Γιάννης Ζαρκάδης, Ο λύκος και άλλα αντισώματα

Γιάννης Ζαρκάδης

———

——–

ΤΙ ΘΕΛΕΙ ΚΙ ΕΠΙΜΕΝΕΙ Η ΝΥΧΤΑ

——

Πώς ξημερώνει πάντα ξαφνικά

που πάνε τόσες νύχτες

που μαζεύονται

και ποιος τις καταδίδει;

Που βρίσκουνε ψωμί για τις μειοψηφίες;

Ποιος καθαρίζει μετά το μακελειό

και σβήνονται ολόκληρες

οι τάξεις νυχτοβίων;

Ας τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα λοιπόν

ας φωτιστούν τα πάντα.

Αφού κι η επανάσταση δεν έρχεται

το κόκκινο του ήλιου αφού λαθεύει

τι θέλει κι επιμένει η νύχτα

για κάτι κουκουβάγιες κάτι γκιώνηδες

για κείνο το βραχνό ουρλιαχτό

για μια ψυχρή σελήνη;

——-

ΚΙ ΕΡΧΟΜΑΙ

——–

Κι έρχομαι εγώ

και τι να πω

με σαλεμένα λογικά

με συλημένα λόγια.

Στον πρόναο πάντα του μυαλού

στην εκκλησία του κορμιού

μπαίνω ν’ ανάψω ένα κερί

παίρνουνε φως σκοτάδια.

Ρίχνει μελίσσι μες στο νου

τ’ άνθη του κόσμου μέλι.

Κόκκινα ρόδια η γλώσσα μου

πέφτει μπροστά στο ιερό

και γίνεται κομμάτια.

——-

Ο ΧΡΟΝΟΣ

——–

Πόσες φορές,

πόσες φορές δεν προσπάθησα

πίσω να γυρίσω το χρόνο

να κόψω την ουρά

να λειώσω την σπονδυλική του στήλη

να δυσκολεύεται

να πέφτω επάνω του

και να τον προλαβαίνω.

Να δω εκείνο το πουλί

που σκότωσα μικρός

πίσω να ζωντανεύει

τα μαύρα πάλι να φορεί

κότσυφας κερομύτης

να μπαίνει θέρμη στο κορμί

στα πόδια του να κρατηθεί

να κλείνει ανοίγει τα φτερά

νάρχεται πίσω στον κισσό

και να τρυπώνει στο ιερό

να παίρνει τη μεταλαβιά.

Κι η πέτρα να γυρίζει

στο πετσί της σφεντόνας να φωλιάζει

γουργουρίζοντας

μετανιωμένη.

——

ΑΦΗΓΗΣΗ ΚΑΚΟ-ΓΙΑΝΝΑΙΝΑ

——-

Εκείνο το καλοκαίρι, κατεβάσαμε από σαράντα ζαλίκια πάγο στο ζαχαροπλαστείο του Γούσια. Ξημερώναμε στη χιονίστρα μες στα έλατα, κατεβαίναμε κάτω στον γκρεμό μες στη σπηλιά και βρίσκαμε τους άντρες μας εκεί, που σπάγανε τον πάγο με γκασμά. Τον φόρτωναν στην πλάτη μας. Πέρναγαν από κάτω λίγο τσίγκο, τη θέρμη του κορμιού να μην ακούει ο πάγος. Τι βράζαμε, νέες γυναίκες τότες. Και πριν μας πιάσει ο ήλιος, τρεις ώρες δρόμο, μούσκεμα μπαίναμε στην Παραμυθιά. Όταν ησύχαζαν οι πετεινοί κι ανοίγανε τα μάτια οι νοικοκυραίοι. Στο δρόμο για το γυρισμό, φορτωμένες, άλλη ρύζι άλλη αλεύρι, ένα μας έρχονταν στο νου. Του Γούσια οι άσπρες πάστες.

——–

Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

——–

Σήμερα, βρήκε τον μπάρμπα του ο θάνατος.

Νέα κορμιά τον περιμένανε στο πέρασμα

και του ριχτήκαν.

Αθάνατος αυτός, κι εκείνα αναμμένα

όπου να τ’ άγγιζε φωτιά.

Στο τέλος όμως λύγισαν, σαν μέταλλα

απ’ τις ψηλές θερμοκρασίες.

Φορτώματα φορτώματα τα πήγαινε

κατέβαιναν στον ποταμό.

Τ’ απίθωσε όπως όπως στο σωρό

κι όταν στο τέλος έκατσε

να κάνει τον λογαριασμό, δεν άντεξε.

Έπεσε και κοιμήθηκε, τον ύπνο του θανάτου.

Πέρναγαν από κει, γέροι γριές

κάστρα παρμένα από καιρό

τον χάιδευαν, τα μάτια του ν’ ανοίξει

να ιδεί μες στα δεφτέρια του.

Έχει κι ο θάνατος τα βάσανα του, συλλογίζονταν.

———-

Από τη συλλογή Ο λύκος και άλλα αντισώματα, Αθήνα, 2009

——–

***

Ο Γιάννης Ζαρκάδης γεννήθηκε στην Πέρδικα Θεσπρωτίας το 1957. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Αχερουσία μνήμη (Πλανόδιον, 1991), Βαθιά του ζώου (Ασυνέχεια, 1996) και Σαρκοφάγος (Πλανόδιον, 2002). Η συλλογή Ο λύκος και άλλα αντισώματα είναι η τέταρτη ποιητική του συλλογή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: