Μικρό Αφιέρωμα: Ιστορίες για φάλαινες και για φαλαινοθήρες (Μέρος Γ’)

Robert Sayer, Chart of the Azores Islands, London 1775

———–

ANTONIO TABUCCHI

——

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ

——————————————

—————————————-

Είναι ένα κοπάδι από έξι ή εφτά φάλαινες, μου λέει ο κύριος Κάρλος Εουτζένιο χαμογελώντας ικανοποιημένος και μοστράροντας μια τόσο λαμπερή οδοντοστοιχία, που με κάνει να σκεφτώ ότι την έφτιαξε μόνος του, από φιλντισένιο δόντι φυσητήρα. Ο κύριος Κάρλος Εουτζένιο είναι εβδομήντα χρονώ, εξαιρετικά ευκίνητος και ακόμα νεανίζων. Είναι «mestre baleeiro», που κυριολεκτικώς σημαίνει «μάστρος φαλαινοθήρας»: στην πραγματικότητα είναι καπετάνιος ενός μικρού πληρώματος κι έχει την απόλυτη εξουσία σε κάθε αλιευτική επιχείρηση. Η βενζινάκατος που οδηγεί την αποστολή μας είναι δικής του ιδιοκτησίας: είναι ένα παλιό σκαρί, μήκους δέκα περίπου μέτρων, που το οδηγεί νηφάλια και με το πάσο του. Άλλωστε, όπως μου εξηγεί ο ίδιος, οι φάλαινες τώρα παίζουν και δεν πρόκειται να φύγουν. Έχει αφήσει ανοιχτό τον ασύρματο που τον συνδέει με κάποιον φαροφύλακα από το νησί, ο οποίος μας καθοδηγεί με μια μονότονη και ελαφρώς ειρωνική, όπως μου φαίνεται, φωνή. Λίγο πιο δεξιά Μαρία Μανουέλα, λέει η στριγκιά φωνή, πηγαίνεις όπου λάχει. «Μαρία Μανουέλα» είναι το όνομα του σκάφους. Ο κύριος Κάρλος Εουτζένιο κάνει ένα εκνευρισμένο νεύμα αλλά εξακολουθεί να χαμογελάει. Γυρίζει προς το μέρος του ναύτη που είναι μαζί μας, ενός αδύνατου και σβέλτου άντρα που μοιάζει με μικρό παιδί κι έχει έξυπνα μάτια και σκούρο δέρμα. Καλύτερα να φροντίσουμε τον εαυτό μας μόνοι μας, αποφαίνεται και κλείνει τον ασύρματο. Ο ναύτης τότε σκαρφαλώνει με μια εντυπωσιακή ευκολία στο μοναδικό κατάρτι του σκάφους μας και κουρνιάζει στη δοκό της κορυφής σταυρώνοντας τα πόδια του. Δείχνει κι αυτός με το χέρι του προς τα δεξιά: για μια στιγμή σκέφτομαι πως είδε κιόλας τις φάλαινες, αλλά προφανώς αγνοώ τη σημειολογία των φαλαινοθηρών, αφού ο κύριος Κάρλος Εουτζένιο μου εξηγεί ότι μόνο η ανοιχτή παλάμη με το δείκτη υψωμένο προς τα πάνω σημαίνει «φάλαινες εν όψει», ο παρατηρητής μας, προσθέτει, δεν έκανε ακόμα τέτοιο νεύμα.

Ρίχνω μια ματιά στη βάρκα που τραβάνε πίσω μας. Οι φαλαινοθήρες είναι ήρεμοι, γελάνε και μιλάνε μεταξύ τους αλλά τα λόγια τους δεν φτάνουν ως εμένα, δίνουν την αίσθηση ότι πηγαίνουν εκδρομή. Είναι έξι και κάθονται πάνω σε τάβλες βαλμένες κάθετα στη βάρκα. Ο καμακιστής, αντίθετα στέκεται όρθιος και φαίνεται να παρακολουθεί προσεκτικά τα νεύματα του παρατηρητή μας: είναι ένας άντρας με πυκνή γενειάδα και τεράστια κοιλιά, είναι νέος δεν πρέπει να είναι πάνω από τριάντα χρονώ, άκουσα ότι τον φωνάζουν Chá Preto, δηλαδή «μαύρο τσάι», και το επάγγελμα του είναι φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Όρτα. Ανήκει στην κοοπερατίβα των φαλαινοθηρών του Φαγιάλ και μου έχουν πει πως είναι εξαιρετικός καμακιστής.

Συνειδητοποιώ την ύπαρξη της φάλαινας όταν αυτή βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των τριακοσίων μέτρων: ο υδάτινος πίδακας που καταβρέχει το γαλάζιο του ουρανού, μου θυμίζει τους σωλήνες του νερού που σπάνε στο δρόμο μιας μεγάλης πόλης. Ο κύριος Κάρλος Εουτζένιο έχει σβήσει τη μηχανή και η βενζινάκατος μας συνεχίζει να προχωρεί από τη δύναμη της αδράνειας προς την κατεύθυνση αυτής της περίεργης μαύρης μάζας που μοιάζει με τεράστια μπομπέτα πάνω στο νερό. Στη βάρκα οι φαλαινοθήρες ετοιμάζονται, χωρίς να μιλάνε για την επίθεση: είναι ήρεμοι, γρήγοροι και αποφασιστικοί, γνωρίζουν από μνήμης τις κινήσεις που πρέπει να κάνουν. Ρεμάρουν με δυνατές και διακοπτόμενες κινήσεις των χεριών τους, σε ένα λεπτό βρίσκονται ήδη μακριά, κάνουν μια μεγάλη στροφή, σημαδεύουν τη φάλαινα στο μέτωπο για να αποφύγουν την ουρά της, άλλωστε δεν μπορούν να την πλησιάσουν ούτε από το πλάι, διότι θα βρεθούν εκτεθειμένοι στα μάτια της. Όταν απέχουν μια εκατοστή μέτρα από το κήτος, τραβάνε τα κουπιά πάνω στη βάρκα και σηκώνουν ένα μικρό τριγωνικό πανί. Στο μανουβράρισμα του πανιού και των σκοινιών συμμετέχουν όλοι· μόνο ο καμακιστής μένει ακίνητος στην άκρη της πλώρης: όρθιος, έχει το ένα του πόδι λυγισμένο προς τα εμπρός, κρατάει το καμάκι σαν να μετρά το βάρος του και περιμένει με μεγάλη αυτοσυγκέντρωση την κατάλληλη στιγμή, τη στιγμή κατά την οποία η βάρκα θα είναι τόσο κοντά, ώστε να του επιτρέψει να χτυπήσει κάποιο ζωτικό σημείο, και τόσο μακριά, ώστε να μην παρασυρθεί από το χτύπημα της ουράς του τραυματισμένου κήτους. Όλα γίνονται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, και με μια εκπληκτική ταχύτητα. Η βάρκα κάνει μια αναπάντεχη στροφή, ενώ ακόμα το καμάκι κάνει τη δική του παραβολή στον αέρα. Το όπλο του θανάτου δεν εκσφενδονίζεται από πάνω προς τα κάτω, όπως θα περίμενα, αλλά από κάτω προς τα πάνω, όπως ένα ακόντιο· και είναι το μεγάλο βάρος του σίδερου και η ταχύτητα της πτώσης που το μεταμορφώνουν σε φονικό βλήμα. Όταν η τεράστια ουρά σηκώνεται και μαστιγώνει πρώτα τον αέρα και μετά το νερό, η βάρκα είναι ήδη μακριά, οι κωπηλάτες έχουν ξαναρχίσει να κωπηλατούν μανιωδώς, κι ένα περίεργο παιχνίδι με τα σκοινιά, που μέχρι τώρα εκτυλισσόταν κάτω από το νερό και που εγώ δεν το είχα προσέξει, μου δίνει ξαφνικά να καταλάβω πως και η βενζινάκατος μας είναι συνδεδεμένη με το καμάκι, ενώ η φαλαινοθηρική βάρκα έχει αφήσει το δικό της παλαμάρι. Μέσα από ένα ψάθινο καπέλο που είναι τοποθετημένο στη μέση της βενζινακάτου, αρχίζει να ξετυλίγεται μια χοντρή τριχιά που τρίζει γλιστρώντας από μια διχάλα της πλώρης, ενώ ο πολυπράγμων ναύτης φροντίζει να κρατά χαμηλή τη θερμοκρασία της με έναν κουβά νερό ώστε να μην κοπεί απ’ την τριβή. Ύστερα το σκοινί τεντώνεται κι εμείς, με ένα τίναγμα, φεύγουμε ξαφνικά με μεγάλη ταχύτητα, παρασυρμένοι από την τραυματισμένη φάλαινα που προσπαθεί να ξεφύγει. Ο κύριος Κάρλος Εουτζένιο κρατά το τιμόνι και μασουλάει ένα αποτσίγαρο. Ο ναύτης με το παιδικό πρόσωπο παρακολουθεί ανήσυχος τις κινήσεις του φυσητήρα:

κρατάει στο χέρι του ένα μικρό ακονισμένο τσεκούρι κι είναι έτοιμος να κόψει το σκοινί σε περίπτωση που η φάλαινα αποφασίσει να βυθιστεί, ώστε να μη μας τραβήξει μαζί της στο βυθό. Η τρελή αυτή τρεχάλα, όμως, διαρκεί λίγο, ίσως ούτε ένα χιλιόμετρο: η φάλαινα σταματά ξαφνικά, μάλλον εξαντλημένη, και ο κύριος Κάρλος Εουτζένιο βάζει τον έλικα να λειτουργεί αντίθετα, ώστε η δύναμη της αδράνειας να μη μας ρίξει πάνω στο ακίνητο κήτος. Τον χτύπησε καλά, λέει ικανοποιημένος και αφήνει να φανεί η λαμπερή του μασέλα. Σαν να θέλει να επιβεβαιώσει τα λόγια του, ο φυσητήρας, σφυρίζοντας, σηκώνει το κεφάλι του και αναπνέει· στη θάλασσα σχηματίζεται μια πορφυρή κηλίδα, ενώ το φύσημα του γεμίζει τον αέρα με κόκκινες σταγόνες που, με τη βοήθεια του ανέμου, φτάνουν ως εμάς και μας λερώνουν τα ρούχα και το πρόσωπο. Η βάρκα των φαλαινοθήρων έχει πλευρίσει τη βενζινάκατο μας: ο άντρας που ονομάζεται «Μαύρο Τσάι» πετάει πάνω στη γέφυρα τα εργαλεία του κι ανεβαίνει με μια πραγματικά αναπάντεχη ευλυγισία, για έναν άντρα του δικού του βάρους. Καταλαβαίνω πως θέλει να κάνει την επόμενη επίθεση του από τη βενζινάκατο, αλλά ο «μάστρος» μοιάζει να μη συμφωνεί μαζί του: ακολουθεί ένας παθιασμένος καβγάς στον οποίο ο ναύτης με το παιδικό πρόσωπο δεν λαβαίνει μέρος. Τελικά φαίνεται πως επέβαλε την άποψη του ο κύριος «Μαύρο Τσάι», αφού τον βλέπω να μένει στην πλώρη, και να παίρνει τη θέση του ακοντιστή: έχει αντικαταστήσει το καμάκι του με ένα άλλο εργαλείο αναλόγων διαστάσεων, που έχει μια εξαιρετικά ακονισμένη μύτη σε σχήμα μακρόστενης καρδιάς, και θυμίζει μεσαιωνική αλαβάρδα. Ο κύριος Κάρλος Εουτζένιο προχωρά με τη μηχανή να δουλεύει στο ελάχιστο, κατευθυνόμαστε προς τη φάλαινα που αναπνέει ακίνητη μέσα στη λίμνη του αίματος της, ενώ η ουρά της ανήσυχη χαστουκίζει τη θάλασσα με σπασμωδικές κινήσεις. Αυτή τη φορά το όργανο του θανάτου πέφτει από τα ψηλά στα χαμηλά, και τρυπάει τη μαλακή σάρκα λες και τρυπάει βούτυρο. Μια βουτιά: η μεγάλη μάζα εξαφανίζεται κάτω από το νερό. Ύστερα εμφανίζεται και πάλι η ουρά, αδύναμη και αξιολύπητη, σαν μαύρο πανί. Τελικά αναδύεται και το μεγάλο κεφάλι του κήτους, και τώρα ακούω την κραυγή του θανάτου, διαπεραστική σαν επίμονος συριγμός, ένα σκούξιμο βασανιστικό, αβάστακτο.

Η φάλαινα είναι νεκρή, επιπλέει ακίνητη. Το πηγμένο αίμα της σχηματίζει ένα στρώμα που θυμίζει κοράλλι. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η μέρα φτάνει στο τέλος της, και το δειλινό με αιφνιδιάζει. Όλο το πλήρωμα είναι απασχολημένο με την επιχείρηση ανέλκυσης, ανοίγουν βιαστικά μια τρύπα στο πτερύγιο της ουράς και περνάνε μέσα ένα σκοινί με ένα μπαστούνι που λειτουργεί σαν φρένο. Έχουμε απομακρυνθεί πάνω από δεκαοχτώ μίλια στην ανοιχτή θάλασσα, μου λέει ο κύριος Κάρλος Εουτζένιο, θα χρειαστούμε μια ολόκληρη νύχτα για να επιστρέψουμε, ο φυσητήρας ζυγίζει τουλάχιστον τριάντα τόνους και η βενζινάκατος αναγκαστικά θα προχωρεί πολύ αργά. Κατευθυνόμαστε προς το νησί Πίκο, στη φάμπρικά του Σάου Ρόκε, με μια περίεργη πομπή που ανοίγει με τη βενζινάκατο και κλείνει με τη φάλαινα. Στη μέση είναι η φαλαινοθηρική βάρκα και ο κύριος Κάρλος Εουτζένιο με καλεί να μετακομίσω σε αυτήν μαζί του, για να μπορέσω να ξεκουραστώ: από τη μεγάλη προσπάθεια που καταβάλλει, η μηχανή του σκάφους κάνει έναν τρομερό θόρυβο και είναι αδύνατον να κοιμηθείς. Πηδάμε στη βάρκα που έχει στο μεταξύ πλησιάσει: ο καπετάνιος αφήνει τη βενζινάκατο στα χέρια του νεαρού ναύτη και των δύο κωπηλατών που παίρνουν τη θέση μας. Οι φαλαινοθήρες ετοιμάζουν ένα μέρος κοντά στο τιμόνι για να ξαπλώσω· έχει ήδη πέσει η νύχτα κι έχουν ανάψει δυο λάμπες πετρελαίου. Οι ψαράδες είναι πτώματα από την κούραση, έχουν ένα τραβηγμένο και σοβαρό πρόσωπο που το φως από τις λάμπες κάνει να φαίνεται κίτρινο. Σηκώνουν το πανί ώστε η βάρκα να μην αποτελεί επιπλέον βάρος στη βενζινάκατο, ύστερα ξαπλώνουν όπως να ‘ναι στο πάτωμα και πέφτουν αμέσως σε βαθύ ύπνο. Ο καμακιστής κοιμάται ανάσκελα και ροχαλίζει δυνατά. Ο κύριος Κάρλος Εουτζένιο μου προσφέρει τσιγάρο και μου μιλάει για τα παιδιά του που είναι μετανάστες στην Αμερική και έχει να τα δει εδώ και έξι χρόνια. Ήρθαν μία μόνο φορά, μου εξηγεί, ίσως να ξανάρθουν το επόμενο καλοκαίρι· θέλουν να πάω εγώ εκεί αλλά εγώ θέλω να πεθάνω εδώ, στο σπίτι μου. καπνίζει αργά και κοιτάζει τον έναστρο ουρανό. Εσείς, όμως, γιατί θελήσατε να ‘ρθειτε μαζί μας, με ρωτάει, ήταν από απλή περιέργεια; Διστάζω να του απαντήσω: θα ήθελα να του πω την αλήθεια αλλά φοβάμαι ότι αυτή μπορεί να τον προσβάλλει. Αφήνω το χέρι μου να χαϊδέψει το νερό. Έχω την αίσθηση πως αν άπλωνα το χέρι μου, θα μπορούσα σχεδόν να αγγίξω το τεράστιο πτερύγιο του κήτους που σέρνουμε πίσω μας. Ίσως επειδή εσείς και οι φάλαινες είστε αμφότεροι είδη προς εξαφάνισιν, του απαντώ τελικά, με χαμηλή φωνή, νομίζω πως αυτός είναι ο λόγος. Δεν μου απαντά, πιθανότατα έχει αποκοιμηθεί, παρότι στα δάκτυλα του λάμπει ακόμα η καύτρα του τσιγάρου. Το πανί πλαταγίζει με έναν πένθιμο τρόπο, τα ακίνητα κοιμισμένα κορμιά έχουν μετατραπεί σε μικρούς σκούρους όγκους και η βάρκα γλιστράει στο νερό σαν ένα σκάφος φάντασμα.

—————————

——————————-

Antonio Tabucchi, Η γυναίκα του Πόρτο Πιμ και άλλες ιστορίες, μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, Αθήνα, 1997

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: