Μιχάλης Κατσαρός, Άμμων Τέμενος

————

Μιχάλης Κατσαρός

———–

Άμμων Τέμενος

Από τη συλλογή Σύγγραμμα (Λυρικά) (1975)

————

(σε συνεργασία με τον χ.ζ. από την torpila.blogspot.com)

———-

1.

Το τελευταίο θα ΄τανε καλό

όταν οΤίβερης ορχούτο

κι η Ρώμη – πόρνη των Εθνών-

συγκλήτους κι αποφάσεις αιτιάτο.

Το τελευταίο ότε η Ζωντάρ

το ποίμνιον είχε των Θεμίδων

στα χιόνια και στους τάφους του Κρεμλίνου.

2.

Τον άνθρωπο με το σκυλί

το ζώο -σκότωσέ τους.

Συμμάχησαν και μεταξύ τους

είτε Οδυσσέας ή Κύκλωπες μισούν το Θειάκι.

3.

Τη φωτιά ν άνάψεις

συφορά για τους ανθρώπους.

Κι όταν ακούς τον ήχο τον παλιό

πολλαπλασίασέ τον.

Μ΄αεροπλάνα μη μου τον καλύπτεις.

4.

Τα λυρικά δεν είναι

τα αγαπητά και λιγωμένα.

Είναι σπαθιά πύρινα

στον ύπνο που χαράξουν

το μισητό τον άνθρωπο όπου τον καίνε.

5.

Δεν ξεθυμώνω με την ποίηση.

Αν ηρεμώ αυτό να φοβηθείς.

Γιατί – υπολογισμένα κτυπώ –

κι όχι να λάβω.

Αλλά – όπως το νιώθουν οι νεόγλωττοι.

6.

Να που σου γράφω να σταθώ.

Μόνο να θυμηθείς τον αριθμό

και κείνο που κάποτε συμβολικά εννοούσε.

7.

Δεν τους μιμούμαι τους με όνομα αρχαίους λυρικούς

αλλά που μ΄άρεσε το ύφος

και το λιγόλογο για τις παλιές εστίες.

8.

Θα τον ξεφύγω κι αυτόν

τον όπου αραβικά μιλάει

και δε θα πω για τέχνη τίποτα.

Κι ούτε την τέχνη για την τέχνη και συναισθήματα.

9.

Ο γέρος μας τα πλήρωσε.

Είναι ένα ψέμα με τέχνη δοσμένο

από τους όπου θέλουνε αλλοτινά.

Γιατί ασφαλώς τον όπου γέρασε σκοτώσαν

για να ξυπνήσει αυτός που απεκοιμήθη.

10.

Κι ελπίζουν πάλι οι κοντινοί να λάβουν

– το κοντάρι το ΄χαν ή το ΄χασαν –

κι όχι που τους το πήρε

αλλά το πούλησαν ή το συντρίψαν.

Δεν έχει τίποτα διαφορά

που το μπορούσε στις τιμές να λάβει –

την πρώτη θέση – αν και νόθος.

11.

Δε με σταμάτησαν οι παλιές γραφές.

Να γράψω αυτό το άδειο ή

τον που κουράστηκε τις γλώσσες

ξέρω και να τραγουδώ

και να γεμίζω τα χαρτιά με λόγια.

12.

Να φτάσω μέχρι το σαλόν

σεινάμενος με τη λιβρέα

και με το μίσος φλογερό

για να του πω και θυμωμένα.

Τι τ΄ όφελος να διευθύνεις το χέρι που κουράστηκε;

13.

Τα μέτρησα΄ στιγμές γλυκιάς ζωής

και να προσμένουν οδήγηση

τα συμπαθή τέκνα των Ελλήνων

κι η Μούσα να πεθαίνει.

Τα μέτρησα

κι οι τελευταίοι ήσαν οι γνωστοί

κι οι παλιοί – οι πρώτοι.

14.

Την πόρτα χτύπησε.

Αν σου ανοίξουν μπες.

Αλλιώς κοιμήσου στο σκαλοπάτι

όπου καλύτερα θα ονειρευτείς

για το τι γίνεται στη σάλα.

15.

Πάρτο βελόνι. Ράψε.

Κι ύστερα να γράψεις τι συμβαίνει

στους καλεσμένους –

όπου θέλουν να γευτούν της ποίησης το νάμα.

16.

Ώσσπου ν΄ανάψει η φωτιά

παίξε με λόγια

και το λάδι τοίμαζε

για να φουντώσουν και τα κάρβουνα.

Ακούς πώς σκάνε οι σπίθες στον προθάλαμο;

Σε λίγο όλα θε να τελειώσουν.

17.

Τέλειωσαν ότι θέριεψε

και δεν αφρίζει ο Ρήγας τους.

Τώρα πού να ζητάς ποιος απ΄ αυτούς

έβαλε τότε την παλιά φωτιά

και ποιος ακόμα έρχεται με μένος.

18.

Δεν είσαι ένας άνθρωπος – μωρό

που το φωτογραφίζουν.

Τώρα μεγάλωσες κι εισέπραξες

μηδενικά –

όσα μου φόρτωσες στην πλάτη.

19.

Επίγραμμα είχε γραφτεί

σε κάποια γλώσσα άγνωστη

κι έγραφε νομίζω –

το γέρικο όνομά σου.

Τι άλλο νάγραψαν;

20.

Θάγραφα για λουλούδια –

αλλά μισώ τα γλυκερά

και τα κοφτά

που Σμύρνα μυρίζουν όταν καίγονται.

Θάγραφα για πουργγάλ

ή Βάλτιμορ –

Τι τ΄όφελος αφού υπάρχουν νέα.

21.

Κι όταν το εκατάλαβαν – τι θόρυβος –

Ακόμα ζούσες –

κι οι πεπτοκότες ήρθαν τρέχοντας

αφού τα είχαν όλα πυρπολήσει.

22.

Ήτανε η σημερινή μεσόγειος

και μύριζε θαρρώ –

σαρδέλα ή ταραμά

απ΄τα σκαλιά σε κίτρινα χαρτιά φερμένα.

Ο Δρόμος είχε λουτρουβιό.

23.

Περπάταγες θαρρώ.

Κι ούρλιαζε η μεγάλη πόλις πάνω απ΄το σφεντάμι

με ξύλινο φακό ειδομένη.

Και δεν κατάλαβες ποιος εθυμήθη.

24.

Το κυπαρίσσι θλιβερό ξυπνά και θλιβερό πεθαίνει.

Το κυπαρίσσι που αρχή του –

ήταν πύργος παλαιός ψιλός με φως

και συ να τ΄αναστήσεις.

25.

Οι πρώτες κάρτες γράφανε τα έτη

χρωματιστά και ψεύτικα

με σελοφάν φτηνό σε δρόμους πεταμένα.

Πάνω απ΄το σπίτι – τι νήπια σοφά

σπουδάζουν

ως να ξεχάστηκε η Ζαντίνα.

26.

Παράταξη οι λεμονιές

κι η φύση – όχι συγκινητική.

Το αρχαίο άσπρο φώτιζε το χορταρένιο φως.

Εξάπαντος θυμάσαι.

27.

Πικρά ο Άλακις παιδί.

Κι αυτό το μαύρο χρώμα

από αρχής μοναδικό φαιό.

Τα κάρβουνα τα πόστιαζε από του Νόρα.

28.

Άδειο η ψυχή του Θέμιδος.

Η γούνα σε τρωίκες παλιές.

Κι η πεθαμένη κόρη –

Γύρω οι πρώτοι πούφυγαν.

Καρά ΄ναι τα άλογα του Ιπποδρόμου.

Ήρθαν οι άλλοι έπειτα.

29.

Τα ίδια ο μικρός πικρός όπου περίμενε.

Τι να ΄ταν όταν εσύ απουσίαζες στις στράτες.

30.

Η πρώτη εκκλησιά με μουσική

από φλογέρες και αρνιά εις τον περίβολο.

Και να θυμάσαι μακρινά

για σένα πρόσφατα χρόνια.

Δεν ήταν άλλος όπου έφευγε κι άλλος όπου γυρνούσε.

31.

Η Ιστορία είχε χάρισμα καθώς εμίσεψες

και πια κανείς δεν είδε πού ήσουν και τι έγινες.

Τι συγκινήσεις να γραφτούν για κάτι νέο;

Ένα Σχόλιο to “Μιχάλης Κατσαρός, Άμμων Τέμενος”

  1. όχι επειδή βοήθησα κι εγώ🙂 , αλλά ο Μιχάλης είναι κούκλος!
    Κανένα κείμενό του δε μ΄ έχει απογοητεύσει. Εϊναι από τους λίγους ποιητές που δεν είναι μίζεροι…Οι περισσότεροι όμως τον ξέρουμε μόνο από το «Αντισταθείτε».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: