Ζ. Δ. Αϊναλής, Κάθε Πρωί

Willem De Kooning, Untitled II

Ζ. Δ. Αϊναλής


Κάθε Πρωί

Εφτά Ποιήματα Για Την …


Τί ὡραιώθης καὶ τί ἡδύνθης, ἀγάπη, ἐν τρυφαῖς σου; τοῦτο μέγεθός σου ὡμοιώθη τῷ φοίνικι καὶ οἱ μαστοί σου τοῖς βότρυσιν. εἶπα Ἀναβήσομαι ἐν τῷ φοίνικι, κρατήσω τῶν ὕψεων αὐτοῦ, καὶ ἔσονται δὴ μαστοί σου ὡς βότρυες τῆς ἀμπέλου καὶ ὀσμὴ ῥινός σου ὡς μῆλα καὶ λάρυγξ σου ὡς οἶνος ὁ ἀγαθὸς πορευόμενος τῷ ἀδελφιδῷ μου εἰς εὐθύτητα ἱκανούμενος χείλεσίν μου καὶ ὀδοῦσιν.

ισμα σμάτων, στιν τ Σαλωμων, Κεφάλαιον Ζ΄


Κάθε πρωί ξυπνώ με σένα μες το κεφάλι μου πρώτα ανοίγουν τα μάτια σου να με κοιτάν δίχως να βλέπουν καστανά και μεγάλα εμένα με πιάνει τότ’ ένας φόβος θανάσιμος έπειτα το πλαίσιο παίρνει να φωτίζεται λίγο-λίγο αχνά στην αρχή και παρουσιάζεσαι τέλος ολόκληρη εκθαμβωτική μαρμάρινη μες την μαρμαρυγή δροσοσταλίδες τρέμουσες τα βλέφαρα σου πάλλονται απαλά μισάνοιχτα τα χείλη σου ερωτικά επάνω τους κρέμομαι με το ‘να μου χέρι και με τ’ άλλο μετεωρίζομαι να προσπαθώ να ισορροπηθώ τα πόδια νευρόσπαστα ταλαντεύονται παγιδεύομαι στο κενό αγγίζω τα χείλια σου κανονικά θα ‘πρεπε μα δεν καταλαβαίνω χαρά μ’ αυτήν την αγωνία να βαραίνει μες στην καρδιά εσύ δεν αισθάνεσαι τίποτα παρά μια ενόχληση παράσιτο σαν γαργάλημα βαριέσαι να σηκώσεις να με διώξεις το χέρι σου μην ξυπνήσεις μην ξυπνήσεις προσεύχομαι αγάπη μου να προλάβω να σκαρφαλώσω να σταθώ όρθιος στο πηγούνι σου ν’ ατενίζω τη θέα σου αθέατος βυθισμένη στο μαξιλάρι όπως κάθε πρωί μέρες τώρα όταν ξυπνάς σ’ ονειρεύομαι δίπλα μου

***

Είχες έρθει λέει στο σπίτι μου καθισμένοι στο ξύλινο πάτωμα πίναμε ένα τσιγάρο μαζί ανάμεσα σε δυο κεριά αναμμένα σκοτεινή μουσική μια κίνηση ανεπαίσθητη και σε νιώθω δίπλα μου τόσο εκεί τυλίγονται στο κορμί σου τα χέρια μου σκαρφαλώνουν κισσοί τα χείλη μου στα χείλη σου ασθμαίνουσ’ αναπνοή αμφιταλάντευση στιγμιαία αμφίσημη απειλή καυτή υφή υγρή υφή ξαπλωμένος επάνω σου η πλάτη σου τα μαλλιά περιδινούνται στο πάτωμα ποτάμια θολά κοιτάζω βυθίζομαι στα χαρακτηριστικά σου τα πιο βαθιά τα μάτια σου επίμονα με τρυπάνε βλέπουν ως μέσα την εκδορά πάλι και πάλι σηκώνουν λύνουν τα χέρια μου το κορμί σου γυμνή αγγίζω νιώθω τα στήθη σου είμαι εσύ κοιλιά σε κοιλιά μηροί σε μηρούς μέσα σου είμαι εγώ αδύναμο φως οι φλόγες χορεύουνε των κεριών σκιές γυμνές πάλλονται τοίχοι πορτοκαλί ήχοι γνωστοί σκοτεινή μουσική καυτή φωνή υγρή φωνή θάλασσ’ αμφίστομη με βυθίζει με σβήνει απ’ τη γη το επόμενο πρωί γονατισμένος στο πάτωμα με συνδετήρες περιχαράκωνα τα ίχνη σου φεύγοντα φαντασίωση επαναλαμβανόμενη κάθε νύχτα ως την αυγή

***

Αναπαριστούσα με τις ώρες τις εικόνες σου στο μυαλό μου ανακεφαλαιώνοντας τις μαλακίες που κατά καιρούς είχα πει μισώντας τώρα τον εαυτό μου όλες αυτές οι φωνές στο κεφάλι μου ουρλιαχτά μου ‘ρθε να βγάλω μία κραυγή να κατεβώ οχτώ ορόφους τις σκάλες ασθμαίνοντας να ματώσω να τρέχω στους δρόμους μες στη σελήνη να διασχίσω τη νύχτα απαυγάζων γυμνός να φτάσω στην πόρτα σου λαχανιάζοντας να παραβιάσω τον ύπνο σου με κομμένη πνοή καθισμένος στα πόδια του κρεβατιού στα πόδια σου να σε ξυπνήσω να με κοιτάξεις άγουρα ξυπνημένη με τα μεγάλα υπέροχα μάτια σου γεμάτα απορία όχι φόβο συγχώρεσε μου τις μαλακίες που έχω πει κι έχω κάνει προσπαθώ χρόνια τώρα να μεγαλώσω αγάπη μου πόσο ήθελα να φιλήσω τα χείλη σου τόσο κοντά σχεδόν μια πνοή ο χρόνος τώρα κινούταν με την δική του ταχύτητα κι εσύ δεν ήσουν εκεί

***

Ήμασταν σκυμμένοι μεθυσμένοι κι οι δυο στο παράθυρο κάτι προσπαθούσες χειρονομούσες έκανες να μου εξηγήσεις πέρα βαθιά πολύ στο σκοτάδι λέει δεν ένιωθα εγώ την ανάσα σου ματαιοπονείς έκανα να σου πω να μου πω δεν ακούω τα χείλια σου άπλωσα το χέρι μου να σε κρατήσω το μπράτσο εσύ συνέχιζες έκανα να το περάσω απ’ την μέση σου να σε φέρω κοντά μου να βρέξω σα δηλητήριο τα χείλια σου να κατεβώ το λαιμό σου υγρός εκείνη τότε τραβήχτηκε πρώτη φορά διέκρινα στο βλέμμα της μια σκιά φόβο ξηλώνοντας μία-μία τις κλωστές της καρδιάς μου θα με σκότωνε βράδια αμέτρητα σειρά τις επόμενες νύχτες μεταφέροντας την αφή της στα χείλια μου στο βλέμμα της θα ‘κλαιγα

***

Έκανες και πάλι τον κλόουν απόψε γελοίος δίχως ίχνος αξιοπρέπεια κι όλοι γελούσαν κι έπειτα στο δρόμο του γυρισμού μόνος μαζί της άλλη μια εξομολόγηση άχρηστη περνώντας γέφυρες και ποτάμια και λάμπες θολάμια θολά εναλλασσόμενα σκοτάδια ημίφωτα και νόμιζα είχα παρατήσει για πάντα τα τερτίπια του γελωτοποιού κοινή πόρνη φυλακισμένος στο ίδιο χαμόγελο πικρό ασφυκτιώντας έτσι μες την απαρασάλευτη άνοιξη μικρότερος ξέρεις το συνήθιζα είπα πολύ μπορεί και να μεσολάβησε κάποια ερώτηση μέσα στην έτερη αμήχανη σιωπή ήθελα απόψε να τιμωρήσω τον εαυτό μου εσύ μπορεί και να ‘θελες να ρωτήσεις δεν ξέρω ίσως γιατί ήθελα να ξευτιλιστώ στα μάτια σου ολότελα μια ανάγκη σαδιστική αυτομαστίγωσης σήμερα πώς να σπάσω πες μου τούτο τον τοίχο που έχτισες γύρω σου γύρω μου δηλαδή κι εσύ συνέχιζες να διαβαίνεις αμίλητη να μπορούσες μόνο να αισθανθείς πως με πονάει έτσι που με απέκλεισες απ’ τη ζωή σου ολότελα να με άφηνες έστω εκεί απλό παρατηρητή στη σκιά μια απλή παρουσία στην πόρτα σου τσόλι να σκουπίζεις τα πόδια σου όταν θα βγαίνεις τα βράδια εγώ να φυλάω σκυλί

***

Άντε ρε αδερφέ! Καιρό έχουμε να τα πούμε! Τώρα που μείναμε μόνοι πες μου, πώς τα περνάς; Τα ίδια ρε αδερφέ, όπως τα ξέρεις. Τίποτα το ιδιαίτερο. Καλά θα με τρελάνεις τώρα ρε μαλάκα; Λείπεις τόσους μήνες και γυρνάς και μου λες όπως τα ξέρω; Ποια ξέρω; Τ’ αρχίδια μου ξέρω! Εμπρός! Λέγε! Άκου, λοιπόν, αφού επιμένεις μιαν ιστορία απίστευτη, κάτι σα μεταφυσική. Την ποθούσα με ένα πάθος βουβό. Όμορφη, εκθαμβωτική, απόμακρη κι ωστόσο γλυκιά το πιο γλυκό πλάσμα που συνάντησα στη ζωή μου επάνω στη γη μικροσκοπική δεν μου ‘χε δώσει δείγματα πολιτικοποίησης ίσαμε εκείνη τη στιγμή μπορείς να φανταστείς την έκπληξη μου λοιπόν όταν την βλέπω παραδίπλα μου στην πορεία εκεί είσαι το τελευταίο άτομο που περίμενα να συναντήσω εδώ είσαι γεμάτη εκπλήξεις αλήθεια της λέω χαμογέλασε αποκωδικοποιώντας το κομπλιμέντο πιάσαμε την κουβέντα πρώτη φορά ήρθαμε τόσο κοντά μόριο ένα μέσα στον κόσμο μαζί και τότε άρχισε οι μπάτσοι σε φάλαγγα σκίζαν την πορεία στα δυο να χτυπάν ρυθμικά τις ασπίδες πρωτόγονοι με την βάση των  γκλομπ δακρυγόνα φυσούνες αέρια φωνές χέρια ανεβοκατεβαίνουν κινήσεις τυφλές σώματα παλμικές ένας πολτός πόδια σαρώνουν να πέφτουν κεφάλια ματωμένα στ’ οδόστρωμα καπνοί σ’ έχασα μέσα στην φασαρία σ’ έχασα τα μάτια μου τυφλά απ’ τα δακρυγόνα φωτιές δεν βλέπουνε σ’ έχασα τίποτα και ξάφνου σε βρίσκω ξανά ένα λίγο πιο μακριά ανάμεσα στα πόδια των μπάτσων χέρια ανεβοκατεβαίνουνε γκλομπ τρεις σε χτυπούσαν μαζί έβγαλα μια κραυγή έτρεξα προς το μέρος σου δίπλα μου ένας μεταλλικός πάσσαλος μπηγμένος στη γη ούτε και γω ξέρω πως με μια κίνηση ξεριζώθηκε τον σήκωσα και τον έφερα στον πρώτο που ήτανε πιο κοντά κι έπειτα στους άλλους διαδοχικά μείναν στο δρόμο σφαδάζοντας έκανα να σε σηκώσω να σε στηρίξω να περπατήσουμε δεν μπορούσες να φύγουμε από κει σε κρατούσα στην αγκαλιά μου όταν σε έβαλα στο ταξί ρωτούσα τον ταξιτζή για κάποιο νοσοκομείο μου έσφιξες το χέρι όχι μου έκανες νεύμα με τα μάτια τη διεύθυνση σου σε ρώτησα δεν μπορούσες να απαντήσεις ο ταξιτζής έδειχνε ν’ ανυπομονεί αναγκάστηκα τελικά έδωσα τη δική μου πώς να σε πάω στη σοφίτα εκεί σκοτεινή το αυτοκίνητο ξεκίνησε γύρισα τελευταία φορά το κεφάλι μες απ’ το τζάμι να δω το πλήθος παλλόμενο πάντα να συρρικνώνεται κατέβηκα πρώτος πλήρωσα άνοιξα την πόρτα διάπλατα και σε πήρα πάλι στην αγκαλιά άνοιξα με κόπο την πόρτα να μπούμε στο ασανσέρ κάποια στιγμή έκλεισες τελείως τα μάτια έγειρες το κεφάλι τρόμαξα ψιθύρισα το όνομα σου γύρισες το κεφάλι σου προς το μέρος μου και μου ‘γνεψες να μου δώσεις να καταλάβω ανοίγοντας τα μάτια λίγο ξανά μόλις μπήκαμε σπίτι σε ακούμπησα στο κρεβάτι προσεκτικά σκέφτηκα να βγάλω τα ρούχα σου να σου βάλω κάτι πιο άνετο το μετάνιωσα σου έβγαλα απλά παπούτσια και κάλτσες και σε τύλιξα στα σκεπάσματα προσεχτικά σε μια καρέκλα τα επόμενα δύο μερόνυχτα περασμένα στο προσκεφάλι σου άρχισες ν’ ανεβάζεις πυρετό σε ρωτούσα ξανά και ξανά αν ήθελες να πάμε σε κάποιο γιατρό πεισματάρα επέμενες όχι ελάχιστες φορές σε άφησα μόνη ίσα για να πεταχτώ να ψωνίσω να φτιάξω κάτι να φάμε να φας δηλαδή δεν ήθελες δεν δεχόσουν με τίποτα μόνιμα δίπλα μου βουτηγμένη σε κρύο πετσέτα νερό το τρίτο πρωινό εμένα με είχε πάρει ένας ύπνος ανήσυχος ένιωσα ένα άγγιγμα παγωμένο στο χέρι μου πετάχτηκα νόμιζα ήθελες κάτι έκανα να το τραβήξω αντανακλαστικά απ’ την παλάμη σου να ρωτήσω εσύ μου το έσφιξες αδύναμα άσ’ το μου είπες σε κοίταζα ξαφνιασμένος στο πρόσωπο σου ταλαιπωρημένο χλωμό έλαμπ’ ένα χαμόγελο αδύναμο γονάτισα μπροστά σου στο πάτωμα κοιτάζοντας σε κρατώντας πάντα στο χέρι σου την παλάμη μου ξαφνικά έκανες μια κίνηση απροσδόκητη είδα το άλλο σου χέρι να διασχίζει τον αέρα αργά προς το μέρος μου άγγιξες το πρόσωπο μου χαϊδεύοντας με το ίδιο πάντα χαμόγελο μυστηριακό και αδύναμο είναι η πρώτη τρυφερή σου κίνηση μετά από τόσο καιρό της είπα με κάποιο παράπονο χαμηλώνοντας το κεφάλι… μου ερχόταν να κλάψω…

…………………………………………………………………………………………..

Μαλάκα! Τι απίστευτη ιστορία ήταν αυτή! Ρε συ, αληθεύουνε όλα αυτά ή με φλομώνεις τόσην ώρα στη μαλακία ;

Μην πιστεύεις ποτέ τα λόγια ενός ποιητή.

***

Και γω που τόσο πόθησα να σπείρω το κορμί σου

να γίνω άνοιξη βαθιά βροχή χρυσή στους πιο βαθιούς λαγόνες

να γίνω αίμα ποταμός σπασμός χυμένο σπέρμα να γίνω μέσα σου ζωή

ζωή να ξαναδώσω θαύμα

Παρίσι,

Γενάρης – Απρίλης 2007

***

Τα ποιήματα του κύκλου «Κάθε Πρωί» δημοσιεύτηκαν ‘πετσοκομμένα’ στην συλλογή Αποσπάσματα (2008).

3 Σχόλια to “Ζ. Δ. Αϊναλής, Κάθε Πρωί”

  1. Ενα μωρο με δυο κεφάλια,με δυο κεραμίδια σατ δυο του τα φρυδια

  2. ενας στρατος ανωνυμης αηδιας τρεχει στους δρομους της δειλιας σαν τα μωρα με δυο κεφαλια σαπια γατια σε κεραμυδια με ματια κελιστα κλειστα διχως τα φρυδια

  3. Ξερεις ανωνυμε οτι μπορουμε να φτιαξουμε οτιδηποτε με τις λεξεις Βλεπεις για αλλους ειναι κενες περιεχομενου σανς τα κλυβια τα αυγα Για αλλους ομως ειναι μεστες συναισθηματων
    Εαν επιθυμεις μπορουμε να παιξουμε ριμαροντας με τις ωρες
    Θα κανει πολυ καλο και σε σενα να δεις πως συναισθητα μπορει να βγαλεις τα εσωψυχα σου παιζοντας το παιχνιδι αυτο
    Εκτος αν απραμενεις κενος ψυχης οπως οι λεξεις που χρησιμοπιεις αγαπημενε μου ανωνυμε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: