Εβδομάδα Μίλτου Σαχτούρη (1919 – 2005)

Εβδομάδα Μίλτου Σαχτούρη (1919 – 2005)

Ένας διαδικτυακός διάλογος με τον ιστοχώρο Μετεωρολογικά

Μίλτος Σαχτούρης (1919 – 2005)

Καθώς η ποίηση είναι κάτι το ζωντανό, σκεφτήκαμε να οργανώσουμε με τον ιστοχώρο Μετεωρολογικά μία ανθολογία του Μίλτου Σαχτούρη (αναμφίβολα ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές της Μεταπολεμικής ελληνικής ποίησης και οπωσδήποτε κοινή αγάπη με τη Melen) διαφορετική από τις άλλες. Μία ανθολογία που θα στηρίζεται στον άμεσο διάλογο των δεκτών της ποιητικής πράξης και που δεν θα αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στον πομπό της κατ’ ανάγκην. Έτσι οι αναρτήσεις στα Μετεωρολογικά θα συνιστούν μια άμεση απάντηση στις αναρτήσεις του Κενού Τίτλου και οι αναρτήσεις του Κενού Τίτλου με της σειρά τους θα συνιστούν μια άμεση απάντηση στις αναρτήσεις των Μετεωρολογικών. Ελπίζουμε το πείραμα να βρει τους αποδέκτες του. Εμείς ούτως ή άλλως θα το διασκεδάσουμε. Καλή ανάγνωση!

Η δύσκολη Κυριακή


Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο

απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου


Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά

πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας

όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι

κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά

ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς

ή ένα αγνό νέο βλέφαρο

ή ένας λατρεμένος λόγος

που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά


Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες

έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι

σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή

τι κούραση τι κούραση

κίτρινο φόρεμα – κεντημένος ένας αετός –

πράσινος παπαγάλος – κλείνω τα μάτια – κράζει

πάντα πάντα πάντα

η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς

τι μάτια παθιασμένα τι γυναίκες

τι έρωτες τι φωνές τι έρωτες

φίλε αγάπη αίμα φίλε

φίλε δωσ’ μου το χέρι σου τι κρύο


Ήτανε παγωνιά

δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι

κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο

και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά


(Η Λησμονημένη, 1945)

http://meteorologika.blogspot.com/2008/09/ping-pong.html

George Grosz (1893 - 1959), Lovesick Man 1916

Το καφενείο


Καθόμουνα στο καφενείο και κοίταζα

από τη βιτρίνα

μια γυναίκα δίχως χέρια προσπαθούσε

να κρύψει ένα τηλέφωνο μέσα στο στόμα της

το χοντρό κόκκινο πουλί που πάντοτε

με καταδιώκει

πέταξε γύρω-γύρω τρεις φορές

ύστερα στάθηκε στην πόρτα του καφενείου

και μου φώναξε:

– Είσαι αφελής, δεν ξέρεις τίποτε,

θα σε σκοτώσω!

εγώ τότε βάλθηκα να τραγουδάω

για την άσπρη ζαχαρένια γυναίκα που πέθανε

με τις καλόγριες


ήτανε όλα τόσο άσχημα, φριχτά

που άρχισα να γελάω

να γελάω

να γελάω


είδα και τον εαυτό μου να περνάει

έξω από τη βιτρίνα


ήταν απέραντα θλιμμένος και σκεφτικός


(Το σκεύος, 1971)

http://meteorologika.blogspot.com/2008/09/blog-post_17.html

Edvard Munch (1863-1944), Night In StCloud

Ο συλλέκτης

Μαζεύω πέτρες γραμματόσημα

πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά

πτώματα από τον ουρανό

λουλούδια

κι ό,τι καλό

σ’ αυτόν τον άγριο κόσμο

κινδυνεύει


ψηλά κοιτάζω σα χαρταετός

ο Σταυραϊτός να φεύγει


αγγίζω δίχως φόβο ηλεκτροφόρα σύρματα

αυτά δε με αγγίζουν


ο ήλιος μαζεύει τις μέρες μου

γελώντας


μονάχα η ψυχή στ’ αυτί μου

ψιθυρίζει λέγοντας:

σκοτείνιασε σκοτείνιασες

γιατί;

δεν είσαι τρομαγμένος;


(Το σκεύος, 1971)

http://meteorologika.blogspot.com/2008/09/blog-post_18.html

George Grosz, Suicide (1926)

Η σκηνή


Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει

ένα κεφάλι από πηλό

τους τοίχους τους είχαν στολίσει

με λουλούδια

απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί

δυο σώματα ερωτικά

στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια

και πεταλούδες

ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε

στη γωνιά


Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απ’ όλες

τις πλευρές

δε θα ‘ταν φρόνιμο κανείς

να τους τραβήξει

ένας από τους σπάγγους έσπρωχνε τα σώματα

στον έρωτα


Η δυστυχία απ’ έξω

έγδερνε τις πόρτες


(Με το πρόσωπο στον τοίχο, 1952)

http://meteorologika.blogspot.com/2008/09/blog-post_1040.html

Egon Schiele, The Death and the Maiden

Πορτοκαλιά


Τι θλιβερός χειμώνας, Θέ μου! Τι θλιβερός χειμώνας! Ένα πορτοκαλί μεσοφόρι κρέμεται, ένα ροζ ξεσκονόπανο και βρέχει. Ένας γέρος κοιτάζει μεσ’ απ’ το τζάμι. Ένα ξερό δέντρο, ένα φως αναμμένο χρώμα πορτοκαλιού. Ένα δέντρο με πορτοκάλια πιο πέρα. Και το κορίτσι αναποδογυρισμένο και το φλιτζάνι σπασμένο κι όλοι, Θέ μου, να κλαίνε να κλαίνε να κλαίνε

Κι ύστερα χρήματα χρήματα χρήματα πολλά

Τι θλιβερός χειμώνας, Θέ μου! Τι θλιβερός χειμώνας, Θέ μου!

Τι θλιβερός χειμώνας


***


Βρέχει όπως και στο προηγούμενο ποίημα την Πορτοκαλιά

Μια γυναίκα μ’ έναν καθρέφτη και κάτι σύρματα προσπαθεί

να κρατήσει τα χρόνια. Όμως τα χρόνια φεύγουν

τα σύρματα μπαίνουν βαθιά μέσα στα μάγουλα της

τα ξεσκίζουν τρέχουν αίματα

ενώ ένα άγριο χέρι με μια κιμωλία πηγαινοέρχεται

και βάφει τα μαλλιά της άσπρα


(Όταν σας μιλώ, 1956)



http://meteorologika.blogspot.com/2008/09/blog-post_20.html

Marc Chagall, The Dreamer (1945)

Η Μαρία

Η Μαρία σκεφτική

έβγαζε τις κάλτσες της


Από το σώμα της έβγαιναν

φωνές άλλων ανθρώπων

ενός στρατιώτη που μιλούσε σαν

ένα πουλί

ενός αρρώστου που είχε πεθάνει από πόνους

προβάτων

και το κλάμα της μικρής ανεψιάς της Μαρίας

που αυτές τις μέρες είχε γεννηθεί


Η Μαρία έκλαιγε έκλαιγε

τώρα η Μαρία γελούσε

άπλωνε τα χέρια της το βράδυ

έμενε με τα πόδια ανοιχτά


Ύστερα σκοτείνιαζαν τα μάτια της

μαύρα μαύρα θολά σκοτείνιαζαν

Το ραδιόφωνο έπαιζε

Η Μαρία έκλαιγε

Η Μαρία έκλαιγε

Το ραδιόφωνο έπαιζε


Τότε η Μαρία

σιγά-σιγά άνοιγε τα χέρια της

άρχιζε να πετάει

γύρω-γύρω στο δωμάτιο


(Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο, 1958)

http://meteorologika.blogspot.com/2008/09/blog-post_21.html


Edvard Munch, Jealousy (1896)

Ο νεκρός της ζωής μας

Ιωάννης Βενιαμίν Δ’ Αρκόζι


Ο Ιωάννης Βενιαμίν Δ’ Αρκόζι που πέθανε –

«εν ζωή» – και αναστήθηκε μόλις νυχτώνει

κάθε βράδυ σφάζει τα κοπάδια του – γίδια βόδια και

πρόβατα πολλά – πνίγει όλα τα πουλιά του αδειάζει

τα ποτάμια του και πάνω στον κατάμαυρο σταυρό

που ‘χει στημένο καταμεσίς στο δωμάτιο του

σταυρώνει την αγαπημένη του. Ύστερα κάθεται μπρος

στ’ ανοιχτό παράθυρο καπνίζοντας την πίπα του

φτωχός και δακρυσμένος και σκέφτεται να ‘χε

κι αυτός κοπάδια βόδια γίδια και πρόβατα πολλά

να ‘χε ποτάμια με γρήγορα ολοκάθαρα νερά

να θαύμαζε κι αυτός το φτερούγισμα των πουλιών

να χαίρονταν κι αυτός τη ζεστή ανάσα της γυναίκας

(Παραλογαίς, 1948)

***


Το αφιέρωμα έλαβε χώρα το Σεπτέμβρη του 2008, αλλά καθόσον για κάποιον άγνωστο μου λόγο, όπως ίσως έχετε ήδη παρατηρήσει, πολλές αναρτήσεις δεν μεταφέρθηκαν μέσω της αυτόματης δυνατότητας μεταφοράς από τον ένα ιστότοπο στον άλλο, θεώρησα χρήσιμο να αναρτήσω εκ νέου, υπό τη μορφή μίας και μόνης, αρχειακού τύπου, ανάρτησης το περσινό αφιέρωμα.

Οι αρχικές δημοσιεύσεις εδώ:

http://mogolospolemistisvalkaniosagrotis.blogspot.com/search/label/R%C3%A9trospective%20%C3%A0%20Miltos%20Sachtouris

2 Σχόλια to “Εβδομάδα Μίλτου Σαχτούρη (1919 – 2005)”

  1. Δον Κιχώτης Says:

    http://www.publie.net/tnc/spip.php?article71
    Η ωραιοτερη γαλλικη μεταφραση των ποιηματων του Μ. Σαχτουρη μπορει να αποκτηθει στην ανωτερω διεθυνση

  2. Αναμφιβόλως, Δον Κιχώτη, αναμφιβόλως…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: