Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Francis Bacon, Study after Velazquez's Portrait of Pope Innocent X (1953)

Αλέξης Τραϊανός

(1944 – 1980)


Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems

(1977)


Μέρος Α’

Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα


Ηλεκτρική καρέκλα


Δεν κατασκεύασα κανένα από αυτά

Τα άδεια συρτάρια του κόσμου

——————————————————————–

Τίποτα από σχήμα απάτης και τίποτα απ’ αυτόν τον κόσμο

Να ζει να τρέφεται απ’ τις λέξεις μου

Να γλείφει τα χέρια μου

Με το σοβαρό μισό του εαυτού μου

Γερνώντας και γέρνοντας σ’ εν’ άλλο μισό γελαστό

—————————————————————

Δεν είναι βλέπεις μόνο η πόλη που παίζει μόνη

Με τόσα πολλά αυτοκίνητα

Χίλιες φτηνές ευκαιρίες για τόσα ακίνητα

—————————————————–

Δεν είναι βλέπεις μόνο η πόρνη

—————————————————–

Όμως άλλες φωνές δεν ήτανε στους δρόμους

———————————————–

Χέρια σκυλιά τινάξανε οι τοίχοι

——————————————–

———————Λοιπόν πού πήγαινα

———————Μισός νύχτα μισός κτήνος

———————Μέσα στον ψόφιο ζέφυρο

————————

———————Φθινόπωρο και πανικός και παγωμένο φως

———————Και Μαδιάμ μοίρα από φαντάσματα πράγματα

———————————

Πένα σκληρή Πουλί της καταιγίδας

Πού πήγαινα και είμαι πάντα εδώ

Που αρχίζω να περπατώ

Μέσα στις καιρικές συνθήκες του δωματίου αυτού

Αρχίζω να περπατώ

Σ’ αυτό το γκρο πλάνο του τρόμου

Σαν ένα μπαστούνι δίχως κανένα τυφλό

Τραβώντας από μέσα μου

Τ’ ατέλειωτο τούτο καρφί

Καθώς όλο και πλησιάζει αυτή η κυρία

Με τα μαύρα και τα κεριά

Και βρέθηκα πάλι μέσα στο πάλι σπίτι

Με το στόμα μου απέναντι ή μιαν εκδοχή

Από τόσα πεζά κείμενα

Τόσες εκπομπές από κύματα

——————————————-

Αίματα σ’ αυτό το άσπρο

Που είναι για να ματώνει μαζί σου χαρτί

Χωρίς καμιάν έκπληξη που δε ζει κανείς

Αφού όλοι γίνανε αντικείμενα

Μέρη που έρχεσαι και φεύγεις

Ή μπορείς να περάσεις τράνζιτο τη ζωή

Σ’ αυτό το σενάριο του κόσμου

Που δεν οδηγείται στη λύση του

Κουτσαίνοντας απ’ τη δεξιά και την αριστερή

Μεριά της ψυχής

———————————————

Τώρα

Με το χρώμα σου να ξύνεται

Να φεύγει απ’ το πρόσωπό σου

Το πρόσωπό σου να ξύνεται

Να φεύγει απ’ τα κόκαλά σου

Το σώμα σου κάτι το ελάχιστο

Ανάμεσα στο γραφείο και τη ζέστη απ’ τη λάμπα

————————————————–

Ως το τέλος Το τέλος να κρατήσεις

Γράφοντας άτσαλα πια

Κολλώντας τόσο άτσαλα τα γραμματόσημα

Με λίγο σάλιο από λύπη

Πάνω σε ποιήματα που τα έγραφες

Καθισμένος σ’ αυτή την καρέκλα την ηλεκτρική

Μυαλό θανάσιμο βεγγαλικό

Κρύσταλλο κορμί

——-

Η Βίκυ της αιμομιξίας


Κυνηγούσα το φως και μ’ αγκύλωνε

Σαρκοβόρο σκοτάδι από πέτρα πλάγιο

Κατεβαίνοντας μέσα στο στόμα

——————–

Με δένει η πέτρα ζοφερά ψυχανθή

Κύκλοι του αίματος μέσα στον ύπνο που ξύπναγε

Όταν κόκκινη Κοκκίνησε ο τόπος

Μ’ ένα φόρεμα ματωμένο απόρρητο ήταν

—————–

Δόθηκε η καρδιά μου και άδειασε

———————–

Χωρίς ηλικία γέννηση θάνατο

Μέσα στο στόμα μου μόνο ένα χάπι για τον ύπνο

Κι ένα

Αντίο η θάλασσα με την ίδια προσπάθεια εδώ και χρόνια

Αντίο φλόγα ενός σάπιου ανέμου

Αντίο ξεκρεμάστε απ’ την ουσία σου κόσμε

———————

Βλέπω αίμα αίμα πολύ

Γέμισε το παράθυρό μου χαμένος παράδεισος

Φυτεία της νικοτίνης και νύχτα

——————-

Τότε κάπου πάντα θέλει να πάει κανείς

Στο τίποτα έστω μέσα σε τόσα τίποτα

——————-

«Κι η χαμένη καρδιά σκληραίνει κι αγάλλεται»

Τ’ όνειρο έμπαινε πια μέσα στη μέρα μου

Κι από παντού το κόκκινο το κολασμένο γέλιο σου

————————

Εδώ ‘μια γέρος ερωτευμένος με το δωμάτιο και τα σκοτάδια

Δεν έχω μάτια να σε δω δεν έχω χέρια

Βήχω πίνω καφέ

Βάζω το ξύλινο πόδι μου το γυάλινο μάτι μου

Σου γράφω αυτά τα λόγια που γράφει πριν φύγει κανείς

Κάνει κρύο

Φοβάμαι

—————

Ορεινό ταχυδρομείο


θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα χαρούμενα
Του Μίλτου Σαχτούρη που το έγραψε


Τρεις θα ήταν ή κόντευε τέσσερις ίσως

———————–

Κάποιος αδιάφορος χρόνος στο μαύρο ρολόι της νύχτας

Για τις εφημερίδες του ύπνου

Τους τέσσερις εφήμερους τοίχους

Το σκοτάδι κομμάτι που ερχόταν του εαυτού μου

Από ‘να χώρο θραυσμάτων

Στις ρυτίδες των στίχων ενός θαλασσινού δωματίου

Στις σελίδες ενός περιοδικού καφενείου

Σε μια πλάνη χώρας θαυμάτων

Που από ‘δω μ’ ένα τάλιρο βλέπεται το φεγγάρι

Τον Άρη

Του Κρόνου τον δακτύλιο

Τον στοιχειωμένο πλανήτη

Και τον στοιχειωμένο ποιητή

Αυτό το κεφάλι που βγαίνει από ‘να μπουκάλι

Από μια μπιγκόνια

Από ‘να άλλο δικό μου κεφάλι

Από μιας γυναίκας το σώμα

———————-

Μα δεν έχω τίποτα

Αμφιβάλλω μόνο

Αμφιβάλλω

Αν αυτό το σήμα κατατεθέν είναι δικό μου

Αν αυτή η μάρκα του κόσμου είναι δικιά μου

Αν ακόμα κι αυτή η μάρκα του θανάτου είναι δικιά μου

———————–

Μα δεν έχω τίποτα

Χειμώνιασα μόνο μέσα σ’ αυτό το πάθος μου

———————

Οργιαστική βλάστηση στα κουτιά των σπίρτων

Άναψα μόνο το τσιγάρο μου

—————————

Άλλωστε «αυτό είναι το φως του νου κρύο και πλανητικό»

Ένα μυστικό θα ‘λεγες

Σαν τον άγγελο με το κρίνο

Στάζοντας ολοένα από ‘να σπήλαιο στιλό

Πάνω σ’ ένα πλανήτη νύχτα

Έναν Κρόνο νεκρό

Που από ‘δω δε θα βλέπετε τίποτα

Και τώρα από μιαν άλλη πόλη θα πρέπει να σ’ αποχαιρετίσω

Γιατί αυτή που υπήρχε κάηκε

Γιατί όλα είναι ήσυχα σαν ένα παιγμένο δράμα

Μέσα σε πρόχειρη ζωή

Πρόχειρο φαγητό

Πρόχειρη ηδονή

Κι ο θάνατος πρόχειρος

————————————

Έτσι κουνώ τις μέρες μου λίγο λίγο

Προσπαθώ να βγάλω μια δήθεν φωνή

Τρώω καταραμένα ποιήματα

Δίαιτα για θάνατο

Μολυσμένης θάλασσας

Μολυσμένης γενιάς

Μολυσμένης ποίησης

———————

Μολύνθηκα ανίατα μέσα σ’ αυτή την πολιτεία

Που δε θα μ’ ακούς ούτε θα μπορείς να με βλέπεις πια

Έτσι που φόρεσα τα σφραγισμένα φτερά μου

Τα δάχτυλά μου από πυρετό

——————————————-

Παίρνω το χλωμό παιδικό σώμα μου

Τη χλωμή παιδική μου φωτογραφία

Τον χλωμό παιδικό κόσμο μου

Γυρνάω τους καθρέφτες στους νεκρούς

Και σ’ αποχαιρετώ

—————————

Advocatus  diaboli


Του Βασίλη


Ξέχασες τετράδια τοπία που γέμισες

Με την κραυγή ΤΡΟΜΟΣ

Ή ΕΔΩ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ

—————————————–

Μια Οδύσσεια που δεν άρχισε ποτέ πώς να τελειώσει

Στην οδό Ταχυδρομείου δίχως το δρόμο

Στον γκρεμό που σ’ αυτόν προχωρείς

ΟΔΟΣ ΜΑΡΙΟΝΕΤΑΣ

Καθώς το δυναμό φορτίζει την μπαταρία με πλήξη

———————————

————————–Μια αποπληξία του χρόνου

————————–Που κοιμόσουν κι άσπριζες

————————–Ξεχάστηκες σε μιαν εξαφάνιση

————————–Από παγωμένα νέον άστρα της Άρκτου

————————–Με τη συνέχεια να μην υπάρχει καμιά συνέπεια

————————–Για ό,τι συμβαίνει σ’ αυτή την πόλη

—————————————————–

Τότε γιατί λοιπόν να μπαίνετε σιγά

Μια κι ο νεκρός δεν κοιμάται

Υπάρχοντας μ’ έναν πόνο στη μέση προς τα πίσω

Εκεί που λεν πως είν’ τα νεφρά

——————————————–

———————-Με το στομάχι να λειτουργεί ακόμη κανονικά

———————-Μόνο το ένα φρύδι ν’ ανασηκώνεται τρελό

——————————–

———————-Αυτό που δείχνει το σ’ επιθυμώ

———————————-

———————-Θα ‘θελα να πω το λυπάσαι

———————-Έτσι που γέλασες

———————-Μέχρι που μέθυσες γέρασες

———————-Μέσα στην Όπερα που έκλεισες

————————————

Ο Τριστάνος κι η Ιζόλδη πέθαναν

Εδώ και καιρό πολύ

Το ίδιο μπορώ να πω συμβαίνει με την Κηφισιά

Κι όλα τα ηλεκτρικά απογεύματα

Για τα εισιτήρια στη σειρά

————————————————

———————————Όπως απέναντι φυσά σαν πραγματικά

———————————Κι ανάβουν οι άνθρωποι φώτα σαν πέρσι

———————————Κι ένα σταυρό

———————————Υποθέτεις πως υπάρχεις

———————————Μα αν σου μιλούσα θα μέτραγε λίγο

———————————Αν όχι ίσως πιο πολύ

—————

Τώρα που φεύγεις

Αφήνεις το δίσκο να γυρίζει

Μέσα σου να ουρλιάζει ο σφηνωμένος ουρανός

Νύχτες ολόκληρες μένοντας ανάβοντας κεριά

Μπροστά στο ασανσέρ του αρχάγγελου

Να ‘ρθει για να σε πάρει

—————

——————————-Μα έχεις σβήσει

——————————-Μέσα σ’ όλες τις μέρες που σβηστήκανε

——————————-Γεμάτος απογεύματα

——————————-Σάβανα λέξεων απογοητευμένων σχεδόν

——————————-Ή όπως το ίδιο σου το δέρμα σβήστηκε

——————————-Με πετρέλαιο και μαύρο και

—————–

Μέρες που σκοτεινιάζουν σαν αλλόκοτα φαινόμενα

Μαζεύοντας το ‘να παράθυρο δίπλα στ’ άλλο παράθυρο

Το διαμέρισμα με το κλάμα στο διαμέρισμα δίχως το κλάμα

Κάποιον που προσπαθεί να μας δει σαν άγαλμα

Μήτε δέντρο καν

Κάποιον σα δέντρο

Μήτε άγαλμα καν

—————-

——————–Κάποιος πίνει όλα μας τα κονιάκ

——————–Γεμίζει η κάμαρα φύλλα φυτών

——————–Συμπαγή φώτα σωμάτων

——————–Ανοίγουνε οι βρύσες και τρέχουνε σαν ομορφιά

——————–Γυρίζει ο δίσκος και το ταβάνι ξεκινά

————————

Ανεβαίνεις στην καρέκλα του κόσμου να ξεβιδώσεις τη λάμπα του

Νεκροί πλανήτες στριφογυρίζουν στα μάτια σου

Κατεβαίνεις αυτόν το δρόμο πίσω απ’ το στερέωμα φτύνοντας παλιές κουβέντες

Τις μέρες σου μ’ αυτό τον κίναιδο το θάνατο και τ’

Ωροσκόπιό μου λέγοντας με πως θα πετύχω από νεφρά

———————————

Πάνε χρόνια που κουράστηκες να στέκεσαι στο ένα πόδι

Μες στα κουρέλια τα μάτια σου

———————————-

Πάνε χρόνια που έμεινα ξαπλωμένος με τις έξι πολωνέζες

Και καταργήθηκαν μέσα σ’ ένα μαύρο μπουφάν

————————-

Mη με πεις άλλο ποιητή


Πρόσωπο δεν υπάρχεις   Τέλειωσες άσκημα κάθε νύχτα

Ένα ταξίδι ινκόγκνιτο ήτανε όλα

Ένας χρόνος αγνώριστος σε μια άγνωστη χώρα

———

Μα τώρα η λογική μου γιατί έχει γίνει παράλογη

Σ’ αυτό το παράθυρο απ’ όπου υποθέτω δεν πρόκειται

Ούτε να ‘βγει ούτε να ‘μπει καμιά ζωή

—————

Κι απλώνεται πάλι αυτός ο κίτρινος ορίζοντας

Μέσα σ’ ένα παγωμένο μνημείο μεσημέρι

————–

Αλλ’ αυτό το χαλασμένο αίμα μπορεί να το πίνει κανείς

—————

Το πικρό του σώμα κατεβαίνει ολοένα τον ουρανό

Από μόρια χρονοΰλης τρύπιο νεφέλωμα

—————-

Από μόνο πως θα πεθάνω σ’ ένα χτες από μένα και τίποτα

Δίχως να ‘χω πολλά λόγια να πω

———————-

Κουράστηκα με την άβυσσο   Αυτή τη φωνή μου

—————-

Μιλώ με τον Μάλερ

Έναν αμφίβιο τρόμο  Έναν υπόγειο κρότο

Έναν πυροβολισμό πάνω στο πρόσωπό μου

———————–

Σπέρματα της πολιτείας κεραίες χοάνες μαύρα αγκάθια

————-

Ένας που πέρασε απόψε σαν πάλι

——————

Κι οι λέξεις μου έρχονται και τεντώνουν την ίδια πάντα μουσική

Όμως η τελευταία ποίηση γράφτηκε πριν από χρόνια

—————–

Φτάνει πια   Μη με πεις άλλο ποιητή

Πίνω το κίτρινο πρόσωπό μου

—————–

Σπίτι του κάρβουνου


Μέρες στενά παπούτσια

Σπίτι του κάρβουνου

Καθώς απ’ τ’ ανοιγμένο δέμα

Έπεσαν όλοι στο κενό

————————–

Ελαστικοί και αδιάφοροι

Που θα μπορούσες να ζεις ήσυχα

Μ’ ό,τι δε σ’ αφορά πια

Μες στην τομή του μηδενός

———————

Κομμάτι από συνήθεια

—————

Άσκηση του ζώου μες στο μάτι

——————

Πιο σκοτεινά στο σκοτάδι

———————–

Και στο χαρτί

Μελανό μοναχικό χαρακίρι

Το σεληνιακό τοπίο

Να χαρακώνει και να σφίγγει το σαλόνι

——————

Insomnia


Πονάνε οι ώρες περνάνε

Απ’ το διάδρομο στο κεφάλι μου

Κι από ‘κει στο τσιγάρο μου

——————————————–

Είναι που είναι με καπνό οι ώρες

Κι άσπρα μικρά Sinequan των 25 mg

Που τις κοιτούν ακίνητες τις ώρες

Όπως περνάν σ’ αυτό το τοπίο που όλο γαβγίζει

Έξω απ’ το κουτί κι έξω και μέσα απ’ το κεφάλι μου

Με αναθυμιάσεις οινοπνεύματος

Ταριχευμένα απογεύματα

Όγκους σκοτεινού αίματος

——————————–

—————–Εποχή του κακού ανέμου

————————Εδώ σκοτεινά

————-

Μουσική από αλκοόλ


Αμαρτία της ποίησης

Νευρική ακτινογραφία ψυχή

—————–

Βλέμμα λείψανο μέσα σ’ ένα βόρειο σέλας

Και το παλιό λιμάνι όπου λιμνάζω

——————–

Τίποτα να με κοιτάζει τώρα που γράφω

Ζω φανταστικά

——————-

Γυρνώντας το κουμπί στα μικρά

Για λίγη Πλαθ

Μουσική από αλκοόλ

Άσπρη σάρκα της σιωπής

Μέρες

Που με γυρίζουνε στο ψέμα

Και σ’ άλλες μέρες

Που δεν έχω τίποτα να κοιτάξω

——————-

Ταξιδεύουμε στο σωλήνα αυτό

Κλινική ησυχία

Χιονίζει συνέχεια αίμα

Το πρόσωπό μου σκεπασμένο

Κομμένα χέρια

———————-

Το έλκος μόνο μέσα στο βλέμμα



Το έλκος μόνο μέσα στο βλέμμα    Και ανασαίνει

——————-

Κάτι σαν έλος έχει θάψει την πόλη

———————-

Πρόσωπα δεδομένα χωρίς καμιά προσπάθεια πάνω τους

Και νύχτα που νύχτωσε πάλι πολύ

Όπου γίνομαι συνεχώς κάτι το άλλο

————————

Μέσα σ’ ένα λασπωμένο παπούτσι

Ένα ποίημα χωρίς σκαλωσιές

Ένα τίποτα π’ απλώνεται απλώνεται

Εσύ ξεχαρβαλωμένο μου ποίημα

Μούσα σκύλα σακάτισσα

———————————–

Γερνάω γερνάω

Δεν έχω ουρανό

Τόσο μ’ ερέθισε το έρεβος

Πέφτοντας καταπάνω μου

Με κάτι μες απ’ τον ύπνο μου

Και λεωφορείο ακυβέρνητο

———————————–

Είναι τόσο αλλιώτικες οι μέρες

Μ’ ένα θερμόμετρο υπό το μηδέν μες στον εγκέφαλο

———————–

Dementia praecox


Πίσω το δωμάτιο     Τ’ άλλο ακάνθινο στεφάνι μου

———————–

Πίσω απ’ τον τελευταίο εαυτό μου κανείς

——————————–

Ο αιμόφυρτος χρόνος σπάζει το παιδικό καροτσάκι στις σκάλες

Μια σκιά από ‘να όνειρο φόρεμα σ’ αγαπώ και σκισμένο

Το φάντασμα της Λάουρα Μπέτι σ’ ένα βραχνά του ‘30

——————

Αυτή ‘ναι η κραυγή της ησυχίας

Νύχια της γάτας βαθιά μέσα μου

Ένα κατασπάραγμα στο λαιμό

———————-Μια μέρα Δευτέρα

——————————Μια μέρα σκιά

—————————————Μια μέρα Δευτέρα σκιά

Κλουβί με γλάρους και πλήξη και δηλητηριώδη φυτά

Και το μεταφυσικό αυτό ποίημα

Σ’ ένα θανάσιμο πήδημα

———————-Απ’ το εδώ

—————————Στο τίποτα

Δε θα σκοτωθεί    Δε θα σκοτωθεί

Τόσο αργά που παίζεται η ζωή

——————

Άναψε κι η κεντρική ψύξη   Μη φωνάζεις

Κάθε μέρα ζω μέσα στο παγωμένο ποίημα αυτό με τις αράχνες

——————————–

Είναι αυτό από ‘που  δε φεύγει κανείς

Κι ενώ είναι Δευτέρα δεν είχα κανέναν

Νοίκιασα μόνο κάποιον απ’ τον εαυτό μου

———————

————————-Έναν ηλίθιο Έναν από Σάββατο

————————-Φυτρώνοντας σαν έπιπλο στο σαλόνι

————————-Ενώ θα μπορούσε να ήταν Δευτέρα

————————-Κι όχι Σάββατο

——————–

Μ’ αυτά τα εκατομμύρια κύτταρα του εγκεφάλου μου

Ν’ αφήνουν σιγά σιγά αυτούς τους δρόμους

Κατρακυλώντας στο στραβό απ’ τον Εγκέλαδο σπίτι

Σαπισμένα σκεπασμένα μ’ ένα σάβανο

Για να σκέφτομαι πώς γίνεται να ‘ναι Σάββατο

Μ’ αυτό το καναρινί αυτοκίνητο πίσω απ’ τον φράχτη

Που φοβάμαι σαν το καναρινί ποίημα

Πάνω στο κίτρινο χαρτί πως δε θα πετάξει

—————————-

Έτσι θέλω να φύγω μα να μη σας αφήσω

Ούτε κι αυτό το πρόπλασμα το δικό μου

Σ’ αυτή την υπόθεση με τους νεκρούς που δεν τελειώνει

Και γλιστράει πάνω σ’ αυτό το γυαλιστερό κίτρινο

Συνέχεια χαρτί

—————–

————————Λέξη που φεύγει κι έρχεται μόλις τη γράψω

———————

————————Και κάποιος που γράφει δίχως λέξεις πια

———————-

————————-Που απ’ την ποίηση μια προσπάθεια έμαθε μόνο

———————

————————-Να πεθαίνει το ποίημα

———————–

Όπως η ιστορία του πίσω απ’ τον φράχτη

Ονειρευόταν το σπίτι σου

Λίγα φτερά    Μόνο τέσσερις τοίχους

Το πώς θα υπάρχεις

——————

Μα το καναρινί αυτοκίνητο

Δε λέει να πετάξει

——————

En face et profil



Profil et en face

En face et profil

—————————–

Πάλι κοιτάζοντας το σώμα αυτό που απέτυχε

Ανάμεσα σε ανθρώπους που μιμούνται το θάνατο

Και βοτανικά επαγγέλματα

————————-

Που τους είδα να παίρνουν

Όλο και κάτι παραπάνω από πάνω μου

Κάθε φορά και να φεύγουνε

————————–

Ώσπου να μείνεις μόνο

Αυτό το πάθος για μερικά σπίρτα

Και για λίγο γράψιμο ακόμα

Ανάμεσα στους μεντεσέδες της νύχτας

————————

Άπνοια που δε θα έρθει ποτέ

Με τ’ αναμμένα τσιγάρα

Τη βίδα και τις καρφίτσες

Να στριφογυρίζουν συνέχεια μες στο δέρμα

—————

Αποκύημα πραγματικότητας

ή η παιδική χαρά των ρομπότ


Της Λευκής


Πολυκατοικία νοικιασμένη σκοτάδι

—————–

Κάθεσαι και προετοιμάζεις ακόμη μιαν εκμηδένιση

————————

Εγώ σβήνοντας το κεφάλι μου

Κι ένα ακόμη ποίημα στο τασάκι

Ενώ δε θα ‘πρεπε

Δε ξέρω πως θα σταθεί αν

———————–

Α γράφω τελευταία μόνο σε κίτρινα χαρτιά

Και σε συναντώ κάτι αλκοολικά Τρίτη Πέμπτη Σάββατο

Πλέοντας μες στα πορτοκαλιά νερά του ενυδρείου σου

———————–

Όταν ο αέρας έφυγε απ’ την πόλη

———————————

Λοιπόν ποιανού να ‘ναι το άσπρο πρόσωπο

Στο μαύρο παράθυρο της ασφυξίας

Που παλεύει με τους σφυγμούς του

Ταξιδεύει με τους ειρμούς

Σπιτιών εντοιχισμένων στη σκόνη

—————————-

Και τι άλλο ο ήλιος από ‘να διαρρήκτη

Σε μια κρίση αμνησίας κάθε πρωί

Χαμένον μέσα σε γυάλες μέρες

Με τα μηχανικά αλογάκια να τρέχουν στο πάρκο

Και τρέλα

Κανένα παιδί πάνω τους

————————————–

Μόνο κάποιο μονάχο του γέρναγε μέσα στην παιδική χαρά

Απ’ όπου κάποτε θα σου στείλω

Άλλα λουλούδια πιο πλανητικά

Η ώρα δε θα υπάρχει

Γιατί ‘ναι 365000 οι νύχτες μου

Ακριβώς τούτη τη στιγμή

Κι έπειτα τι κι αν υπάρχει

Αυτή η άγρια χαρά πίσω από κάθε λύπη

——————————-

Σκότωσε τις μέρες σου όπως μπορείς

Κι ύστερα μιλάς για ονειροκρίτη

Για δέντρο της ζωής μας που μαράθηκε

Λοβοτομημένα ζώα ώρες ανάλατες

Και τη νοικιασμένη νύφη

———————–

Στο τέλος δε θα υπάρχεις ούτ’ εσύ

Με τα μαλλιά σου θάλασσα ανάστατα

———————

Μάλλον θα πάρουνε και την ακτή

Για έναν άλλον πλανήτη

———————

Κι εγώ ίσως να γράφω

Πάλι σε κίτρινα χαρτιά

Μ’ αναιμικά χέρια μετάλλου

Μα δε θα ξέρω αν θα υπάρχω

——————–

Με το τελευταίο τσιγάρο στα χέρια



Με το τελευταίο τσιγάρο στα χέρια

Ξοδεύω ξοδεύω καπνό

Μαζεύω μαζεύω σκοτάδι

Πάνω σε σάπια σανίδια

Σάπια φύλλα διαβάζοντας

Ενός καταλόγου τηλεφωνικού

Για να μη βλέπω από ποια αφασία της φύσης

Πρόβαλε πάλι αυτή η ήττα

Με μιαν άπτερη Νίκη ισορροπώντας

Ύστερα από ‘ναν αγώνα σφαιρικό

———————–

Άφησε μόνο αυτόν το μικρό οδηγό

Ενός περίπλου

Γύρω απ’ τον ακρωτηριασμό

Της Καλής Ελπίδας

Και μιας υστερικής περιπλάνησης

Στις νευρασθένειες της Ιστορίας

————–

Νύχτα που προχωρεί ως το κόκαλο

———————

Πέρασε μόλις τη μαλακιά καμπή του αυχένα

Κι ως το κάτεργο της ναυτίας

Σατανικό τυπογραφείο της αμνησίας

Από τόσα κοντά όντα

Τυπώνοντας φτηνά αντίτυπα ουτοπίας

——————–

Τα μέλη όλα λαδώνοντας

Αυτού του μεταλλικού φαντάσματος

————–

Τόσο φαντασμαγορικό

Σ’ ένα χωρίς φως ξέφωτο

Δέκα νεκροταφείων να μην έχουν δωμάτιο

———————

Εσύ όνομα

———————-

Και τώρα ανάμεσα στο πάτωμα και τη σκόνη

Εκεί που τα πράγματα ρίχνουν τη λίγη σκιά τους

Από μέλλον και παρελθόν και μια πόλη φορμόλη

Πας να ξεφύγεις στον πιο στενό χώρο

Στο σωλήνα της τουαλέτας

Στην τρύπα του ποντικού

Κι επαναλαμβάνεις αυτόν το μηδαμινό ρόλο

Σ’ αυτόν το μηδενικό κόσμο

—————————

Έτσι σαν το ποντίκι μια ζωή μέσα στην τρύπα

—————————————–

Κι απολαμβάνεις τη συνήθεια του τρωκτικού

Το ξυνισμένο ξενύχτι του νεροχύτη

Τώρα που όλα διορθώθηκαν κι οι βρύσες δε στάζουν πια

———————–

Μόνο η τελευταία λάμπα θυέλλης

Κουνιέται μέσα σε μια χιονοθύελλα

Αρκτικής εξερεύνησης

Πάνω από κοιμητήρια ποιήματα

Αποτσίγαρα

Νεύρα του πάγου από νωτιαίο μυελό

————–

4 Σχόλια to “Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993”

  1. Η σύγχρονη ελληνική ποίηση αρχίζει με τον Τραϊανό… μ’ αυτήν εδώ τη συλλογή… ημερομηνία 1977… μικρή υπενθύμιση σε μέλλοντες γραμματολόγους…

  2. Δον Κιχώτης Says:

    Tι ειναι αυτο που ξεχωρισατε στον ποιητη Τραϊανό και σας οδηγησε στην ανωτερω διαπιστωση -υπενθυμιση;

  3. Εξαιτίας της σύνολης χρήσης της γλώσσας φυσικά… απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω η εν λόγω συλλογή του Τραϊανού (και όχι οι προηγούμενες) είναι η πρώτη συλλογή της ελληνικής ποίησης που ΔΕΝ είναι γραμμένη στο σολωμοπαλαμικοσεφερικό ποιητικό ιδίωμα στο οποίο είναι γραμμένο το 85% της ελληνικής ποίησης για ένα περίπου αιώνα, από το 1880 μέχρι και το 1975 (ο Κάλβος και ο Καβάφης αποτελούν εξαιρέσεις χωρίς προγόνους και χωρίς επιγόνους). Ο Τραϊανός δημιουργεί ένα νέο ποιητικό ιδίωμα το οποίο μάλιστα επηρεάζει, άλλον σε μεγαλύτερο και άλλον σε μικρότερο βαθμό, τους πιο ανόμοιους μεταξύ τους ποιητές, από τον Πούλιο από τους συνομηλίκους του μέχρι τον Μπλάνα, τον Λάγιο και τον Παπά από τους νεωτέρους του (τα ονόματα είναι απλά ενδεικτικά και τυχαία παρμένα). Φυσικά, δεν μπορώ να γνωρίζω αν πρόκειται για επιρροή, με την στενή σημασία του όρου, ή απλά για γενικό σύμπτωμα της περιόδου, αλλά γεγονός παραμένει ότι ο πρώτος που χρησιμοποιεί το εν λόγω ποιητικό ιδίωμα είναι ο Τραϊανός στην συγκεκριμένη συλλογή.

  4. Δον Κιχώτης Says:

    Οι ποιηση σιγουρα αντικατοπτριζει την εποχη που ζει ο δημιουργος
    Οταν η γλωσσικες επιρροες του και η λογοτεχνικη παρακαταθηκη του ειναι ανεπαρκης να την εκφρασει, τοτε σιγουρα γεννιεται μια νεα εποχη για το συγκερκιμενο ειδος εκφρασης.
    Θ’ αναγνωρισω οτι εχετε διαβασει αρκετα καλα ολους τους ποιητες της περιοδου και εχετε και τις γνωσεις να οριοθετειτε τις ποιητικες εποχες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: