-5-6-7. «Τόσο προφανές που κανείς δεν το υποψιάζεται», είπε στο Φώτη ενώ παραμέριζε τα φύλλα. «Δε φοβάμαι που στο λέω γιατί φεύγεις. Και τώρα, αγαπητέ, ετοιμάσου». Ο Ηλίας σκάλισε το διακόπτη. Οι παράλληλες σειρές από λάμπες φθορίου άναψαν διαδοχικά ως το βάθος.

Ήταν μια άδεια αίθουσα, μεγάλη όσο το πάρκινγκ ενός πολυκαταστήματος. Στους τοίχους διακλαδίζονταν ένα σωρό πυκνές σωληνώσεις σαν εγκεφαλικές πτυχώσεις. Δροσερή ησυχία. Ο Φώτης κοίταξε στη μέση της αίθουσας. Εκεί βρισκόταν ένας τεράστιος κύβος. Ήταν τρία μέτρα ψηλός. Ήταν ομοιόμορφος. Ξεχώριζε μόνο ένα πορτάκι στην πρόσοψη. Ξεροκατάπιε.

«Σήμερα ήρθε. Μεγαλείο, ε;» καμάρωσε ο Ηλίας. «Θα το πίστευες ότι οι γερο-ξεκούτηδες θα ξοδεύονταν ποτέ για κάτι τέτοιο;».

Τσιμουδιά ο Φώτης.

«Κι όμως, κι όμως. Δυο χρόνια τους έπρηζα. Κάθε πρωί ανέβαινα στο γραφείο τους και κλαψούριζα». Ο Ηλίας λέπτυνε τη φωνή του: «“Τον Χ-3000 της Ζίροξ, πρέπει να πάρουμε τον Χ-3000 της Ζίροξ”. “Αποκλείεται”» τη χόντρυνε υπερβολικά, «“Το ταμείον είναι μείον”». Ο Ηλίας τον πήρε απ’ το χέρι. Πλησίασαν το μηχάνημα. Έβγαλε ένα μαντήλι και σκούπισε τον ιδρώτα του. Κοίταξε το Φώτη. «Μόνο εσύ μ’ εννοείς. Ο καλύτερος τεχνικός μας. Όταν μου ανακοίνωσαν πριν ένα μήνα ότι θα τον παραγγείλουμε, νόμιζα πως θα τρελαθώ». Έδειξε τα μάτια του. «Είμαι άυπνος μια βδομάδα». Τον άρπαξε απ’ το γιακά. «Με καταλαβαίνεις;».

Ο Φώτης συγκατένευσε. Ήταν εκπληκτικό: ο Χ-3000 ήταν ο πιο σούπερ εκτυπωτής που είχε κατασκευαστεί ποτέ. Το όνειρο κάθε τεχνικού. Τύπωνε δυο χιλιάδες σελίδες το λεπτό. Είχε ανάλυση οκτώ εκατομμύρια Ντι Πι Άι κι εμφάνιζε άλλα τόσα χρώματα. Σ’ όλο τον κόσμο υπήρχαν μόνο είκοσι τέτοιοι. Τον είχε λιγουρευτεί πολλές φορές σ’ εταιρικούς καταλόγους. Είχε κι ο ίδιος προτείνει στους δίδυμους να τον αγοράσουν, αλλά η απάντηση ήταν η γνωστή: «Το ταμείον είναι μείον».

«Είναι μαγεία, μαγεία!» ούρλιαξε ο Ηλίας. «Γλιστράς στο πορτάκι και δουλεύεις από μέσα. Συνδέεις τα ηλεκτρόδια στις θηλές σου και το μηχάνημα ρουφάει ενέργεια απ’ το σώμα σου. Δεν χρειάζεται να πατήσεις κανένα κουμπί, να κάνεις την παραμικρή ενέργεια. Τα πιάνει όλα μόνο του, μπαίνει στο μυαλό σου. ΓΙΝΕΤΑΙ το μυαλό σου!». Ο Ηλίας αναστέναξε. «Άνθρωπος και μηχανή αγκαλιασμένοι, σε απόλυτη συμφωνία. Ο Χ-3000 είναι το μέλλον. Κι είναι ήδη παρόν, εδώ, μπροστά μας!».

Ο Φώτης βολτάρισε γύρω απ’ τον εκτυπωτή. Ήταν συγκινημένος. Ό,τι ηθικές αντιρρήσεις κι αν είχε, όσο κι αν είχε σιγάσει το πάθος του για τις μηχανές, παρέμενε ένας τεχνικός. Ήξερε ότι αντίκριζε ένα θαύμα. Την αυγή της νέας εποχής. Το μόνο που ήθελε εκείνη τη στιγμή ήταν να τρυπώσει στα σπλάχνα του μηχανήματος και να μάθει πώς λειτουργεί μέχρι και η ελάχιστη βίδα.

«Οι δύο καρμίρηδες κατέληξαν ότι έτσι θα κυριαρχήσουν στην αγορά», συνέχισε ο Ηλίας. «Υποθήκευσαν τις βίλες τους κι αποφάσισαν να μην καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές ούτε στους μισούς εργαζόμενους τα επόμενα πέντε χρόνια, προκειμένου να τον πάρουν. Κι αν με ρωτήσεις αν έκαναν καλά, θα σου πω “ναι”. Χαλάλι η σύνταξη: αυτό είναι σημαντικότερο».

Ο Φώτης δεν ήξερε αν συμφωνούσε ή όχι. Αλλά τώρα δεν μπορούσε να σκεφτεί λογικά. Ήταν σοκαρισμένος. Έκανε ένα βήμα να πιάσει το πορτάκι. Και τότε ένιωσε τη μαχαιριά στο στήθος. Ύπουλη και αφόρητη, τον παρέλυσε. Διπλώθηκε, έπεσε στα γόνατα. Πονούσε, καιγόταν σαν τότε που ήταν δεκατεσσάρων κι επιδιόρθωνε τ’ αμάξι και κατά λάθος πετάχτηκε παραφλού και του ζεμάτισε το μάγουλο. Σύρθηκε ως τη βάση της πόρτας. Τέντωσε το χέρι, σήκωσε το δείκτη ν’ ακουμπήσει το μέταλλο. Σχεδόν το άγγιζε, το πρόσωπό του μόρφαζε, μεσολαβούσαν τρία χιλιοστά. Όπως σ’ εκείνη την τοιχογραφία του Μιχαήλ Αγγέλου. Και πέθανε.

Ο Ηλίας νόμιζε ότι ο Φώτης αστειευόταν. «Αμάν αυτός ο άνθρωπος» μουρμούρισε, «Ακόμα και την τελευταία μέρα έχει όρεξη για πλάκες». «Σήκω» του φώναξε. Αλλά εκείνος τίποτα. «Ξεκόλλα, δεν είν’ ώρα γι’ ανοησίες». Ο Ηλίας γονάτισε. Ψηλάφισε το σφυγμό του, κατάλαβε… Έσφιξε το πτώμα του.

Στο νοσοκομείο διαπίστωσαν ότι ο θάνατος επήλθε από ανακοπή καρδιάς. Η κηδεία του Φώτη έγινε στο κτήμα του, εξ’ ολοκλήρου με έξοδα της εταιρείας. Τ’ αφεντικά φρόντισαν για όλα. Έτσι είναι τ’ αφεντικά: πρώτα σε πεθαίνουν κι έπειτα σου κανονίζουν την πιο κυριλέ εξόδιο ακολουθία. Μέχρι και το Μάρκο περιμάζεψαν, του έστησαν για σπιτάκι στην πύλη του εργοστασίου το καύκαλο ενός παλιού εκτυπωτή. Τον περιποιόταν ο Ορέστης. Στην κηδεία, στην πρώτη σειρά μπρος στον τάφο, στεκόταν σύσσωμο το Δ.Σ. Κάπου πιο πέρα, μόνη της σε μια γωνιά και πιο όμορφη από ποτέ στα μαύρα, η καρδιολόγός του έκλαιγε σιγανά. Τα πέντε παιδιά του Τεχνικού Τμήματος, με σιδερωμένες τις φόρμες τους, έσκυβαν βουβά λίγο πιο ’κει. Μόνο ο Τάσος σκέφτηκε για ένα νανοδευτερόλεπτο, την ώρα που κατέβαζαν το φέρετρο, να πει φωναχτά το ανέκδοτο, αλλά τελικά δεν το βρήκε πολύ καλή ιδέα. Ένα μήνα αργότερα, με κάθε επισημότητα, το κυλικείο της εταιρείας μετονομάστηκε σε «Αίθουσα Φώτη Νικολάου». Η μοβ νέον επιγραφή αναβόσβηνε ρυθμικά πάνω απ’ τον ψύκτη. Τον επόμενο χρόνο η επιχείρηση έκλεισε, γιατί η Ζίροξ κυκλοφόρησε ένα νέο μοντέλο με τη μισή τιμή και τις διπλάσιες δυνατότητες. Οι δίδυμοι πτώχευσαν, χρησιμοποίησαν κάποιες ύποπτες πολιτικές διασυνδέσεις και φυγαδεύτηκαν στη νήσο Μαν. Ακόμα χρωστάνε τις ασφαλιστικές εισφορές.

Και η σορός του Φώτη έγινε με τον καιρό σκόνη, λίπασμα. Το πολυτιμότερο λίπασμα στην ιστορία της εκτυπωτικής βιομηχανίας. Κι αυτή τη στιγμή, καθώς μιλάμε, αφουγκράζεται θλιμμένο το κοσμικό βουητό της χαράδρας των Αγράφων.

***

Ο Γιάννης Παλαβός γεννήθηκε στο Βελβεντό Κοζάνης το 1980. Το διήγημα προέρχεται από το πρώτο του βιβλίο Αληθινή αγάπη και άλλες ιστορίες (Αθήνα, 2007).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: