Sadahzinia, Δε θέλω να γλιτώσω από τα όμορφα…

SADAHZINIA

————————————

—————

Δε θέλω να γλιτώσω από τα όμορφα

—————-

Πως να σου πω για αυτές τις σκέψεις που σταθήκαν στο μυαλό μου,
θρονιαστήκαν και φωτίσανε για λίγο τ’ όνειρό μου
κι οι στιγμές χορέψανε μπροστά μου σα σκιές·
άλλες ανήκαν εδώ κι άλλες χανόντουσαν στο χτες.
Σκορπισμένες όλες στης ζωής το βιβλίο
κι οι σελίδες οι θαμπές, τσακισμένες στα δύο
να μου θυμίζουν ότι κάπου στα παλιά τα μονοπάτια
είναι της μνήμης μου τα πιο όμορφα κομμάτια·
αγαπημένα σαν όργανα παλιά ξεκουρδισμένα,
μακριά από μένα, περασμένα ξεχασμένα,
ξεμακραίνουν λίγο- λίγο μ’ ένα χρόνο σακάτη
κι έτσι φουντώνει του πόνου το γινάτι.
Ίσως μεγάλωσα και κάπως παραπάνω
και στην ανάγκη να πάψω και το κέφι μου να κάνω,
μα θα μικρύνω και θα σβήνω τη χαρά μου
κι αυτά τα ωραία που κυλήσανε μπροστά μου.
Γι’ αυτό γυρίζω στα παλιά να ξεδιψάσω·
οι στιγμές μου μ’ αφήνουνε παρέα να ξαποστάσω
και λιγώνουν τη ψυχή μου κάθε τόσο.
Από τα όμορφα δε θέλω να γλιτώσω.

Δε θέλω να γλιτώσω από τα όμορφα,
γιατί εκείνα την ασκήμια μου σκεπάζουν
κι όταν φοβάμαι τα πιο μεγάλα ψέμματα,
μακάρι πάντα να μου τάζουν.
Δε θέλω να γλιτώσω από τα όμορφα,
ούτε για λίγο σου λέω να τ’ αποφύγω.
Τα φτιάχνω θύμηση και τα ντύνω όνειρα
και μες στη σκέψη μου τα πνίγω.

Είναι τα όμορφα με τ’ άσχημα μπλεγμένα,
πάνω στης μοίρας τα παραμύθια κεντημένα,
ξαναμμένα με τραβάνε στο χορό τους το τρελό·
ψάχνω τα βήματα να βρω και χάνω το ρυθμό.
Μα όταν με πιάσουνε τα όμορφα απ’ το χέρι
με ταξιδεύουνε στου ήλιου το κρυμμένο μου αστέρι
και μου ανοίγουν τη ψυχή να τραγουδήσω,
με τη βροχή του κόσμου να νυχτοπερπατήσω.
Όμως, δε ξέρω αν πρέπει να μείνω ή να φύγω,
αφού τα όμορφα κι αυτά κρατάνε λίγο
και μένει ο φόβος στη ζωή συνοδοιπόρος
σε κάθε ανάσα, κάθε σκέψη απαράβατος όρος.
Κι ενώ το ψέμα κι εγώ είμαστε πράματα χώρια
να με γλιτώσει θέλω, όταν φοβάμαι, από τα ζόρια.
Μικρό το κακό, αφού τουλάχιστον θα ζήσω,
τις κλεμμένες στιγμές για λίγο όνειρα θα ντύσω.
Ας λένε πως τα δύσκολά θεριεύουν τη ψυχή,
είναι ο πόνος όμως, στιχοπαιδεύτρα ευχή.
Μη με αφήσεις εδώ πέρα να στοιχειώσω,
από τα όμορφα δε θέλω να γλιτώσω.

—————–

Θα ξορκίσω τα κρυφά

————–

Δε λέω πως με πήρανε οι μέρες και τα χρόνια
ούτε πως βρήκα κιόλας το μυστικό το μεγάλο,
μα τώρα δα κάτω απ’της νύχτας τα σεντόνια
από ψηλά σαν να σε άκουσα, το δίχως άλλο,
να ομολογάς τους φόβους σου για το άγνωστο,
μα πριν καν φτάσεις να διαλέγεις τη φυγή,
γι’ αυτό άκου κι ας μην είναι ευχάριστο
θα σου πω τι θα βρεις σαν θα κατέβεις στη γη.
Πως θα νιώσεις το χώμα στην αρχή μπουσουλώντας,
μα στου χρόνου σου το γιόμα θα το κάνεις μαξιλάρι.
Πως θα δώσεις ζωή στα όνειρά σου τριγυρνώντας,
για να τα ‘χεις τη νύχτα μυστικό προσευχητάρι.
Ιστορίες του ανέμου θα σου πω και παραμύθια
για αστέρια που γίνανε πιστοί οδηγοί,
θα σου πω αν το θες και τη μόνη αλήθεια,
πως σκορπίζει ο ήλιος στα σπλάχνα τη γη.
Θα σου πω να προσέχεις κάτι ανθρώπους- ποντίκια,
ν’ αποφεύγεις θα σου δείξω την ύπουλη οχιά.
Θα σου πω πως να βλέπεις τον πόνο αντρίκια,
για την τύχη που φέρνει κρεμάλας τριχιά.

Θα σου μάθω λοιπόν, ό,τι κρύψαν από μένα
κι όσα φοβόντουσαν εκείνοι ν’ ανταμώσω,
θα ξορκίσω τα κρυφά και τ’ αφημένα
κι ίσως παρέα σου για λίγο να γλιτώσω.
Θα βλέπω ονείρατα μικρά σημαδιακά,
θα σου κρατάω από το διάβα τους τη γλύκα,
μήπως και βρεις τα λαβωμένα ξωτικά
που η αγάπη μου σου άφησε για προίκα.

Δε θα σου μάθω ποτέ να σκύβεις κάτω το κεφάλι
– καλά να πάθεις και στις αναποδιές –
καιρός να μάθεις της ήττας τη ζάλη,
μα οι ζημιές είναι κέρδη και τα κέρδη ζημιές.
Θα σου πω κι άλλα τόσα, τώρα πια πήρες μπόι?
ξέρεις, φταίει ο θεός για τον πρώτο φονιά?
πως μετράει θα σου πω αυστηρά το ρολόι
και πως ο κίνδυνος παραφυλάει σε κάθε γωνιά.
Πως η σκέψη βουλιάζει μέσα σ’ ονείρατα σκάρτα
και του ανθρώπου τη μοίρα τυραννάει ο νους.
Γι’ αυτό σου λέω, μάζευτα όλα και κάφτα?
τι γυρεύεις καλέ μου στους μοντέρνους καιρούς
Θα σου πω και γι’ αυτούς που γυρνούν τα γρανάζια
και για κείνους που φορέσανε μια σένια στολή.
Θα σου πω και για τ’ άλλα, κοριτσίστικα νάζια,
γιατί κλαίει μια γυναίκα στο πρώτο φιλί.
Θα σου πω να προσέχεις καλά που πατάς,
γιατί η μνήμη χτυπά και νικάει τη λήθη,
γι’ αυτό τα λόγια και τα βήματά σου πάντα να μετράς
κι απ’ όσα ακούς, μόνο η καρδιά σου να σε πείθει.

—————–

——————————————————–

Μαγικός αυλός

——————————————–
Χάλασες τον ύπνο μου με τις φωνές ντελάλη,
μα ξημερώνει μια γιορτή μεγάλη.
Χαλάλι, θα ντύσω τη μοναξιά μου
με της ντροπής την πράσινη τη φορεσιά μου.
Στα μαλλιά μου θα βάλω έναν ήλιο όπως όλοι,
κάθε φορά που γιορτάζει η πόλη,
σ’ ανάμνηση ενός παλιού βασιλιά
θα κοιτάω γλυκά και δε θα βγάζω μιλιά.
Θα χαθώ στα σοκάκια, μη με πάρουν χαμπάρι
– ευτυχώς, έχει μεγάλο παζάρι.
Πρέπει να βρω να πάρω κάτι για την ψυχή μου,
αφού ντρεπόμουν και δεν την πήρα μαζί μου,
γιατί φοβάται τους στρατιώτες κι ανθρώπους μερικούς,
δε γνωρίζει πως πρέπει να μιλάει σ’ αυλικούς.
Μην εκτεθώ σαν την προηγούμενη φορά και πάλι
που είχα έρθει στη γιορτή μ’ ένα κόκκινο σάλι.
Θα ‘χουν σκεπάσει οι σημαίες τον ουρανό
και στην πλατεία θα ‘χουν βάλει ένα καλάθι γαλανό
και τον πράσινο μάγο σ’ ένα σημείο ψηλό
να παίζει δυνατά με τον μαγικό αυλό.

Ποτισμένο χίλια λάθη
ένα φίδι στο καλάθι,
σφύρα του να βγει να μάθει
με τον μαγικό σου αυλό.
Κι αν κοντά σου θέλει να ‘ρθει
που μυρίστηκε τα πάθη,
χάρισέ του ένα αγκάθι
να ψάχνει ουρανό

Όμως, φοβάμαι η γιορτή μη γίνει παρωδία,
ο μάγος παίζει αλλιώς μια παλιά μελωδία
κι έχει τρελάνει το φίδι που παράξενα σαλεύει,
δε χορεύει όπως παλιά, κάτι γυρεύει.
Ό,τι βλέπει, μοιάζει ίδιο, μ’ αλλιώτικα μυρίζει?
σα να ψάχνει ουρανό κι όχι εκείνον που σφυρίζει.
Θα θυμώσει τον καινούργιο, τον πράσινο μάγο
που ‘ναι φτιαγμένος από βρώμικο πάγο.
Θ’ αλλάξουν χρώμα οι αυλικοί όπως το χώμα,
όταν κρατάει το νερό πάνω του ακόμα
και σαν αρχίσουν στη γιορτή μας τα λάθη,
θα μείνει μόνο στην πλατεία το καλάθι
με το φίδι να χορεύει ακόμα μοναχό του,
χωρίς ν’ ακούει μουσική από τον αυλό του?
κι ευτυχώς ψυχή μου που δεν ήρθες μαζί μου,
τσάμπα ντύθηκα κι εγώ με τη ντροπή μου.
Μείναμε μόνοι με το φίδι τρελαμένο στο καλάθι,
τόσες φορές κι εγώ τα ίδια έχω πάθει.
Λέω να βάλω μια φωτιά για το καλό
και να κάψω τον μαγικό αυλό

—————————————————-

———————–

Πετρανάσα

Πετρανάσα μέσα από ρίζες και βάσανα
πρωτοταξίδεψες και ’γω μαζί σου ανάσανα
στίχους και ήχους ποτάμια και γητέματα,
κι άρχισες να μου τραγουδάς, αλλά στα ψέματα,
όπως αρέσει σε παιδιά να λένε τις αλήθειες τους,
μου έφτιαξες κόμπους μυστικά και μου ‘πες λύσε τους,
με μια ανάσα ή και πιο γρήγορα είπες,
πριν την αυγή ρώτα τη γη έτσι στ’ αυτί μου είπες.
Γιατί όταν τα χώματα μουγκρίζουν τα νερά σωπαίνουνε,
σε φοβερίζουν το ίδιο, σε τραβούν σε σέρνουνε,
στα τρίσβαθα υπόγεια, στις χρονορωγμές
που ανοίγουνε σε χίλια ανθρώπινα χρόνια λίγες δικές σου στιγμές,
Πετρανάσα, σώμα αόρατο,
απάνω το ένα στ’ άλλο σωρό βουβό κι αμπόρετο
θαύμα, σεισμός με πάταγο,
και στεναγμού χάδι πανάλαφρο κι αβάσταγο.

Πετρανάσα – απ’ τις ρωγμές και τα βάσανα,
έφερες μνήμες κι εγώ μαζί σου ανάσανα,
έγινες ρίμες, ευχές κι ανάθεμα,
στου ουρανού και της γης το πάντρεμα.

Πετρανάσα, κράμα ατόφιο και διάφανο,
ανάσα μ’ άρωμα πεύκο και λάβδανο,
θαμμένο βάλσαμο σε σπρώχνουν φλόγες κλέφτρες
να βγεις στο φως να ξεκουνάς τις πέτρες
απ’ τα θεμέλια να ξυπνάς με χωματένια γέλια,
των δέντρων τις σκιές στου ποταμού τα ρέλια,
τα νερά που σέρνονται σα φίδια,
τα βράχια που αρπαχτήκανε απ’ του γκρεμού τα φρύδια·
κάθε τόσο από ψηλά τους ξεγλιστράν χαλίκια
που αναστατώνουν πέφτοντας και του βυθού τα φύκια.
Και του ανέμου ο γιος ο ζέφυρος, σου δόθηκε καπάρο,
κάθε φορά που ακούγεσαι να τρίζει η γη σαν κάρο.
Πετρανάσα, ξάγρυπνη ανάσα και θυμητικό μου
μετράς χτυπήματα, στοιχειώνεις το ρυθμό μου,
ψιθυρίζεις μυστικά, στίχους και ανάθεμα,
ξαναχώνεσαι στης ρίζας το βάθεμα.

Χίλια ανθρώπινα χρόνια ή δέκα αιώνες κουρέλια.
Ήλιος σ’ απάτητα χιόνια και στοιχειωμένα θεμέλια.
Άκου τα γέλια τα πνιχτά, τα χωματένια,
ψάχνουν εσένα σε κράματα μαλαματένια
Κι εσύ σωριάζεις του φόβου μας τ’ αφόρετα,
καλοταιριάζεις τα κουρασμένα με τ’ αμπόρετα
Πετρανάσα, σώμα αόρατο,
μυστικό μέσα μου εξόριστο.

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Sadahzinia, Δε θέλω να γλιτώσω από τα όμορφα…”

  1. Le grand écrivain Says:

    Στο παρακάτω link ενημερώσεις και πληροφορίες για την υπόθεση της αδιανόητης φυλάκισης του Μάριου Ζ. (αδιανόητης ακριβώς διότι γράφει στα παλιά της τα παπούτσια το αποδεικτικό υλικό που συνηγορεί στην αθωότητα του), που συνελήφθη κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης της 11-03-2010:
    http://freemariosz.wordpress.com/
    Το νέο πρόσωπο του φασισμού είναι εδώ…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: