Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Karel Appel, Little Moon Men (1946)

Τζένη Μαστοράκη

(1949)


Ιστορίες για τα βαθιά

(1983)


Τι σύμπτωσις, μοι είπε, κύριε!
Τι παράξενος σύμπτωσις σας φέρει
εις τον οίκον του φονέως;

Γ. Βιζυηνού, Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου


Α´

Συντομοτάτη περιγραφή του τόπου εκείνου όπου τελούνται όλα τα φοβερά

Να χυθεί πρώτα πρώτα βαρύς ο αέρας και κόκκινος από χρόνιες μάχες.

Και καπνοί από όρη όπου φέγγουν αρχαία χαλάσματα, παραστάσεις θριάμβων και φόνων.

Σκιερός ο δρυμός για να χάνονται βασιλείς νυχτοθήρες, ή στασίαρχοι  κάτωχροι ανασπώντας αγχέμαχα όπλα.

Αλλά μόνος παντού ο κυνηγός και ξοπίσω του διώκτες.

Β´

Τα Πάθη της Αγάπης

Τα υπόγεια

Σε μυστικές στοές, με κρεμασμένους και υδρόβια, και μια βουή σαν να περνάει νερό. Πολύ νερό.

Πίσω απ` τους τοίχους σέρνεται κάτι πελώριο και βαρύ, που έχει βράσει σε φριχτές φωτιές, μπορεί πηγάδι, ένα υπόγειο πέρασμα, κι ανατινάζεται, κι όλο στενεύει και ρουφιέται. Χωρίς ήχο.

Εκεί θα περιμένουν άντρες τρυφεροί με κλάματα. Και τα μακριά μαλλιά τους όρθια στο σκοτάδι, όπως των πνιγμένων.

Του Κάτω Κόσμου

Ωραία θηλυκά του Κάτω Κόσμου, με μακριούς ποδόγυρους κι ερεθισμένα μάτια. «Εύμορφα, εύμορφα!» τους λέγαν και τα στρίμωχναν. Αργότερα τα έκαναν τραγούδια. Διδακτικές γυναίκες. Με λαιμά γεμάτα μελανιές. Με ζαρωμένα μεσοφόρια. Κι ένα φαρδύ, σαν φύλλο σκοτεινό, ματώνει στις λινές τους βράκες.

Αυτά να μείνουν από τους αρχαίους καημούς. Τους έρωτες.

Του γάμου

Όπως στους ύπνους των αγρίων καταποντίζεται το πλοίο – φάντασμα, ή φαρμάκι τρώει το κύπελλο του αφέντη – μακριά ο δεμένος ρουθουνίζει σαν να ξέφυγε, ή σαν λυμένος από χρόνια και με βόγκους – έτσι σου μοιάζουν όλοι κομματιάζοντας, και πάλι εσύ, κομμάτια όλοι.

Με κρότους και μυστήρια φωνάγματα, με λιθοβολισμούς και αλληλούια κοιμούνται οι συζυγοκτόνοι.

Οι κακοπαντρεμένες

Σαν από τα λυπητερά τραγούδια, και διωγμένες με λυγμούς και δόξασοι, με τα κόκκινα και τα ποδήρη, ψηλά ποδήματα των κυνηγιών, κι ο λόγος πανωπροίκι,  μαλακός  και χορταριάζει, με φλόγες και φρυάζοντας και γέλιο ακράτητο, να μην τον δουν που φοβερίζει, φεύγουν…

Όπως αστράφτει ο πετεινός στον Άδη, κι όπως χρυσή μασέλα στο βουβό της νύχτας, τετράποδο τρεχάτο που κουδούνιζε, κι ο αναβάτης μάλαμα κοχλάζει.

Τα πάθη της αγάπης

Παντού νερά, σαν τα φλαμανδικά τοπία που δεν περνάει φως ή ψάρι, κι από τα έγκατα φωνές, θούρια πολιορκητών, ραγίσματα, λαβωματιές από τους μέσους χρόνους, όψεις βαρβάρων χρυσωμένες και πονάνε.

Με το λαγούτο σταυρωτά στο στήθος, και το καρφί στο μάτι, πέρα πέρα, άντρες γενναίοι, κόρη ευγενική, και γύρω μαίνονται φουσάτα-

Ωραία ζωγραφιά και πράσινη, που θα την πω τα πάθη της αγάπης.

Τα κελάρια

Τα σπίτια που έφτιαχναν άλλοτε, έμεναν κούφια από κάτω, και τους χώρους εκείνους τους έλεγαν τότε κελάρι. Εκεί μέσα φυλάγονταν διάφορα πράγματα: παλαιός ρουχισμός, υποδήματα, τιμαλφή και ωραία γυαλιά, παγερά νυφικά και λευκώματα, υπολείμματα επίπλων με δύσκολο όνομα, και, συχνά, κάποια πρόσωπα που πολύ αγαπήθηκαν. Στην περίπτωση αυτή τα φιλούσαν σφιχτά και τα κλείδωναν, και αμέσως μετά χτίζαν όλες τις πόρτες, για να μην τις ανοίξουν και φύγουν.

Και καθώς δεν υπήρχε διέξοδος, και οι τοίχοι γερά μαγκωμένοι, εκρατούσαν καλά των παλιών οι αγάπες και τις νόμιζαν όλοι γι’ αθάνατες.

Οι άπιστοι

Ας μείνει ανεξήγητος τούτος ο χτύπος σε γούρνες χωρισμένες και σήραγγες, όπως δραπέτης στη λίμνη ξημέρωμα.

Με πένθη αιώνων να πνέουν οι άνεμοι, σέρνοντας τρόμους λαθραίων ερώτων, εγκόλπια, μαύρους πλοκάμους, μικρά ευσεβή αναθήματα, νέους που βράχηκαν μέχρι το κόκαλο σε μπόρα αιφνίδια, ώρα εσπέρας.

Και πολλοί ποταμοί παρασύροντας στέγες αθλίων, αγγελίες μικρών αποστάσεων, προτροπές, νουθεσίες και όρκους ασπασμούς, και τα κλάματα. Παρασύροντας κλίνες απίστων συζύγων, και τις άνανδρες λέξεις «λαχτάρα μου».

Η απαγωγή

Να προσέχεις προπάντων την πόρτα, μισή βυθισμένη, μισή ανοιχτή με αντικλείδι, και κρέμεται. Λογχοφόροι κρατούν την αντίπερα, και αναίτιος γδούπος: η κλαγγή σιδερένιων βρεφών που αρπάχτηκαν μεσ’ απ’ την κούνια, και κοράσια δαγκώνουν τα σεντόνια με χάχανα.

Τα πνιχτά λιτανέματα φύλαξε, τις μουγκές λειτουργίες, τα λιωμένα σκουτάρια, τους νάρθηκες, των αρμάτων το δέος. Γιατί μόνος θ’ ακούς τα γρυλίσματα, και αυτόν που αγαπάς θα φοβάσαι.

Οι αγαπημένοι

Θα σε κεντούν με λόγχες να ξυπνάς, το στόμα σφραγισμένο με κερί να μη φωνάξεις, και θα σε κρύβουν με βαριά υφάσματα και με νερά, στον πάτο λιμνοθάλασσας όπου παφλάζουν πάνδημα βασίλεια.

Ότι γραφτό οι αγαπημένοι να σου φανερώνονται στις ώρες των κατολισθήσεων, σιδηρόφρακτοι, μεσ’ από γοερούς συναγερμούς κωπηλατώντας – πάμφωτο βαθυσκάφος στ’ ανοιχτά, και πάνω του πυρπολητές θαλασσοπόροι.

Τα ενδύματα

Τα τεκμήρια έμεναν πάντοτε στου φονέως τον κήπο, ξεσκισμένα από τέλειο φάσγανο, σαν προικιά βουλιαγμένα στα έλη, σαν να τα ‘σπειρε κάποιος αλόγιστα στο φευγιό του απάνω. Πελερίνες, μετάξια και δίμιτα, με την αίγλη που έπρεπε τότε, χλιαρές αλλαξιές που ποτίστηκαν μυρωδιές και θορύβους, ζιπουνάκια λευκά και στηθόπανα μ’ αραιές μαχαιριές και φεστόνια, και τα εύθραυστα εκείνα ενδύματα που τα λέγαν το πάλαι ποτέ καμιζόλες.

Ονειρώδεις οι θάνατοι, και ο δράστης αθώος. Μ’ ένα τραύμα τυφλό, σαν παράθυρο που πατιόταν μονάχα τις νύχτες.

Οι βουτηχτές

Τα «πάρεξ να σε ιδώ, καλέ μου», τα κρυφομιλήματα, μεσ’ από δύσκολους καιρούς σωσμένους λόγια των εξορκισμών, τις σιγανές πατημασιές, τα ποιήματα, απόπειρες αγνοουμένων προ πολλού,

Να τ’ ανασύρεις όλα απ’ τα βαθιά, από μεγάλα σκότη, ανέπαρα, απ’ τις σιωπές ερειπωμένων μητροπόλεων, την άλωση, τη θεομηνία, τη ρομφαία: όπως τροπαιοφόρους βουτηχτές στ’ άπατα, ή ευπατρίδες πελεκάν την ώρια κόρη, κι ο πιο καλύτερος της παίρνει το κεφάλι –

Για να γυρνάς και να ‘ρχεσαι και να μιλάς, λόγια σπουδαίων ειδυλλίων που ήταν μια φορά, ίχνη λαμπρών καρατομήσεων, τα «σε φιλώ», αχ πόσο σε φιλώ, το δήγμα επίχρυσο, επιτέλους, απ’ το χρόνο.

Γ΄

Τρία τραγούδια για  ώρα μεγάλης ανάγκης

Μαγικό ξόρκι να σε φυλάει από δάγκαμα φιδιού, κακό εχθρό, και όλα τα επουλωμένα τραύματα

Πέντε μαύρο εσπερινό, τρεις και φτάσε δέσποτα, δέκα μπρούτζινη κλωστή και φοράδα κόκκινη, με ανάποδο άνεμο πως θυμώνει το νερό, έξι στρίγκλες στο πηγάδι και κουλός ο περατάρης, πάνω κάτω στο μπουντρούμι έντεκα χλωρές κυράδες, δεκατρείς καραβοκύρης κι άγιος πρωτομάστορης, ένα και στη σάπια σκούνα θα τους πνίξει ο γιος του δράκου.

Εμβατήριο που θα λένε οι τρελοί, ώρα νυχτερινή που βγαίνουν περιπολία

Προέχουν όμως τα φτερά, και οι πομπές των υπνοφόρων. Έλεος, έλεος, ακαριαίο, πέφτει σφυρί στην πέτρα και ξεχύνεται.

Κίτρινο, κίτρινο αλογατάκι,

Του στρατηλάτη το φαρδύ πουκάμισο

Πως μάκρυνε και τρέμει.

Το τέρας έχει σηκωθεί μ’ εφτά πελέκια κι έρχεται.

Πίσω απ’ τις πόρτες θα τροχίζουν αντρειωμένους.

Μικρή ωδή στον Θείο Ιούλιο, για να ‘ρχεται τα βράδια σφυρίζοντας, μ’ ένα σβηστό φανάρι

Ανεξιχνίαστος θα μείνει ο πνιγμός, θηλιές και σείστρα, οι ναυτίλοι ωχροί, κι οι άλλοι γαλανοί σαν γίγαντες.

Και όπως ο ταξιδευτής που, επιστρέφοντας,

βλέπει άξαφνα το αερόστατο κι ανάβει, διάτρητο από βέλη αγρίων – έτσι να φτάνεις από τα νωπά μεσάνυχτα σε τρομερές αυλές και σε χορτώνες, να ‘ρχεσαι σαν από τα ξένα, και τρυπώντας τους βρεγμένους τοίχους,

εντροπαλός, για να σου λέω ιστορίες.

Δ΄

Μικρές παράξενες ιστορίες

Περί των αφηγήσεων εν γένει

Τις γραφές τους να τρέμεις τις άπατες κι όλο πατήματα –

βιγλατόρων που γέρνουν στην ξύλινη γέφυρα, κι από πέρα φωτιές κι ενορίες σφαγμένες, ή φωνές ναυαγίων κι εκρήξεις, αρπαγές γυναικών και το πλιάτσικο κεντρικής αγοράς όπου ξέσπασε πυρκαγιά μεσημέρι, και βουνά που χαράζονται, όπως γκρεμίζει πανάρχαιο ικρίωμα, ή κλαψούρισμα ζώου που βρέθηκε νύχτα στο ρέμα να  `χει έξαφνα δύο κεφάλια-

Με φωνές στρατευμάτων σε ώρα επίθεσης, μουγκρητά και ανάθεμα, με βαθιές βασκανίες και ξόρκια, με γητειές, μαγγανείες,

να φυλάγεσαι, λέω, τους αυτόχειρες που έγραφαν.

Τόποι φλεγόμενοι και πολιορκημένοι, που δεν έγιναν

Ήχοι καταιγισμών κι ας μη σαλεύει τίποτα. Μόνο τις νύχτες να σηκώνεται μαύρος αέρας και να βλέπεις :Πλήθος μεγάλο και αχνίζει  κι έρχεται, με μυτερά σκουφιά, σαν απ` τους πάγους, αλλά, με σιγανό μουκάνισμα κρυφομιλάνε και να σπρώχνονται.

Και πίσω κρέμεται ανάποδα ο στραβοκάνης, πρησμένος από τ` ασημένια τάλιρα, και

φτύνει.

Αναπαράσταση σπανίου εθίμου: χρώματα έντονα και απαθείς μορφές, σαν μέσα σε ακίνητο νερό

…και τους ετσάκιζαν καλά καλά για να τους δώσουν σχήμα αγγέλου, κι έπειτα τους εξέθεταν σε τόπους οχυρούς και σε αλάνες, όπου με σύναξη μεγάλη και μυσταγωγία τους γλυκοκουβεντιάζαν και τους φώναζαν. Ώσπου με τα πολλά Υπερυψούτε, γονυπετείς και μεγαλεία, σκεπάστηκαν οι θόλοι με νεκρούς ιπτάμενους, εξαρθρωμένα μέλη και βαριά κατάγματα, στάσεις μεγάλης αγωνίας, αλλά και ωραιότατα φτερά, φωτάκια (που τα έτρεμαν οι παλαιοί), ανθρώπινους τροχούς που διάβαζαν το μέλλον – κεφάλια με οχτώ ποδάρια σαν βελόνια – και άλλα θαύματα, οδυνηρά και αξιοθέατα.

Γιατί εκείνες τις ημέρες, όπως λένε, έβγαιναν κήρυκες με το ψαλίδι και λαλούσαν.

Το αρχαιότατο επάγγελμα των γυρολόγων

Έναν καιρό, στα υπαίθρια παζάρια, συνέβαιναν του κόσμου τα θαυμάσια. Πετούσαν από τους γκρεμούς όλοι οι καμένοι, κι έφερναν φιαλίδια θολά, μυστηριώδη φονικά παρασκευάσματα, δόντια ή καδένες που έχασαν οι άφρονες πηδώντας στο μεγάλο ρήγμα, και ωρολόγια με τις συνήθεις παραστάσεις : ωχροντυμένες, μανιακούς, δαιμονισμένους.

Έλεγαν όμως και τροπάρια μελωδικά, σε γλώσσα μάλλον δυσανάγνωστη και αυστηρή, σαν κείμενο ανεπανόρθωτα φθαρμένο που όλο πάει να τραγουδήσει και λυγίζει. Πώς κράζει φτερωτό σκυλί, αδιάβατο πρωινό, χάσκει ψηλά το στόμα του και ξεματώνει.

Πώς μίλησαν αυτόπτες μάρτυρες, ψευδομανείς και δεισιδαίμονες επίσης

Είπαν και για τον σαλπιγκτή, πώς τάχα πρόκαμε να ειδοποιήσει, κι όπου φύγει φύγει. Κι έναν ακόμη, ονομαστικά, πώς τ’ ονειρεύτηκε αποβραδίς, ή μάλλον το `δεμε τα μάτια του: Πελώριο θηρίο, μετέωρο, φλεγόταν πάνω απ’ τα νερά με αφρούς και ολόλυζε, κι οι τοίχοι έφεγγαν καθώς από λεπτότατη διφθέρα, παλαιική, με αμνημόνευτα χαράγματα. Και πέρα, στα πολλά τα χώματα, είχε ξασπρίσει η γης κι αραίωνε, σαν το ζυμάρι που φασκιώνουν τις σαϊτιές, και σαν απ` το ψιλούτσικο χαρτί

που δένονται οι αστροκαμένοι κι οι εξωμότες.

Από σπαράγματα βραχέος χρονικού: μεγάλος διωγμός, αγνώστου έτους,  αλλά προπάντων σε ωραία πόλη, περίβλεπτη, με λιγοστές κρυψώνες

Ευλόγησον, ξεφωνητά, και βουτηγμένοι στο μετάξι να δαγκώνουν το βαρύ λεπίδι Μη Μιλάς

και ασκεπείς και εκδικούμενοι ψηλά ψηλά σε  κορυφές αλόγων σαν αλλόφρονες, απ` όλες τις μεριές μπουκάρουν φράζοντας, όπως αυτός ο βόμβος επιμένει, ή πάλι σέρνοντας μνηστή δεμένη κι άλαλη, ονόματι

Πώς έφταιξαν πολλοί εκείνες τις ημέρες, και πολλοί ματώνοντας

Δια χειρός αγνώστου, πραγματεία

Είναι, βεβαίως, μερικοί που πυρπολήθηκαν διασχίζοντας κατεστραμμένο ορυχείο. Άλλοι λαμπάδιασαν βουτώντας από εξώστες κεντρικών μεγάρων, και άλλοι, τέλος, γίναν παρανάλωμα (πλέοντας ανοιχτά, με κάτι ιστιοφόρα επισφαλή, βρατσέρες ίσως).

Κανείς δεν ξέρει τι να γίνονται οι πλέον δυσεύρετοι, αυτοί που ως ελεεινοί κλεπταποδόχοι, αυτόμολοι, κυκλοφορούν ανάμεσα μας. Λέγεται, απλώς, ότι θεώνται στις μεγαλουπόλεις, με το έγκαυμα τώρα στιλπνό από την πάροδο του χρόνου. Δεν το μιλούν, μα το επιδεικνύουν – σπανίως, είν’ η αλήθεια, όποτε το καλεί η ανάγκη – σαν βούλλα αυτοκρατορικής επιστολής που εκλάπη καθ` οδόν, κακόπεσε, κι ενόσω αμέριμνος ο αυτοκράτωρ γευματίζει, ο ταχυδρόμος του λιμνάζει στο βαθύ χωράφι και

βραδύνει.

Τσούρμο κουρσάρων σε παράλια βασιλεύουσα, που χρόνους την πολέμαγαν αποκλεισμένη

Και πέφτοντας η πύλη, είδαν τότε ν` αστράφτουν  σπάραχνα εξαίσιου κήπους, βαθυκύανα, και πορφυρά σ` εκείνες τις πτυχές όπου μονάχα επαύλεις, συλημένοι τύμβοι, θρύμματα κάστρων ποντισμένα. Και παρεκτός τα μέρη όπου δειπνούσαν οι πορνοβοσκοί, κανενός ίσκιος, μήτε καν αιθάλη από καταυλισμό επιζώντων, παρά μια νηνεμία, όπως σε πνιγερό λαγούμι των μαστόρων που κατεργάζονταν τα μελανά ορυκτά.

Και μάντευαν, μόλις, το πέρασμα καταδρομών, οδούς αλόγων, διαβάσεις πατημένες, και ό,τι απόμενε απ` τους αγρούς των φτερωτών λεόντων, τις κρήνες, τα λιωμένα υπέρθυρα, τα πανδοχεία όπου κινδύνεψαν πολλές φορές οι ανώνυμοι.

Κατάλογος πεσόντων, και τα όσα πρόσθεσε εμπειρικός γιατρός

Το σέλας, ω το σέλας των πληγών, ανθρώπων πλήθος λαμπαδηφορούντων, και στις νωπές ρωγμές οι κραδασμοί, οι άτακτες υποχωρήσεις, αραιά και που χαλκός, ρινίσματα σιδήρου. Όμως, επάνω από ελάχιστα κορμιά, ολοσχερώς αναλωμένα, το πρόσωπο αιωρούνταν σκιάζοντας το άδειο ρούχο – μυστήριο μέγα, ολωσδιόλου ανεξάρτητο από βαθμούς στρατιωτών ή τάξεις.

Οι εστεμμένοι πάλι, σαν πλωτοί, εφέροντο ακόμη του ύψους απ` το πλήγμα, κατάγυμνοι, και που να ξεχωρίζεις πια νόμιμο άρχοντα, σφετεριστη, τύραννο, διάδοχο του θρόνου. Γιατί εκείνους δεν τους βρήκε το κακό καβάλα στο άλογο, μήτε σε φοβερή τειχομαχία, παρά σε περιβόλι απόμερο τους πέτυχαν με βρόχους.

Κι έτσι τους σέρνουν από την αγκάλη οπού είχαν ξεχαστεί, κι εμπρός στην άσωτη παιδίσκη κρίνονται.

Και τι απέγινε ο δολοφονημένος

Άλλοι τον θέλουν, χρόνους έπειτα, έπαρχο, νόθο παιδί μιας παρακόρης, ρουφιάνο οι τρίτοι, να υπηρετεί δυσώνυμη μεγαλειότητα, και κάποιοι – πώς διχάζονται ξανά οι γνώμες – οπλουργό, συλλέκτη πολυτίμων λίθων, ανατόμο, και πάντως χήρο από γυναίκα πόρνη, εκπάγλου καλλονής, σε μια επιδημία που έφεραν τα καραβάνια εμπόρων.

Το θύμα θα μεταναστεύει διαρκώς: στο λίκνο νήπιου ηγεμόνος ή στο ξέφωτο, εκεί που μακελεύουν τον φυγάδα, στο άντρο των συμμοριτών, στους πατριώτες που τρυγούν κλεμμένο αμάξι στη χαράδρα, στη μυστική ετοιμασία του εκδικητή, στα φώτα πόλης, εκθαμβωτικά ύστερα από ετών συσκότιση,

από παντού, με πολλαπλές μεταμφιέσεις θα περνά, συστασιώτης, εραστής και ποντοπόρος, πανούργος κάπελας, αιχμάλωτος ανιχνευτής, με δανεικές ζωές ακόμη.

Εκείνων που πολύ εκράτησαν και δε μιλούσαν

Θα επιστρέφουν πάντοτε αυτοί που άδικα, σε χρόνους άλλους, λησμονήθηκαν. Από δρακόντων κοίτες, θύρες άρπαγος, από τα παρεκκλήσια των απείρων φόνων, με χαλασμένα πρόσωπα θα επιστρέφουν ως ναυμάχοι, ελόβιοι άλλοτε, με σκοτεινή ενδυμασία αιρετικού ή επίορκου, και στις ανήλιαγες διόδους καίγοντας.

Όπως επαίτης ύπουλος προ των τειχών, καλύπτει επιμελώς με το μανδύα του πληγές που ανθισαν, με κάποιο θαύμα. Κι όπως αρχαίος γεωμέτρης λάμνοντας, νεκρώνει πίσω του τεράστιες εκτάσεις κι αναβλύζει.

Ε΄

Τι έλεγε εκείνη η επιστολή

Μα όταν κάποιος σου μιλά με τρόμους, φωνές χαμένων σε απαίσια σπήλαια και βάλτους

εσύ να σκέφτεσαι προπάντων τι μπορεί να εννοεί, ποιο διαμελισμένο πτώμα κρύβει στο υπόγειο του, τι δαγκωτά φιλιά και φόνους, νύχτα υπόκωφη, που σιωπηλά τη διασχίζουν αμαξοστοιχίες (συσκοτισμένες με βαριά παραπετάσματα, και στους τροχούς πανιά ή βαμπάκι), τι άνομες, επιθυμίες, λύσσα, ψιθύρους, ουρλιαχτά, βεγγαλικά σε λάκκους πολιούχων, εκδικητές να τον μουσκεύουν στο αίμα όταν κοιμάται, ποιον κλέφτη, τέλος, σε βαθύ κοιτώνα χάλκινο, πνιγμένον στα λινά και κλαίει –

και να τον συμπαθείς, προπάντων να τον συμπαθείς, αγαπητέ Αρθούρε ή Αλφόνσε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: