Γιώργης Ζάρκος, Ένας λίβελος

Γιώργης Ζάρκος

(1900 – 1967)


Άλκις Θρίλος, Χάρις Ζέβγας & Σία.

Για όσους τους πέρνουνε στα σοβαρά

(1936)

———-

Ο άνθροπος δεν ίνε από φισικού του πιο έξιπνος από τάλα ζώα. Σε πολλά ζόα μπορί να παρατιρίσι κανίς μεγαλίτερι εξιπνάδα από τους πιο έξιπνους ανθρόπους. Επιδί έχι το χάρισμα να κάνι ιστορία, κατορθόνι να φτιάχνει θάβματα. Ο μεγαλοφιίς, αν δεν έβρισκε έτιμο τον τόπο: αχτίνα επί τρία κε δεκατέσερα ίσον περιφέρια, δεν θα μπορούσε να ανακαλίψι τον ασίρματο, το ραδιόφονο, το αερόπλανο κε χίλια διο άλα. Αν έσκιβε στιν άμο σαν τον Αρχιμίδι, γράφοντας κίκλους, χορίς νάχι ιπόψι του τις γνόσις του κε χορίς σκοπό ν’ αφίσι ότι βρι κλιρονομιά στους ανθρόπους, αλά εγοιστικά να ανακαλίψι μόνος του από τιν αρχί ος το τέλος μια ιλεκτρομιχανί, θάταν παλαβός. Ι ζοί ίνε σίντομι. Δεν θα πρόφθανε να φτιάξι ούτε μια βίδα για τι βάσι τις μιχανίς.

Ι εξιπνάδα στον άνθροπο ίνε αποτέλεσμα τις καλιέργιας του χονδρού του κεφαλιού με γνόσις που κλιρονόμισε από τους προιγούμενους κε τις έκανε ιστορία παρά από φισικί πρίκα.

Επιδί δίνω μεγάλι σιμασία στιν ιστορία, γιατί χορίς αφτί δεν γίνετε τίποτα, από τιν πίρα που απόχτισα οχτό χρόνια που ασχολούμε με τι λογοτεχνία, για τους νέους που θα θελίσουν νασχολιθούν μαφτί, γράφο τούτι τι μικρί. Δεν αφίνο τους άλους που έχουνε περισότερι πίρα να τα πουν καλίτερα, γιατί στιν Ιστορία το σπουδεότερο ρόλο τον πέζι το θράσος. Ιπάρχουν άνθροπι που ξέρουν πολλά μα φοβούντε να μιλίσουν, γιαφτό δε λένε τίποτα. Εγό ξέρο λίγα, δε φοβάμε να τα πο, γιαφτό θα ίνε περισότερα από πολά.

Κάθε νεαρός γράφι ένα έργο κε το στέλνι στους κριτικούς, γιατί βλέπι να κρίνουν κε ρεκλαμάρουν διάφορα βιβλία που βγένουν. Ο Εμίλιος Χουρμούζιος στιν «Καθιμερινί» κάθε Δεφτέρα κάνι κριτικές. Για το βιβλίο μου «Ζοντανά Πτόματα» έγραψε μια ενθουσιόδι κριτικί. Αγαναχτούσε για το έσχος του Διμόσιου Ψιχιατρίου κε έλεγε να επέμβι ο ισαγκελέας κε χίλια διο άλα. Ο πολίς κόσμος θα νομίζι πος του έστιλα το βιβλίο, το διάβασε, σιγκινίθικε κε έγραψε. Δεν ίνε έτσι. Ο εκδότις μου, ο Γκογκόνις, του το πίγε κε τον παρακάλεσε να να γράψι για να γίνι θόριβος κε να πουλιθί. Ο Χουρμούζιος του ίπε: θα γράψο αλά θα μου φέρις πρότα μια σιρά «Προτοπόρους». Ένας φίλος μου πιιτίς που τον ίχανε σιγκινίσι τα βιβλία μου, γνοστός του Χουρμούζιου, πίγε και του πε να γράψι. «Θα γράψο» ίπε κε σαφτόν, μα ο κερός περνούσε κε δε θάγραφε αν δεν έτρωγε τους «Προτοπόρους» του Γκογκόνι. Ο Χουρμούζιος, ο μεγάλος κριτικός, διστροπούσε να γράψι κριτικί για το βιβλίο του Καραγάτσι. Όταν ο ιφιπουργός Ροδόπουλος, αδελφός του Καραγάτσι, πίρε στο τιλέφονο τιν «Καθιμερινί» κε ρότισε γιατί δε γράφουν, ο Χουρμούζιος τσακίστικε να γράψει ενθουσιόδι κριτικί. Για τον Λουκί Ακρίτα, τον πατριότι του, ίχε γράψει εβνοικί κριτικί για το πρότο του βιβλίο «Νέος με καλάς σιστάσις». Όταν ο Ακρίτας, φέτο, έβγαλε τον «Κάμπο», επιδί έβλεπε να τραβάι το δρόμο του το πεδί, από ζίλια, μι τιχόν δεν μίνι ο Χουρμούζιος ο μόνος Κίπριος αντιπρόσοπος τον γραμμάτον στιν Αθίνα, του έκανε δισμενί κριτικί, για να τον χαντακόσι. Πριν γράψι τιν κριτικί πίγε στον εκδοτικό ίκο «Πιρσός» κε ρότισε αν μια δισμενίς κριτικί ζιμιόνι ικονομικά τον ίκο. Του ίπαν όχι. Ενδιαφέρετε, φένετε, πολί, τόρα τελεφτέα, για τα σιμφέροντα του εκδοτικού ίκου «Πιρσός», γιαφτό δεν ιπάρχι ελπίδα να γράψι για το κενούργιο μου βιβλίο «Βιτριόλι», που θίγει τον «Πιρσό.

Ο Χουρμούζιος ίνε κε απατεόνας. Μετάφρασε ένα δίιγιμα του Τσέχοφ κε το διμοσίεψε για δικό του. Ι μόνι διαφορά που ιπάρχι ίνε πος ο ίροας του Χουρμούζιου βάζι στα δόντια του, που του πονάνε ασπιρίνι, ενό του τσέχοφ ινόπνεβμα, γιατί όταν τόγραψε δεν ίχε ανακαλιφθί ι ασπιρίνι.

Αγαπιτέ Εμίλιε, δεν φτέο εγό. Εσί αφού ίξερες πος ίσε καθίκις, χορίς να ίσε από το Βόλο, τι σου ‘ρθε να πάρις για ψεβδόνιμο το Αντρέας… Ζεβγάς;

———–

Ο Άλκις Θρίλος ίνε ι δεσπινίς Νεγρεπόντι – κιρία Ουράνι. Σόλα αφτά πρόστεσε κε ένα ολόκλιρο τετράγονο σπίτια κε άφισε τι φαντασία σου να οργιάσι. Φαντάσου τιν κοπέλα ζοιρί, χαιδεμένι 15 χρονόν να ιποχορούν όλι στα καπρίτσια τις. Να δέρνι κε να βρίζι τις ιπιρέτριες κε τους ιπιρέτες, που τους νόμιζε από κατότερι πάστα κε τις προκαλούσαν αιδία. Τι βασάνιζε το σεξουαλικό· κανίς δεν τις εξιγί γιατί κε από τι ιποφέρι, γιατί ι αφστιρί ιθικί του αρχοντικού τις σπιτιού δεν το επιτρέπι. Με το λικόσκιλο που ίνε μεγάλο σα γαιδουροπούλι, όπος σινιθίζουν στα αριστοκρατικά σπίτια, θέλι να ξεσκάσι. Τρέχι μέσα στο σπίτι μαζί του, πιδάι, χορέβι, το καβαλάι… κικλοφορί το έμα τις. Ανάβι. Κιτάζι κάτο απ’ τιν κιλιά του σκίλου να κρέμουντε τα γενιτικά του όργανα. Ίνε κορίτσι με ανότερι ιθικί μόρφοσι. Ο σκίλος πρόστιχα τιν ερεθίζι. Αρχίζι να τον δέρνι. Απογοιτεβότανε στο σπίτι με τα καθιμερινά της μαλόματα με το σκίλο «χορίς ετία» κε τον διόχνουν. Τις φέρνουν φιλινάδες. Με τις ζοιρές μαλόνι. Πιάνι φιλίες με τις διλές. Τις αγκαλιάζι, τις χαιδέβι, τις παριγορί, σαν άντρας, σαν εραστίς. Έτσι, ι δεσπινίς Νεγρεπόντι, που τιν έμαθαν, χορίς να θέλουν σπίτι τις, να λεσβιάζι με τις φιλινάδες τις, βγένι στα Γράματα για να ασελγίσι κε στιν τέχνι. Επιδί τιν κινιγάνε για τιν πρίκα τις διάφορι «τρίχες» διανοούμενι, που την πλασάρουν για μεγάλο ταλέντο, τις βρίσκουν από το σπίτι τις ένα γαμπρό που έχει σπουδέα κινονική θέσι. Αφτός έχι ερομένι μια γερμανίδα. Μαζί τις έχι κε πεδιά. Γράφι στιν ερομένι του: θα παντρεφτό τούτο το ξόανο για τιν πρίκα μόνον. Εσένα πάντα θα αγαπάο. Αποκαλίπτοντε τα γράματα κε χαλάι ο γάμος. Ο Άλκις Θρίλος προτιμάι έναν άντρα θιλικό. Δεν μπορί, όπος έχι διαστραφί, να πέφτι στιν αγκαλιά ενός γερού άντρα, να τις χαιδέβι το κεφάλι, να τι φιλάι κε να περιμένι – ο Άλκις Θρίλος – όταν έχι γούστο, τον άντρα να έρθι σε γούστο. Ίνε μαθιμένος, ο Θρίλος, αλλιός. Ο άντρας τις πρέπι νάνε θιλικός. Όταν θέλι αφτί θα τον καβαλάι. Καμιά φορά τον βρίκσι αφτόν τον άντρα, τον κίριο Ουράνι, τον πιιτί, κε τον πέρνι ιπό τιν προστασία τις. Όταν βγένις έξο κε κάνις τον κριτικό ίνε σα να ανίγις καφενίο, μπακάλικο, θέατρο, ι δουλέβις σε πορνίο. Όταν μπένο στο καφενίο και διατάζο καφέ ίνε ιποχρεομένο, αφού θα πλιρόσο, να μου τον φέρι το γκαρσόνι. Ιποχρεομένος ίνε κι ο μπακάλις να μου δόσι τιρί… κε ι πόρνι όταν τις γνέψο να σικοθί να πάμε στιν κάμαρα. Έχο δικέομα να τα κάνο, αν μου αρνθιούνε γιαλιά-καρφιά, ι να φονάξο τον αστιφίλακα, γιατί δεν επιτρέπο να με προσβάλουν χορίς λόγο. Έχουν μόνο ένα δικέομα, πριν εκτελέσουν τι διαταγί μου: να με ροτίσουν αν έχο λεφτά. Εσί κιρά μου με πιο δικέομα αφού σου έστιλα το βιβλίο μου να πεις τι γνόμι σου διμόσια δεν τιν ίπες; Μίπος με το ίδιο δικέομα που μέσα στο σπίτι σου καβαλάς ό,τι όρα θέλις τον άντρα σου, δέρνις ι βρίζις τους ιπιρέτες σου, λεσβιάζις με τις φίλες σου, το κοπανάς με τη φτέρνα σου ι κιεγό δεν ξέρο τι άλο διάβολο κάνις; Αφτά έξο δεν περνάνε γιατί σου δένο ένα γκαζοτενεκέ στιν ουρά κε σα σκίλα τρέχοντας θα κάνι φασαρία, θα χτιπάι στα πόδια σου, θα νομίζις πος όλι ι γκαζοτενεκέδες τις γιτονιάς ρίχνοντε πάνω σου… κε έτσι γελιοπιό το φοβερό κριτικό που κρίνι ζόντας κε νεκρούς όπος του αρέσι, όποτε του αρέσι, δίνοντας του όπια θέσι αφτός θέλι. Όλα αφτά δεν τα κάνω από κακία, γιατί ίσε ένα ιστερικό κορίτσι που σε λιπάμε, θίμα τις τάξις. Σε άλο καθεστός με σιστιματικί θεραπία ίσος θεραπεβόσουνα. Σαφτό το καθεστός ίνε μια κατάστασι, μια αντίδρασι που πρέπι να τσακιστίς μαζί με τιν τάξι σου. στο κινό, αν ιποθέσουμε πος έχις τέτιο, που εχτιμάι τις κριτικές σου ικανότιτες, θέλο να δίξο τι ίσε. Αφτί που σε διαβάζουν όταν βγένι ένα κενούργιο βιβλίο, περιμένουν να τους πις τι γνόμι σου πριν ταγοράσουν. Βγένι κι ένας αριθμός βιβλία που δεν αξίζουν νασχολιθί μαφτά ι κριτικί. Σαφτά δεν μπορί να κατατάξις τα δικά μου γιατί εγό έχο στα «Ζοντανά Πτόματα» έναν πρόλογο του Βάρναλι, κε τον Βάρναλι δεν μπορί να τον αγνοίσις, γιατί θα σε γιουχάρουν κε τα μικρά πεδιά.

————

Ο κ. Καρβούνις ίνε ένας διμοσιογράφος που έχι εφχέρια κε γράφι για οπιοδίποτε ζίτιμα, γιατί καθός φένετε κε στο κεφάλι του έχουνε στριμοχτεί πολέ γλόσες κε εγκικλοπεδικές γνόσις κε στο σπίτι του έχι εγκικλοπέδιες που ξέρι να τις φυλομετράι κατάλιλα. Μέχρι προχτές ίτανε φλογερός πατριότις – από τα γραφτά του – θεοσοφιστίς, μασόνος, κρισναμουρτιστίς. Έγραφε άρθρα στιν «Εστία» που πίγεναν κόντρα στιν πολιτικί τις «Προίας» κε άρθρα στιν «Προία» κόντρα στιν «Εστία»… κε τα δίο κόντρα στο κομουνισμό. Μα ο κουμουνισμός μόλο το χτίπιμα φούσκονε. Εγό θέλο να ιποψιάζομε κε να πιστέβο πος σε σινενόισι με το Επιτελίο, αφού έχι τιν εφχέρια να γράφι για οπιοδίποτε θέμα, ανέλαβε σιγχρόνος κε άρχισε να γράφι από τιν «Προία» κουμουνιστικές επιφιλίδες. Λένε πος διέταξε το Επιτελίο τιν «Προία» να σταματίσουν ι επιφιλίδες κε σταμάτισαν. Εγό ίμε πρόθιμος κιαφτίν τιν άποψι να πιστέψο κε τιν αντίθετι: ορίμασαν τα πράγματα κε πρέπι να παρουσιαστί απ’ τα επαναστατικά φίλα.

Ι κουμουνιστές έχουν κάθε σιμφέρο, όταν ένας με φίρμα ίνε πρόθιμος να γράφι σίμφονα με το πνέβμα τους να τον φιλοξενίσουν. Ο Καρβούνις ξέρι πος ι Ασφάλια κε το Επιτελίο τους επικίνδινους κουμουνιστές δεν τους αφίνι σε χλορο κλαρί. Δεν φοβάτε πραγματικά ο Καρβούνις να μια χάσι τι θέσι του από τιν «Προία», που ίνε ο πολιτικός τις αρθρογράφος, κε μαζί με τις απόψις δίνι τιν πιο ραφινάτι φασιστικί κατέφθινσι, κε παρουσιάζετε σαν προτοπόρος αντιφασίστας, ί ίστερα από σινενόισι με το Επιτελίο τα κάνι αφτά; Γιατί ο Καρβούνις να πιστέβι τα κουμουνιστικά κε να μιν πιστέβι τα αντικουμουνιστικά του γραφτά; Γιατί ο καρβούνις να μιν πιστέβι τίποτα, όπος εγό νομίζο; […]

————-

Ο Πέτρος Χάρις βγίκε στα Γράμματα με κάτι ανόιτα διιγίματα, όχι γιατί κατάντισε να γράφι, όπος γίνετε με κάθε πραγματικό καλιτέχνι, αλά γιατί ίθελε να ασχολιθί ο κόσμος με τι μούρι του. Ο Ξενόπουλος ίχε ένα κορίτσι από κερό τις παντριάς. Σαν καλός νικοκίρις, ίτανε ιποχρεομένος να το παντρέψι, μα δεν ίχε πρίκα. Τόσα χρόνια, αντί να κιτάξι να κάνι καμιά σοβαρί δουλιά να βάλι λεφτά στιν μπάντα για τα πεδιά του, εκίνος έγραφε. Ίχε τον τίτλο του περιοδικού «Νέα Εστία». Για ένα λέτσο σαν το Χάρι ίτανε ο τίτλος σπουδεότερι πρίκα κιαπό ένα εκατομίριο. Το μιρίστικε ο Ξενόπουλος, τον μάζεψε, τούπε να παρατίσει τα διιγίματα κε να γίνι κριτικός, τούδοσε «προγαμιέα δορεά» τον τίτλο τις «Νέας Εστίας» κε τον πάντρεψε με τιν κόρι του. Του τιν έσκασε: τον έκανε σπουδέο μα τον ιποχρέοσε να ξεβρακοθί μπροστά στιν κόρι του κε να κιμιθί στο ίδιο κρεβάτι.

Με τι σιρά του κιο Χάρις τιν  έσκασε του Ξενόπουλου. Όταν έγινε κίριος του περιοδικού κιέμαθε τι δουλιά, τούστιλε πίσο τιν κόρι του. Με το διαζίγιο δεν γίρισε πίσο τον τίτλο του περιοδικού, γιατί δεν ίταν πρίκα, αλά «προγαμιέα δορεά». Αν ίταν πρίκα, θα ξεβρακόνονταν ακόμα να τον κρατάι. Μαφτί τι λεπτομέρια φάνικε πολί κουτός ο Ξενόπουλος.

Ίνε φοβερό πράγμα να βγάζις ένα βιβλίο κε να εξαρτιέτε ι κικλοφορία του από τιν εβνοικί, δισμενί ί περιφρονιτικί ιποδοχί που θα του κάμουν ιποκίμενα σαν τον Θρίλο, Χάρι, Ζέβγα κτλ.

Για να αποφίγο κάθε παρεξίγισι, γιατί μπορί να βρεθί κανίς να μου πι: Με λένε Εμίλιο Χουρμούζιο, ίμε αρχισιντάκτις τις «Καθιμερινίς», μιάζο με τον τίπο που γράφις κε θίγουμε γιαφτό σου κάνο μίνισι… ί: με λένε, Άλκι Θρίλο, ίμε ι κιρία Ουράνι, το γένος Νεγρεπόντι, μιάζο με τον τίπο σου, θίγουμε κε σε καταγκέλνω στιν ισαγκελία κτλ., γιαφτό διλόνο πος όλα αφτά που έγραψα ίνε φιλολογία. Πολές φορές έχι τίχι ένας καλιτέχνις να διμιουργί τίπους που ιπάρχουν κε στιν πραγματικότιτα ίδιι κιαπαράλαχτι.

———–

Όλα αφτά δεν ίνε σοβαρά πράματα. Αλίμονο σεκίνον που θα καταντίσι να καταπιαστί με το γράψιμο κε θα θελίσι να σοβαρεφτί. Πάι χαμένος. Θα μπλέκι τα δάχτιλα τους ενός χεριού με το άλο κε με δεμένα τα χέρια σαν μαθιτίς που «ακούι», χορίς να καταλαβένι, μαρτιρικά το μάθιμα, με στιμένο αφτί στιν πόρτα κε περιμένι με αγονία το κουδούνι, θα ζιτάι το τέλος του – τι βουδιστικί Νιρβάνα – όπος τιν παρακάλαγε νάρθι χρόνια ο χρεοκοπιμένος στι ζοί Παπαδιαμάντις με δεμένα τα χέρια πάνο στιν κιλιά. Δεν θέλο αν τιχόν αφίσο κάτι που θα κάνι αργότερα κανέναν νασχολιθί με το έργο μου, να με βρι κακομίρι, ζίτουλα, καρτερικό… που όταν έτρογα ένα χαστούκι απ’ τιν τίχι ί απ’ τους ανθρόπους στο ένα μάγουλο γίριζα κιαπό τάλο. […]

===========

———-

***

————–

Ο Γιώργης Ζάρκος, γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1902 και πέθανε στην Αθήνα το 1967. Γιος γιατρού, είχε άλλα πέντε αδέλφια. Πήρε το απολυτήριο γυμνασίου από την Αμαλιάδα. Το 1920 πήγε στον Πειραιά και φοίτησε σε τεχνική σχολή. Μπαρκάρισε και ταξίδεψε ως δεύτερος μηχανικός σε φορτηγά καράβια. Μυήθηκε νεότατος στο κομμουνιστικό κίνημα. Εξορίστηκε στην Ανάφη επί Μεταξά. Πρωτοστάτησε στη δημιουργία «Εργατικού Θεάτρου» και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων στο «Ενωτικό Εργατικό Κέντρο» της Αθήνας (παράταξη της αριστεράς) στα χρόνια 1932-36. Λίγο μετά την απελευθέρωση το ΚΚΕ, τον συκοφάντησε και τον απομόνωσε. Από το πρώτο του βιβλίο χρησιμοποίησε τη φωνητική γραφή. Τη δεκαετία 1930-1940 δημοσίευσε 5 λίβελους κατά προσώπων και καταστάσεων του δημοσίου βίου, πολιτικού και πνευματικού. Το παρόν κείμενο αναδημοσιεύεται από την έκδοση Γιώργης Ζάρκος, Τέσσερις Λίβελοι, επιμ. Δ. Καράβολας, Φαρφουλάς, Αθήνα, 2007

4 Σχόλια to “Γιώργης Ζάρκος, Ένας λίβελος”

  1. Η ανάγνωση δεν είναι και τόσο εύκολη με τη φωνητική του γραφή, αλλά η ενέργεια και το κέφι του σε κρατάνε και σε αποζημιώνουν…

    «Αλίμονο σεκίνον που θα καταντίσι να καταπιαστί με το γράψιμο κε θα θελίσι να σοβαρεφτί. Πάι χαμένος.»

  2. Χα χα! τρομερό κείμενο! Κάνε πως αντικαθιστάς τα ονόματα και είναι σαν να γράφτηκε σήμερα!!!

  3. ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΕΣ ΚΙ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΣΕ ΜΙΑ ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΠΟΧΗ!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: