Γιάννης Στίγκας, Η αλητεία του αίματος

Suehiro Maruo

Γιάννης Στίγκας

———–

Η αλητεία του αίματος

(2004)

——-

Ο χρόνος, έτσι όπως μας δόθηκε σακάτης,

δεν τολμώ να πω τι δικαιώνει.

Μόνο δαγκώνω, φτύνω φως ματωμένο

κάθε πρωί πετάω μανταρίνια στο θάνατο

—————– είναι μια κούραση αλλιώτικη –

το βράδυ απλά στέκομαι στο παράθυρο

——–

——————————–Ένας άγγελος έρχεται

———————————και τρώει απ’ τα σκουπίδια

***

Τόσα τσιγάρα

με το μάτι τεράστιο

Αντιλαμβάνομαι το Θεό

σαν ημικρανία της φύσεως:

Ο κόσμος πλασμένος απ’ το φως

που δάγκωσε την ουρά του

Η αγάπη να έρπει

μουγκή μέσα στις σάρκες

——————–η κροτίδα η αγάπη

κι ο ουρανός τραυματίας

γι αυτό τόσο μπαμπάκι τα σύννεφα

γι αυτό γυρίζω—– μισός ήττα

———————— μισός γδάρσιμο

γι αυτό μας εκδικούνται τα πουλιά

——

—————————————————–Αχ, θέλω όλα να ξεχαστούν

—————————————————–και να μιλάμε πάλι για ία…

Όμως η αλήθεια

είναι ένα είδος ομπρέλας

ανοίγει κλείνει

———βροχερή πάντα

҉-

Η τελευταία μου πράξη

θα ‘ναι ένα χιόνι πορφυρό

θα πέφτει με πάταγο

δεν θα χαρίζεται πουθενά

***


Αγκαλιαζόμαστε

—————-κι οραματίζεται το κενό

είναι μια ησυχία τυφλή

που εποπτεύει το στήθος

με φουρκέτες στα χείλη

Έτσι βίωσα το σπασμό

που ασημώνει τα πράγματα

——————————και δεν αγαπώ πια το φεγγάρι

——————————δεν αγαπώ πια τη θάλασσα

Θέλω κρότους γυμνούς μέσα στο αίμα

τη μοίρα μου σαν κληματαριά

να καρπίζει όπου λάχει

τον ήλιο γονυπετή

να σφαδάζει στα σύρματα

Ποτέ δεν πρόκειται να ξανανοίξω

την πόρτα

θ’ ανάψω μόνο την ακοή μου

να σας μεταφέρω λυγμούς

κι ο έρωτας

θα λιμνάζει μες στα φλιτζάνια

Αγκαλιαζόμαστε σημαίνει

———————αρωματίζουμε το κενό


***


Ο μεγαλύτερος τρόμος

ελλοχεύει στο δόσιμο

Όταν η ψυχή

μοιράζει τον άρτο της

είναι χίλια λόγια που χάνουν

το χνούδι τους

Εμένα ο άγγελος μου

με κατέδωσε στο φως

πώς να συμβιβαστώ μαζί του

έτσι ατρόμητο που είναι;

Μόνος γιόρτασα τα χέρια μου

μασημένα από τόσα απογεύματα

Μόνος ίδρυσα την όραση

Που μεταλλάσσει σε χοή

———————-χοάνη

—————–αράχνη το χρόνο

Μόνος πέρασα σταυροβελονιά

Την αστραπή στο αίμα

Όμως η ζωή

——μας θέλει μέχρι το κόκαλο

***

Εγώ να δρέψω

εγώ περίμενα να δρέψω

τα στάχυα της γαστέρας σου

όταν όλα ήταν ενεστώτας του πάγου

κράτησα ένα σπουργίτι

ζεστό μέσα στα μάτια μου

για τα ψίχουλα που μου τάζεις

Το όνειρο ξαναγίνεται όστρακο

Στενό το φως που φόρεσα

(λίγο μου σφίγγει το λαιμό)

Στο επιστρέφω

γυρεύοντας το ένδυμα του έρωτα.

Στον έρωτα ταιριάζει η αφισοκόλληση

σχέδια πάνω σε σχέδια

χρώματα πάνω σε χρώματα

το ξεκλείδωμα

το ξεκοκάλισμα του χρόνου

σ’ ένα χαμόγελο

Ακόμα και το ξεπούλημα

***


Τα λόγια μας

θα καταλήξουν στη μεγάλη λευκότητα

εκεί που το σώμα

αποποιείται το σώμα του

Είναι διπλός ο λύκος

να μην επιστρέψεις

Σανίδια η μνήμη

όσο την ψάχνεις τρίζει

Με σέρνουν πάλι φθινόπωρα

κρατώ το τελευταίο άνθος

κίτρινος μέσα στο κίτρινο

Θνητός

μέχρι την Αλεξάνδρεια

– που μοίρασα την πνοή μου; –

και δεν έχω δέντρα για αύριο

δεν έχω άλλο τσιγάρο

Μεγάλη μεγάλη λευκότητα

σπασμένο σκυλί μέσα

***

Η μεγάλη περιπέτεια του σώματος

μια χειραψία μεταξύ πάγων

——————-Θέλω να πω

————————-μπαίνεις

και χρεώνεσαι το άλλο φεγγάρι

αυτό με την τρύπα και την τανάλια

Ο δρόμος στο βάθος του

είναι σαν το Θεό: μια ευφυής πάρεσις

και το σκοτάδι

——————–ο μοναδικός αχθοφόρος

Όμως εγώ θα επιμείνω

με τον τρόπο που γεννήθηκα

(γύρω στις δέκα εν κινήσει)

———————σιωπή και ήλιος

χιλιάδες τόνοι σιωπής και ήλιου

***

———

Ξέρω ότι δεν προκάλεσα καμιά θηριωδία

από αυτές που λατρεύετε

μόνο ξεγύμνωσα τα δόντια μου

στον ίλιγγο που μαστίζει τις πεταλούδες

Άνοιξα τρύπες στη μοίρα

κι έχωσα τη λύπη μου σαν ρούχο.

Η μνήμη δεν ξέρει πώς να χειριστεί

τα ψαλίδια της

αλλά ο χρόνος δεν αιμάσσει ξανά

γι αυτό δεν λαξεύω το όνειρο –

το δέχομαι σαν άπληστο κλαδί στο λαιμό

να μου αντλεί μουγκό το ύδωρ

Ποιος πούστης μ’ έταξε στο φεγγάρι

κι έχω γίνει η κερκόπορτα της σφαγής;

Να αντιμάχεσαι με στίχους τα στοιχεία σου

———————————-– αυτό θα πει όλεθρος!

Κι η όραση μπερδεύει τις ρίζες της

Βλέπω τον κόσμο παράλυτη ομπρέλα

κι αν ανοίξει

———————————–να πάει στο διάολο

Το φως δεν αντιμετωπίζεται πια χωρίς γάντια

πώς να σφραγίσω το λόγο μου

τώρα που βγάζει τη γενετήσια χλόη;

Σιγά σιγά μοιάζουμε με τις πέτρες

Το τέλος είναι ήδη γνωστό:

Εγώ

Εσύ

και τα ρόδα

Η ομορφιά—— μπαλτάς στον αυχένα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: