Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Gerhard Richter, Erhängt (1988)

Λευτέρης Πούλιος

(1944)

Από τη συλλογή Το αλληγορικό σχολείο (1978)

Άγριο γεύμα


Παίρνω το δρόμο και μπαίνω βαθμηδόν στην πιο πυκνή

ουδέτερη μέρα του ανθρώπινου χρόνου

καθώς με πλήττει η διαβάθμιση της ύπαρξης

γλιστρώντας μέσα από μπερδέματα ύπουλα.

Οι αισθήσεις μου εξαρθρώνονται

τεράστια κύματα σχίζουν τη γλώσσα

πίθηκοι μαζεύουν το ονειρευόμενο κρανίο μου

και με αφελή σκληρότητα ρουφούν το μυαλό

ο ήλιος σκορπίζει τη φλόγα του στον οργασμό των ματιών μου

ένας ήλιος αγωνιώδης των παραλογισμένων

της απορράκωσης και της υποψίας

και οι σκιές έρπουν πάνω στη σάρκα μου

κρύβοντας την ακαταστασία μου τα ψέματα μου.

——————————-

Ερωτική Γεωγραφία



ΑΓΑΠΗ γιγαντιαία εσωτερική εκκρεμότητα·

μήλο μουσκεμένο από σειρήνες

σε πιάνω ενώ η πραγματικότητα κατρακυλάει

μέσα απ’ τα χέρια μου.

Κυνηγάω το όραμα με τα τραγίσια ποδάρια μου

βλέπω τον κόσμο να χάνεται μέσα στην απεραντοσύνη

της μηχανοκρατίας.

Ένας αρχαίος ουράνιος τρόμος με καταδιώκει.

Αιθεροβατώ λυσσάω εξαίσια

εσύ κολυμπάς σ’ ένα πέλαγο ματιών

κυλάς σαν ένα ποτάμι γεμάτο φεγγάρια.

Πάνω στα σκαλοπάτια τα ψόφια μας χάδια

μέσα στο δρόμο ποδοπατούν το φιλί μας

σε μια αστυνομική κλούβα φυλακισμένο το χαμόγελο σου.

ΠΡΟΣΤΑΞΕ τα σκυλιά σου που κάθονται

κάτω απ’ τη βερικοκιά της αυλής

να με ξεσκίσουν, την καρδιά, το συκώτι μου

κι ό,τι περιστοιχίζει τη σκέψη μου.

Εξαιτίας της ομορφιάς που έχεις

όπως εγώ τις κοσμικές μου δονήσεις

προσφέρω τ’ όνομα μου στη λήθη.

Αγάπα με, χάδεψε με, λιώσε με στο στόμα σου

διώξε από πάνω σου την αόριστη μελαγχολία

να ο καθρέφτης που μέσα του ταξιδεύεις.

Κυρία, αναισθητίστρια, αμαζόνα

άνιμα

ανακουφίστρια των πληγών του πραγματικού

μάγισσα παράδοξων εικόνων του πονηρού.

ΘΕΛΩ να σε πλάσω με λέξεις που καίνε και παραληρούν

εδώ στο παλαβόσπιτο μου.

Καθισμένος πάνω σε μια στραβοπόδαρη ακτίνα του φεγγαριού

στο καπάκι ενός κόσμου που βράζει

ακούγοντας γέλια από αόρατες κοιλιές

σκάβω τη μεγάλη κραυγή των ανθρώπων.

Πάνω σου τα λόγια μου άφηνε να συνδέονται.

Υπάρχει ο έρωτας

όπως υπάρχουν στεναγμοί φυλακών

μ’ ένα μάτι τρελό κι αχαλίνωτο π’ αγναντεύει την άβυσσο.

Υπάρχουν σεμνές σιωπές πλάι στο λυγμό

και το ψωμί ξεριζωμένο απ’ το σκληρό χώμα.

Υπάρχει η αγάπη

όπως υπάρχει μέσα στο ανάθεμα της εργατιάς

η εκμεταλλεύτρια τάξη

και το απερίφραστο μπλε του θανάτου.

Υπάρχει ο έρωτας

όπως ο άνθρωπος χτισμένος σ’ ένα θεμέλιο από δάκρυα.

——

Ο ΑΝΕΜΟΣ μαίνεται στις κόκκινες ανθήσεις

Το κορμί σου μέσα σε βελουδένιο τρεμούλιασμα

Τα χείλη του αιδοίου σου σε σχήμα φασματικού τριαντάφυλλου

Το χέρι μου είναι ένα κι ένα για το στήθος σου

Οι φλόγες του δέρματος σου είναι η Τροία

Ο Αχιλλέας είναι στο άρμα των μαλλιών σου

Πάνω στον κόρφο σου παίζουν οι Μπήτλς

κι ο πόθος δεμένο με κρατεί

στην άκρα γη που κόβεται

στ’ αφτί σου που ακούει την πτώση.

ΦΙΛΙ στο φιλί διασχίζω την ήπειρο σου

καλπάζω σα ζώο μαστιγωμένο στις πεδιάδες σου

στα ποτάμια και στις πόλεις σου

μέσα απ’ τους δύσβατους δρόμους του αίματος

κυνηγώντας το όραμα της ηδονής.

Μαζί σου μεθάω και φτύνω

την άγουρη ομορφιά που ‘ναι ο κόσμος.

ΤΑ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΑ φιλιά μας

μπορούν να διατρέξουν τον κόσμο όλο

αλλά η αγάπη δεν μπορεί να σβήσει τις αποστάσεις

που μας χωρίζουν αιώνια

τον ένα απ’ τον άλλο.

Είσαι ένα νησί κατοικημένο από φωνές

και όστρακα

κι ήρθα σε σένα σα ναυαγός

ν’ αγγίξω το θαμμένο μέλι

στα σκοτεινά πέταλα των γοφών σου.

ΗΡΘΑΝ τα χέρια μου να μελετήσουν

τον άσπρο χάρτη του κορμιού σου, γυναίκα

με δέρμα λείο και στερεό

κυλώντας σαν ένα τόπι την υλική σιωπή.

ΤΟΝ ΗΧΟ ΤΟΥΤΟ της σιωπής ίσως να μην τον ερμηνεύεις

καθώς το στόμα σου γλείφει το σώμα μου

βασίλισσα στη χώρα της αθωότητας και της ενοχής.

Σπαθιά φτερουγίζουν γύρω μας και φρουρούν το φιλί μας.

Οι σωλήνες του καλοριφέρ βήχουν μες στο δωμάτιο

και στοιβάζονται στο μπάνιο κύματα του ηλεκτρικού.

Αυτή τη στιγμή βγάζεις διάτες και κηρύττεις τον πόλεμο.

Έξω στο δρόμο αγίους αποκεφαλίζουν

και κρεμάνε πουτάνες.

Ώρες τυφλές, πράξεις και λόγοι, αλήθεια

και ψέμα όλα είναι ένα.

Στις κούνιες μωρά ασφυκτιούν

στις πλατείες στρατοί συνάζονται και σκορπιούνται

κι όλα είναι ένα καθώς τα κορμιά μας

σμίγουν σε μια συνουσία αλλόφρονη.

ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ κύμα θα χαθεί.

Τώρα που η ψυχή σήκωσε την κεραία της

τίποτα να μην ταράξει την ώρα σου.

εδώ χαρήκαμε το κορμί σου

και το κορμί μου.

Η δύναμη που μας κρατάει ψηλά

είναι αυτό το κύμα.

Πώς να σου μιλήσω για πράγματα που είναι

αβάφτιστα μέσα μας;

Ας κινηθούμε κι ας ακολουθήσουμε το κύμα

στην επόμενη εύνοια του.

Gerhard Richter, Zelle (1988)

Έρχομαι να διασχίσω τη σιωπή


Έρχομαι να διασχίσω τη σιωπή και

να βλαστήσω μέσα στον καθένα. Από κλαρί σε κλαρί σαν πυγολαμπίδα

μετέφερα το φωτεινό μου φορτίο

νικώντας τη βαρύτητα, διασχίζοντας τις εποχές

άγιος, βασιλιάς, τρελός σε μια χώρα

πράσινης προέλευσης πέρα απ’ τον ορίζοντα

της νόησης.

———————–

Ο άλλος που είμαι φιλάει το στόμα μου

μ’ ερεθιστική πνοή

απαγγέλλει στίχους με οργή

και μια πριονισμένη σελήνη έρχεται σύντομα

σαν ένα στόμα

γονατίζει προσπαθώντας να πιει

τη φοβερή μου κραυγή.

——————–

Μην προχωράς δισταχτικά


Μην προχωράς δισταχτικά μέσα στη γειτονιά της φωτιάς.

Οι άγγελοι εκρήγνυνται αναβλύζουν

και μπαίνουν για να φωνάξουν για πάντα

δόξα το διχοτόμο μοναδικό λίκνο

της αιωνίας γενέσεως του κόσμου.

—————

Διστάζουν να προχωρήσουν μέσα στη γειτονιά της φωτιάς

όσων η σκέψη τους νάυλον κατασκευές.

—————–

Οι άγιοι – αντίθετοι

δεν προχωρούν δισταχτικά

———-μέσα στη γειτονιά της φωτιάς.

——————–

Βουερή σελίδα


Κάθομαι αργά τη νύχτα γυμνός με μακριά μαγεμένα μαλλιά

κοιτώντας έξω απ’ το παράθυρο του κρανίου, με όρεξη

————–να τραγουδήσω κάτι το μεγαλόστομο.

———————-

Βιτσιά των ριψοκίνδυνων δώσε ώθηση

στην εποχή της κιθάρας μετά την εποχή του σφυριού

και του νομίσματος, την εποχή της νεκροκεφαλής

που γνωρίζει το κοσμικό «Εγώ».

Ήχοι αυλού των επαναστάσεων

οι πόλεις δαγκωματιές του στόματος του πολέμου

κι ένα ταραγμένο φτερούγισμα από λάμψεις

του σκληρού μέταλλου της εξουσίας.

Η χώρα μου ένα δωμάτιο αδειασμένο ως το στερνό έπιπλο.

Η σκέψη νούλα η τέχνη πατσαβούρα

και η Δημοκρατία μ’ ένα ημίψηλο

φοδραρισμένο με μπατσαρία

σε μια γη ζεστή από δάκρυα κι από αγώνες

εδώ που βρίσκεται τ’ όνειρο μου κι η κατοικία μου

μισή από άβυσσο και μισή από τοίχους ανέμου

στη λεωφόρο των στίχων και του ιλίγγου.

2 Σχόλια to “Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993”

  1. Σημείωση: Οι πίνακες αποτελούν το «φόρο τιμής» του Gerhard Richter στους νεκρούς του Stammheim. Απεικονίζουν την Ulrike Meinhof και τον Andreas Baader. Ανήκουν στον κύκλο «18 Οκτώβρη 1977».

  2. Δον Κιχώτης Says:

    Η χώρα μου ένα δωμάτιο αδειασμένο ως το στερνό έπιπλο.

    Η σκέψη νούλα η τέχνη πατσαβούρα

    και η Δημοκρατία μ’ ένα ημίψηλο

    φοδραρισμένο με μπατσαρία

    σε μια γη ζεστή από δάκρυα κι από αγώνες

    εδώ που βρίσκεται τ’ όνειρο μου κι η κατοικία μου

    μισή από άβυσσο και μισή από τοίχους ανέμου

    στη λεωφόρο των στίχων και του ιλίγγου.

    εδώ και το δίλλημα της αδράνειας
    και της στείρας δράσης
    τροφή καλοδεχούμενη
    πλουμιστών αρπακτικών
    που έσκισαν τη σάρκα μου
    και γίνανε κονκάρδες
    μιας λευτεριάς ανώφελης
    στης λήθης το κενό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: