Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993 (Επίμετρο)

Balthus, The Guitar Lesson, 1934

Θάνος Σταθόπουλος

(1963)

———————

Η ιστορία της μουσικής

(1994)

———–

———–

Ήμουν στο σπίτι μου κι ήθελα να ‘μαι στους δρόμους, ήμουν στους δρόμους και ήθελα ένα σπίτι, έμπαινα σ’ ένα καφενείο κι ήθελα να ‘μαι σε μια καντίνα, έφερνα ένα ποτήρι μπύρα στα χείλη μου κι ήθελα έναν καφέ, ήθελα μια γυναίκα κι έβλεπα μια πόλη.

***

Σ’ ένα ταξί γίνομαι κλέφτης, κρύβομαι, πεθαίνω με τον οδηγό.

***

Είχε αρχίσει πάλι η μουσική (τύχη τυφλή αλλά πάντως τύχη) κι εσύ δεν ήσουν παρά μόνο που έφευγες μέσα στα χρόνια (που έφευγες αργά και εξακολουθητικά μέσα στα χρόνια). Κάθησα στην καρέκλα και σώπαινα· μου ήρθε απότομα να σηκωθώ, αλλά το απέφυγα σχεδόν προτού η ξαφνική αυτή επιθυμία αρχίσει μέσα μου. Αόριστα πράγματα περνούσαν απ’ το μυαλό μου (όπως με τόση επιμονή σ’ αυτή τη φράση λένε οι συγγραφείς), κι έπειτα τίποτα δεν περνούσε.

***

Να παρακολουθήσεις τη μουσική σημαίνει ότι είσαι έτοιμος να εξαφανιστείς για λίγα λεπτά. Πριν τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Πρέπει να καταναλωθείς με τον πιο σκληρό τρόπο στα πιο απίθανα μέρη. Ύστερα, να περάσεις μια μεγάλη περίοδο σιωπής· τρώγοντας σ’ ένα ακριβό εστιατόριο ένα φαγητό για δυόμισι ώρες ή κάνοντας μια μέρα να περάσεις από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο κ.ο.κ.

***

Ιδού τ’ όνειρο μου. ήμουνα σ’ ένα τοπίο κίτρινο. Παντού ένα δέντρο να το λυπάσαι. Δεν ξέρω αν ήταν δέντρο ή κάτι που κάποτε ίσως ήταν δέντρο, αλλά τώρα είναι τίποτα; Πονούσα πολύ. Το σώμα μου ένιωθε πως δεν υπάρχει, δεν είχε καμία αίσθηση του σώματος, εκτός από μερικές στιγμές που καταλάβαινα ένα πρήξιμο στο χέρι, αλλά για λίγο, ύστερα πάλι γύριζα στη μόνη αίσθηση που είχε. Δεν μπορούσα ούτε να κλάψω ούτε να φωνάξω, γιατί δεν είχα ούτε φωνή ούτε συναισθήματα εκτός απ΄’ το ότι έλιωνα απ’ την κάψα, κι αυτό σαν να συνέβαινε, δεν ξέρω πόσο (από πότε) όταν, ξαφνικά, σταμάτησαν όλα κι απότομα ένα κύμα ευτυχίας πλημμύρισε τα κόκαλα μου, τόσο μεγάλο· αβάσταχτο.

***

Ήμουν σε μια παραλία. Το μόνο που μπορώ να θυμηθώ είναι πως χιόνιζε· γιατί δεν έβλεπα καθόλου τα νερά.

***

Συνθετητές, πνευστά, φαζαρισμένες κιθάρες, μπάσο, ρυδμ μποξ, κρουστά· άρπα, βιολί, σαξόφωνο, τσέλο, κανονάκι, πιάνο.

***

Μήνες πολλοί έχουν περάσει, λες, κλαις σαν τα πουλιά στα παραμύθια.

***

Αυτός που κατεβαίνει το δρόμο είμαι εγώ, από μια άποψη. Τι, μέσα στην τύχη της μέρας; Σκέφτομαι. Ωστόσο, σε λίγο απαριθμώ: γυναίκα με μαύρα, πόδια, μια τσάντα, η θάλασσα. (Θάλασσα; Θα φταίει ο μετεωρισμός μου ασφαλώς, ή ο συμπιεσμένος χρόνος). Αλλά, πιο κάτω: η γάτα είναι γάτα. Το επαληθεύω: γάτα, πλανόδιος, μπαλκόνι, ένα δέντρο. Τύχη σαν όνειρο, λέω· λέω: ονειρεύομαι την τύχη: γάτες, μπαλκόνια, η θάλασσα, δέντρα.

***

Μια Κυριακή βράδυ με πανσέληνο, διηγείται η Τερέζα Μπράουνσβικ, ο Μπετόβεν κάθησε στο πιάνο. Τα χέρια του γλίστρησαν στα πλήκτρα αφηρημένα· έτσι άρχιζε πάντα. Αργά, έπειτα, και φυσικά (σχεδόν τελετουργικά) έπαιξε ένα lied του Μπαχ: Αν θέλεις να μου δώσεις την καρδιά σου, δωσ’ μου την πρώτα μυστικά· και την κοινή μας σκέψη κανείς να μην μπορέσει να μαντέψει.

***

Να μεταφράσει κανείς το lied ως ρομάνς, θα συντελούσε στο να παρεξηγήσει την ποικιλία ενός είδους πολύ εκτεταμένου. Η ρομάνς δεν είναι παρά μόνο συναισθηματική. Το lied απεναντίας είναι, ως επί το πλείστον, μελαγχολικό: αποκαλύπτει το παιγνίδι της τύχης.

***

(Κατέρχεσαι) δεν πέφτεις.

***

Ένα κορίτσι με οδηγεί στα ζώα, νύχτα. Με παίρνει απ’ το χέρι και με το άλλο χέρι της μου κάνει: Σσσς· έλα να δεις τον ύπνο τους· μπορεί και να σ’ αρέσει αυτή η βόλτα. Μου άφησε το χέρι κι έφυγε λίγο πιο μπροστά. Είμαι χαμένος, σκέφτηκα, έχω χαθεί· δεν είναι ζωολογικός κήπος εδώ μέσα, και τόση ζέστη· είναι τρελή. Είσαι τρελή, της φώναξα. Δεν ξέρω καθόλου πως βρέθηκα εδώ. Ούτε ποια είσαι. Εδώ δεν έχει ζώα. Τι είπες; φώναξε· δεν σ’ ακούω. Εδώ δεν έχει ζώα. Δεν βλέπεις τίποτα; φώναξε. Εσύ φοβόσουν πάντα τα ζώα.

***

–                     Πες μου βουνά.

–                     Ουράλια, Καύκασος, Ταύρος-Αντίταυρος, Ιμαλάια, Αραράτ, Στανοβόι, Καρά-Κορούμ.

–                     Ποτάμια.

–                     Ευφράτης, Τίγρης, Ινδός, Γάγγης, Βραχμαπούτρας, Γιανγκ Τσε Κιανγκ, Χοάνγκ Χο, Λένας, Ιενεσέης, Όβις.

–                     Λίμνες.

–                     Κασπία Θάλασσα, Αράλη, Βαλκάς, Βαϊκάλη.

***

Πρόσεχε, το χέρι σου μέσα.

***

(Είχε ένα ρολόι κι ένα μεγάλο ψάρι. Ξυπνούσε και κοιμότανε με το ρολόι, τις άλλες ώρες κοίταζε το ψάρι. Κούρδιζε το ρολόι, τάιζε το ψάρι. Δεν αγαπούσε ούτε το ρολόι ούτε το ψάρι. Αν σταματούσε το ρολόι, αν ψόφαγε το ψάρι, θα ‘παιρνε άλλο ρολόι, θ’ αγόραζε καινούργιο ψάρι. Στον ύπνο του ονειρευόταν το ρολόι και το ψάρι. Έσπαγε το ρολόι, έτρωγε το ψάρι. Βγήκε απ’ το σπίτι του και πήγε σ’ ένα μαγαζί. Χάζεψε ώρες κι αγόρασε ένα μουσικό κουτί. Έφυγε, πήγε σ’ άλλο μαγαζί. Αγόρασε έναν μεγάλο σκύλο. Είχε ένα μουσικό κουτί κι έναν μεγάλο σκύλο.)

***

Θυμάμαι τις φλούδες απ’ τα μήλα στο τραπέζι και τον ήχο που έβγαζε το μαχαίρι όταν καθάριζε.

***

Ανοίξαν οι ουρανοί, έλεγε η μάνα μου όταν έβρεχε πολύ.

***

Η μάνα μου πέρασε τη ζωή της μέσα από μια βελόνα. Μικρή, δεν έκοβε άνθη στους κήπους. Έβγαζε κάτι μακρόσυρτα τραγούδια από το στόμα της. Έμενε ακίνητη ώρες. Συχνά τις νύχτες ήταν δέκα χρονώ κι είχε πεθάνει η μάνα της. Δεν έκλαιγε. Οι συγγενείς της έλεγαν να πάει κοντά της. Όχι, έλεγε. Την άλλη μέρα, όταν την κατεβάζανε, άκουγε το χώμα και το φτυάρι να ξηλώνει χώμα· άνοιξε δρόμο και βγήκε μπροστά. Καθότανε και κοίταγε. Είδε τη μάνα της να κλαίει δίπλα της και να οδύρεται· κορίτσι μου, κοριτσάκι μου.

***

Αλλά, να! Shake, rattle & roll στη ζεστή νύχτα· κι ήθελα να ξυπνήσω όλους τους θανάτους που κοιμούνται στα μπουκάλια.

***

Οι συγκυρίες πέφτουν πάνω μου; Ή εγώ; Ένας γέρος το μεσημέρι στο δρόμο τρώει ένα κουλούρι. Σε λίγο το περνάει βραχιόλι στο χέρι του και παίζει αδιάφορα. Περνώντας δίπλα του, τρίζει λίγο σουσάμι στις σόλες μου. Στον Βόλο, δυο γυναίκες μοιράζουν ένα έντυπο: Απολαύστε την οικογενειακή ζωή. Το απόγευμα μου απευθύνεται κάποιος. Το πρόσωπό του είναι κυριολεκτικά σφαγμένο από το ξύρισμα. Με συγχωρείτε, λέει, μπορώ να σας απασχολήσω μια στιγμή; Έχω αϋπνίες κι ο γιατρός μου συνέστησε να πίνω γάλα πριν ξαπλώσω. Εσείς τι λέτε;

***

Κάποιος έχασε κάποτε ένα διαμαντένιο μανικετόκουμπο στη θάλασσα. Είκοσι χρόνια μετά, την ίδια μέρα, για την ακρίβεια μια Παρασκευή, έφαγε ένα μεγάλο ψάρι, αλλά δεν είχε μέσα το διαμάντι. Αυτό είναι που μ’ αρέσει πραγματικά στις συμπτώσεις.

***

Την είδα κι άλλες φορές από τότε, τυχαία, στο δρόμο. Ένα πρωί με ρώτησε αν ξέρω που είναι η οδός Σατωβριάνδου. Δεν φάνηκε ν’ αναγνωρίζει κάτι πάνω μου. Της είπα, κι έπαιξα όσο καλύτερα μπορούσα, πως δεν την είχα δει ποτέ. Ζήλια, την φώναξα ένα βράδυ· γύρισε, κοίταξε αφηρημένα και με προσπέρασε. Ήρθε ένα μεσημέρι και με βρήκε αυτή. Μου είπε κάτι σαν, υπάρχουν χειρονομίες που σ’ αρέσουν επειδή τις έχεις κάπου ξαναδεί. Έβγαλε τα ρούχα της κι έμεινε ακίνητη. Έλα, είπε.

***

Από το 1816, ο Μπετόβεν μπορούσε μόνο με γραπτά να συνεννοηθεί. Σώζονται τα Τετράδια των Συνομιλιών του, που αριθμούν έντεκα χιλιάδες σελίδες (Βασιλική Βιβλιοθήκη Βερολίνου). Κανείς στον κόσμο δεν μπόρεσε ν’ αγαπήσει τη φύση όπως εγώ· αγαπώ ένα δέντρο περισσότερο από έναν άνθρωπο, γράφει.

***

Ανάβουν τα φώτα και προβάλλεις σαν μελάνι. Μου λες: Γιατί δεν φάνηκες; Η μουσική με θειάφι φέρνει τη φωνή σου. Σου λέω: Δεν μπορούσα τότε, ήμουν τρελός. Ψέματα, λες, τρελός ήμουν εγώ, εσύ έπρεπε να ‘ρθεις. Απέναντι σφαδάζουν τα αντικείμενα. Άκουσε, λέω, δεν ήρθα· κάτσε να πιούμε ένα ποτό. Δεν πίνω, λες, το έχω κόψει οριστικά. Σπάει το τζάμι κι έχεις φύγει.

***

Θα μείνω εδώ, είπε το ψάρι κι έκατσε. Κι εγώ, είπε η φωνή του.

***

Ο άνεμος είναι νότιος, κολυμβητής στην κόψη. Στην αποβάθρα, του καιρού η αρμάδα σχίζει τα νερά. Πιο μέσα, κατηφόρισμα. Μήνες πολλοί έχουν περάσει, λες· δεν είναι κανείς, κανείς δεν διατάζει.

***

Ανέβηκα μέχρι εδώ για λίγη μουσική. Στην πραγματικότητα, δεν ξέρω αν μ’ αρέσει εδώ. Σύννεφα περνούν και δεν μου φαίνεται καθόλου απίθανο να βρέξει. Μπροστά μου, πάνω και πέρα απ’ το βουνό. Κανένα τρίξιμο του αέρα, καμιά φωνή απ’ τα φύλλα. Κάθομαι σε μια πέτρα.

Ένα Σχόλιο to “Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993 (Επίμετρο)”

  1. καλησπερα σας,,επαρκως ενδιαφεροντα ωστε να διαβαστουν ως το τελος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: