Κωνσταντίνος Μαρκίδης, «Εδώ δεν είναι σπίτι σου!»

«Εδώ δεν είναι σπίτι σου!»

————————————

του Κωνσταντίνου Μαρκίδη

—————————————————————————————————————————-

Σεπτέμβρης, πρώτες μέρες στο σχολείο, γίνεται ο κακός χαμός στη τάξη και τα «πρωτάκια» ακούγονται μέχρι τον διάδρομο. Ο δάσκαλος -που έχει όμως περισσότερες πιθανότητες να είναι δασκάλα- με γρήγορο μάτι εντοπίζει τους «καπετάν- φασαρίες», καρφώνει με το βλέμμα τον άτακτο και χωρίς δεύτερη σκέψη, ξεστομίζει τη φράση: «Για άκου να σου πω: Εδώ δεν είναι το σπίτι σου!». Ο άτακτος λέγεται Γιώργος, Αντέλ, Ελένη, Ζαν-Υβ, Κέβιν, το σχολείο είναι στη Σαλονίκη, στη Κυψέλη, στο Μοντρέιγ, στην Αλεζιά και παντού και μάλιστα στοιχηματίζω ότι δεν υπάρχει κανένα πρώην πρωτάκι που διαβάζει «Αυγή», που να μην έχει ακούσει την ίδια φαρμακερή κουβέντα, έστω και μια φορά στη σχολική του ζωή. Τι θέλουν και τα λένε αυτά τα λόγια οι εκπαιδευτικοί και τι εννοούν; Ρωτώ γιατί δεν είμαι σίγουρος!

Τη πρώτη φορά, πριν από τριάντα χρόνια, ήμουνα σίγουρος ότι σήμαινε κάτι σαν «Γιάννη δεν είσαι δικός μας!», πράγμα που δεν ήταν εντελώς ψέμα γιατί ο Γιάννης και δεν είχε πάει νηπιαγωγείο, και από πάνω, δεν τον ξέραμε και στη γειτονιά. Έτσι λοιπόν όπως κατάλαβα αρκετά χρόνια αργότερα διαβάζοντας Μπαζίλ Μπερνστάιν, εκεί που, για κάποια παιδιά, το σχολείο ήταν «σα στο σπίτι τους», για κάποια άλλα σαν να γινόταν από την αρχή «ξένος τόπος»! Πριν από μερικά χρόνια ακούγοντας την ίδια φράση σ’ ένα ανατολικό προάστιο του Παρισιού, περίμενα το μεγάλο διάλειμμα να ρωτήσω τη συνάδελφο τι εννοούσε με το δικό της «εδώ δεν είναι το σπίτι σου».

Η απάντηση φαίνονταν εντελώς λογική και μιλούσε για «κοινότητα», «δικαιώματα», «σεβασμό» και, κυρίως «ισότητα». Μ’ άλλα λόγια, ίδια λόγια, αλλά εντελώς διαφορετικά: τη μια σε κάναν ξένο, την άλλη σε κάναν ίσο. Συνεχίζω λοιπόν να μην είμαι καθόλου σίγουρος και το μόνο που έχει τελικά αλλάξει στο κεφάλι μου, με τον καιρό είναι ότι είμαι πια απόλυτα βέβαιος για το ότι τα όρια ανάμεσα στο σχολειό που αποξενώνει και σε αυτό που εξισώνει δεν μπορεί ποτέ να είναι ξεκάθαρα.

Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο δεν νομίζω να υπάρχει πιο πολιτικός χώρος από τα σχολειά, και ιδιαίτερα τις μικρές τις τάξεις, όπου τίποτα ακόμη δεν είναι δεδομένο. Ο Ζακ Ρανσιέρ, ο οποίος διδάσκει φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο του Σαν Ντενί, αλλά θα τα κατάφερνε εξίσου καλά -είμαι σίγουρος- και σα δάσκαλος στο παρακείμενο δημοτικό, το γράφει πολύ ωραία: πολιτική είναι αυτή ακριβώς η ασταμάτητη διαπάλη ανάμεσα στο ατιθάσευτο αίτημα για ισότητα και την διαρκώς επικαλούμενη αναγκαιότητα της ιεράρχησης, του διαχωρισμού, της «αστυνομικής» τακτοποίησης της κοινωνίας που δέχεται όσους είναι ντόπιοι στη γνώση, και σπεύδει να απωθήσει, πέραν των συνόρων της, όσους νομίζει κι ονομάζει «λαθραίους». Ανάμεσα στις δύο αυτές λογικές δεν υπάρχει μέση οδός και δυνατή σύνθεση.

Όποτε προχωρά το ένα, χάνει το άλλο, κι αυτό αρκεί για να δικαιολογήσει τα πάθη, την οργή και την ελπίδα που βγαίνει κάθε φορά απ’ τους μικρούς και τους μεγάλους αγώνες μαθητών και εκπαιδευτικών. Δεν γίνεται αλλιώς. Το συγκρουσιακό κλίμα και η ταραχή δεν συνιστά εκτροπή και παθογένεια κανενός συστήματος, ούτε αποτυχία κανενός σχεδιασμού. Μαθητές και δάσκαλοι μαθαίνουν, διδάσκουν, αλλά και διαμαρτύρονται και απεργούν γιατί αυτό είναι η δουλειά τους: να φτιάχνουν και να προσδιορίζουν σχέσεις που από απλές διδακτικές πρακτικές που ξεκινούν, κάποια στιγμή ξεφεύγουν από αίθουσες, αυλές και γραφεία διδασκόντων και καταλήγουν να ‘ναι κυρίαρχες πολιτικές σχέσεις.

Αν λοιπόν βρίσκετε κι εσείς, και τον τελευταίο καιρό ακόμη περισσότερο, ότι οι ρητορικές περί «εκσυγχρονισμού», «αξιοκρατίας», «κοινωνικής δικαιοσύνης» και «ισότητας», δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια τεράστια πολιτική φενάκη, κάντε μια απόπειρα να το σκεφτείτε αντικριστά με το πόσο λογικά μάθαμε από χρόνια πριν να δεχόμαστε τη σχολική αποτυχία ως θεία δίκη, τον συνεχή πολλαπλασιασμό των εξεταστικών μηχανισμών ως «κοινωνική αναγκαιότητα», την εμπορευματοποίηση της γνώσης, ως «φυσικό φαινόμενο». Μπροστά στα μάτια μας, χρονιά με τη χρονιά, η λογική της ισότητας έχανε έδαφος και οι πολιτικές αστυνόμευσης της μάθησης εδραιώνονταν όλο και περισσότερο.

Στο τελικό σχέδιο νόμου για την πολιτογράφηση και την ιθαγένεια των μεταναστών, η κυβέρνηση έκανε το λάθος να ψάξει μεσοβέζικη λύση εκεί που δεν μπορούσε να υπάρξει. Στο αίτημα της ισότητας προσπάθησε να τοποθετηθεί κρατώντας μια υποτιθέμενη ίση απόσταση από τις λογικές της κοινωνικής αστυνόμευσης τις οποίες τελικά υιοθέτησε, κατά τρόπο ανομολόγητο αλλά εμφανή. Έτσι, όλη η από χρόνια συσσωρευμένη τεχνογνωσία της αποξένωσης έφτασε να βρει καινούργιες εφαρμογές, χρησιμοποιώντας τη γνώση και την εκπαίδευση, ακόμη μια φορά, ως προνομιακό πεδίο.

Ξεχάστε λοιπόν την εθνική δραματοθεραπεία των πανελληνίων εξετάσεων γιατί έρχεται κάτι ακόμη καλύτερο: η ίδια η έννοια του πολίτη μετατρέπεται πλέον σε εξεταστέα ύλη και η εμπειρία της κατάκτησης της γλώσσας σε ποσοτικό μέγεθος μίας απολύτου μετρίσιμης επίδοσης. Η σχετικά πρόσφατη εφαρμογή αντίστοιχου μέτρου στη Βρετανία, οδήγησε σε εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συζητήσεις σε ότι αφορά την εγκυρότητα των ερωτήσεων κι ακόμη περισσότερο των απαντήσεων (είναι «εξοχότατος» ο πρωθυπουργός άραγε;). Η κοινωνικοποίηση πάλι, αντιστοιχεί αυστηρά σε έξι χρόνια επιτυχούς σχολικής φοίτησης και όχι επτά, ούτε ασφαλώς πέντε, και φυσικά, είναι λεπτομέρεια το ότι οι νηπιαγωγοί σύντομα, ενδεχομένως, να κληθούν να αποφασίσουν για την «επιτυχή» φοίτηση-ανάπτυξη των ανιθαγενών νηπίων. Πρωτοπόρα η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι στην εξοικονόμηση συνοριοφυλάκων μέσω της ανακύκλωσης των εκπαιδευτικών σε αστυνομικά καθήκοντα, βρίσκει και εδώ μιμητές. Παράλληλα, ένα σωρό άλλες δυνατότητας αστυνόμευσης δημιουργούνται χάρη στο νέο ρόλο που καλείται να παίξει το εκπαιδευτικό σύστημα: για παράδειγμα τα δημοτικά μπορεί να γίνουν ιδανικοί στόχοι για «επιχειρήσεις» σκούπα, ιδιαίτερα την ώρα που ο ένας ή και οι δύο «λαθραίοι» μετανάστες γονείς θα πηγαίνουν να ψάξουν το παιδί τους στο σχόλασμα. Η κυβέρνηση Σαρκοζί στη Γαλλία το εφαρμόζει ήδη, άλλωστε, με απόλυτη επιτυχία.

Δε νομίζω ότι ωφελεί να το παιδεύουμε άλλο. Σε κάθε πραγματικό αίτημα για ισότητα, μάθηση και γνώση, μια αστυνομική απάντηση έρχεται να διαστρέψει τον ρόλο της εκπαίδευσης και του σχολείου. Το ζήτημα είναι ότι το νομοσχέδιο έρχεται να ισχυροποιήσει μια μπαμπέσικη σχέση με τη γνώση την οποία η ελληνική κοινωνία έχει από χρόνια και για τα καλά εσωτερικεύσει. Το ’παμε άλλωστε απ’ την αρχή: Σ’ αυτόν τον τόπο, όσους λένε «ξένους» και τους μάθανε από μικρούς ν’ αναρωτιούνται «αν είναι εδώ το σπίτι τους», δεν είναι μόνο οι μετανάστες.

——————————-

Εφημερίδα «Αυγή» 07/03/2010

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: