Κυριάκος Ραμολής, Εσωτερικό σωλήνα

Banksy, Manifesto

Κυριάκος Ραμολής

—————

Εσωτερικό Σωλήνα

(2008)

———————— C. FABRITIUS

Δεν είν’ καιρός ακόμα

να πιάσω το ξυράφι

να σφάξω το πουλί

Σωστά μιλάει ο δάσκαλος:

έχει και το σκοτάδι

τον ίσκιο του

Αλλά πάλι, πως θα δείξω

με πινελιές χωρίς αφαίρεση

αυτού που με κοιτάζει

από αυτόν που εγώ κοιτάζω

πώς θα εφεύρω το πρόσωπο μου;

Όχι, αυτό το πορτρέτο

είναι –φοβάμαι– η εισαγωγή

μιας άλλης πράξης

Όσο πλησιάζω

εξαφανίζεται η παλέτα

τα χέρια μου

—————— ζητούν το ξυράφι

τα βήματα μου οδηγούν

στην πυριτιδαποθήκη

από το 1654

——————– στο 1888

Δεν είν’ καιρός ακόμα…

——————–

———————- Επιστολή σε μια γυναίκα

——————

Άγγιξα πριν ριγήσω από τους αγέρηδες της ντουλάπας μου, την υψικάμινο του λαιμού σου. Ψαχούλευα τυφλός κάτω από το φεγγάρι που καταστέλλει την ήπια φλέβα του ανοικείου και του λησμονημένου νεύματος, έσερνα τη νόησή μου μέσα στα φρύγανα των μαστών σου. Διέκρινα έναν έρημο ερωτιδέα να ξαποσταίνει στο θρόισμα του βλέμματός σου. Κι εγώ ο βέβηλος, άρπαξα μια βεντάλια και έσβησα τον στεναγμό του.

Αν εμφανιζόταν αποτρόπαιος κάποιος ήλιος, αν δε μάζευες τις οχιές των μαλλιών σου, θα κρυβόμουν πίσω από τις πρώτες μας χειραψίες, θα άπλωνα τις σάρκες μου στα πεζοδρόμια. Αλίμονο όμως, οι πρόκες που γλυκοφύτεψες στο στόμα μου γίναν βιολέτες, και πρέπει να τις φτύσω στο περιβόλι σου. Εκείνος ο βαλσαμωμένος γιάπης στα αριστερά του κρεβατιού σου (στα δεξιά βρισκόταν –θυμάμαι– ένας τοίχος), κρατούσε τη γλώσσα της γραβάτας του και ήταν μονίμως έτοιμος να με χαστουκίσει με δαύτη. Έτσι κουλουριαζόμουν γυμνός στις πελιδνές τροχαλίες μου.

Η ροή των καλωδίων ανάγκαζε τους πελαργούς να μεταναστεύουν αν και όταν φορούσα τα σανδάλια μου δε γύρευα το νόστο. Εξάλλου τα τσακισμένα φύλλα στα βιβλία που διάβαζαν τα γόνατα σου, είχα αντιληφθεί πως δεν ήταν τα σημεία που γύρευα. Αυτός ο τόπος, ο τόπος του έρωτα είναι σπαρμένος με τις πλειάδες των νημάτων και των λιθαριών που οι άλλοι έριχναν σαν να έπαιζαν ζάρια. Ποια είναι τα σημεία σου; Πρέπει να προχωρήσω.

Βάτραχε που αναδύεσαι από το τέναγος, καπετάνιε που κουρδίζεις το ρολόι σου μεσοπέλαγα, φωνή μου που ψιθυρίζεις, κλειδώστε την ύλη μέσα στο χρόνο. Η διακοπή των σπασμών μου ας γίνει ο μετρονόμος σας. Τα ψαλίδια που σχίζουν την γλώσσα μου ας κρατηθούν από τις σπίθες μιας παλινόρθωσης. Κραδαίνουν το κοντάρι τους και κατεβάζουν ένα προς ένα τ’ αστέρια. Όμοια καθώς οι ψαράδες ανασύρουν τη λεία τους.

Τα μεσημέρια θα γιορτάσω την πτώση μου με προσευχές. Θα τρίψω με τα βλέφαρα μου το ναό και τις εικόνες του. Ο κύριος Σταντάλ χρησιμοποιούσε ως καταφύγιο το καμπαναριό του χωριού του. Οι καμπάνες που σηκώνω για να διασχίσω το πλήθος είναι το νεκρό σώμα μιας πεταλούδας. Όταν κάποτε θα καταφέρω να ανοίξω τα παραθυρόφυλλα του ιερού οίκου, είμαι βέβαιος πως θα ανταμώσω μια γυμνόστηθη κοπέλα να τινάζει ένα μυρμήγκι από τη μαραμένη ρώγα της.

———————

————— Σκέλος

——————————–

Κρίνο στο πέλμα του Θεού

εύφημο δαχτυλίδι

κάτω απ’ το σύδεντρο στιλπνό

χαίρεσαι τη σιγή σου

Λίβανος ύπνος καίγεται

πρόσωπο μυρωμένο

στον τόπο τον ασώματο

Άραβα ουρανέ

Τσακίζω τη λωρίδα μου

σηκώνω τη σφεντόνα

————————–

Κίρκη ασπίδα, γύψινη

σκάλα, τέμενος Βηθλεέμ

με σκώληκες γεννιέσαι άχραντος

μητέρα Παλαιστίνη

Κι εγώ μετρώ αλγόρυθμος

τα μέτρα του χορού μου

Δαγκώνοντας κυδώνια

γερμένος αναιδώς

σ’ αυτό που πάλλεται

και στέκεται από τον λαιμό μου

——————————-

——————– Ο Βέλθανδρος στην Πάτμο

—————————-

Σπινθήρες μαύρων κεραυνών

τα χέρια σου στις τσέπες

του αποστόλου που έβρασε

στη χύτρα την καρδιά του

κι έπλεξε πανωφόρι

μη γελαστούν οι πελαργοί

μες στα συρματοστέφανα

που κήρυξαν ανάδοχο

έναν αγύρτη μύστη

κοκκινολαίμη, άγουρο

στου θυμαριού την πρέζα

ξενιτεμένος, άραχλος

έσκαβε το μετόχι

με καλιμαύχι πράσινο

σκουφί από τα όρη

κι έγινε δέντρο, ξάνοιξε

τις ρίζες του, το στέρνο

βουίζει τώρα, ταμπουράς

χορεύουν τα σπουργίτια

στο Κάστρο –λεν– ξαγρύπνησε

μια μαγεμένη κόρη

————————

—————- Ένα θεολογικό παράδειγμα

—————————

Έπεσε λοιπόν η πρώτη βροχή

πάνω σε χώμα διψασμένο

————————————– Ωστόσο

πώς γίνεται να διψούσε το χώμα

δίχως τη συνείδηση της βροχής

χωρίς δρολάπια κι εξεγέρσεις;

Και πως θα έρθουν οι νέες βροχές

μετά από αυτόν τον παραλογισμό

πώς θα στοιχειοθετήσουμε

———————————— έστω και μια ψιχάλα

πάνω στο μέτωπο της ερημιάς;

—————–

————-Αποχαιρετισμός στα (ρ)όπ(α)λα

———————–

Σάπισε η μεμβράνη μου

και δεν βροντά το ταμπούρλο

μιας ψυχής σερπετής

στο καρφί και το κάρβουνο

—————————————

μόνο ο τρελός κηπουρός

με το μπακιρένιο ποτιστήρι

φυτεύει τις σταγόνες του

στο στέρνο που λαχτάρησε

να πει ένα τραγούδι

—————–

***

———————-

Κυριάκος Ραμολής, Εσωτερικό σωλήνα, εκδ. Πανοπτικόν, 2008

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: