Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993

Ager Jorn, Paris by night (defiguration, 1959)

Βασίλης Παπάς

(1954)


Από τη συλλογή Παράγραφος 1, 2

(1987)


Παράγραφος 1

Ένας μακρύς λογαριασμός που ξεχείλισε και χύθηκε στο πάτωμα, σε υποχρεώνει τώρα ν’ ακολουθήσεις τους συλλογισμούς και τις πράξεις του, ο δρόμος. Πάμε να προσκυνήσουμε τον Κώτα που έγινε άγαλμα, και η ματιά αιωνιότης, κατηφορίζει τώρα σε ευθεία, ένα τεντωμένο σκοινί ν’ απλώνουν την μπουγάδα τους οι μειοψηφίες της Μακεδονίας.

Της δείχνω τα τοπία, τις ραφές, τις οξυγονοκολλήσεις, τα ρήγματα, τις ψεύτικες δουλειές, το δέκα τα εκατό που είναι μικρόβιο και ζει στους κινητήρες, την Ελλάδα που τελειώνει, κι είναι σαν να μην τελειώνει, σαν να έχει παρακεί μια αποθήκη, με αφημένα άρον άρον πράγματα κατά την υποχώρηση.

***

Κρυμμένοι πίσω απ’ τα ερείπια, με μάτια μεσαιωνικά παραμονεύουν. Η υπόγεια συνάντηση ενώ προχωρούν οι εργασίες, κι όλα μετακινούνται δύσκολα, με νεύρα που τινάζονται σαν κλονισμένοι ραβδοσκόποι. Ο λάκκος φωτίζεται για μια στιγμή απ’ την κραυγή του Cavalcanti. Ξεσχίζει τα σκοτάδια πριν γίνει στάχτη. Σε λίγο το σκυρόδεμα θα σφραγίζει μια για πάντα, κι αυτή την αναπάντεχη δευτέρα παρουσία.

***

Η γεωγραφία στο σώμα και το κύτταρο, κι ο ίλιγγος αφήνει πίσω τους τις ωριαίες ταχύτητες, διαλύει τα υδραυλικά συστήματα των φρένων και μετατρέπει το αίμα σε ομίχλη για να κυκλοφορούμε απαρατήρητα λαθραίοι, εκχυμωμένοι χωρίς χάρτη – χωρίς ιδιότητες – χωρίς δρόμο για το Maribor. Η πράσινη λωρίδα στο δέρμα του βουνού, τα ερείπια, κι οι νταλίκες γλιστράνε φερμουάρ στην κατηφόρα, μια σκέψη απλή, όπως τα χιόνια που μεταφέρουν στην σκεπή τους. Τα βράδια στις παρκίδες κοιμούνται σαν τα μικρά παιδιά στον κινηματογράφο.

***

Ο χώρος γλιστράει ανάμεσα στα σώματα και τ’ άλλα εργαλεία και τα παιδιά της quipe που δουλεύουν – ανάβουν τα φώτα, τραβάνε τα σχοινιά – δεμένα μεταξύ τους τροχαλίες. Το μάτι πίσω απ’ την κουρτίνα, μια γλώσσα που βουίζει αναπαυμένη σε πιο ευρύχωρο επεισόδιο και ξαφνικά η γλυκιά διαρροή ενός γενικότερου σαμποτάζ, η ιδέα, πως όλα μπορούν ν’ αλλάξουν.

***

Κι όμως ζούσες λαθραία μέσα στ’ αμπάρια σαν τα Marlboro. Μετακινιόσουν με τα ταχύπλοα σκαφάκια των κοντραμπαντήδων, που μπαινοβγαίνανε στον κόλπο, στο δικό σου κόλπο και στ’ αρπακόλα μιας γαλάζιας Νάπολης, γινόσουνα καπνός, ύφεση και λάβα. Κυκλοφορούσες μ’ έναν τρόπο ψηλαφητό γιατί δεν βλέπει, κι όλα του βγαίνουν πυκνά, συγκεντρωμένα, υπερμεγέθη, το βάζο, η καρέκλα, τα σπίρτα, η Metropolis. Ακόμα και στον ύπνο, που ανοίγουν οι υπόνομοι και όλα είναι πιθανά, και όμως.

***


Με είχες χειρόγραφο στα χέρια σου, παγιδευμένο μέσα στα λάθη και τις αυθαιρεσίες του νυσταγμένου αντιγραφέα απ’ την Bottega του Don Arrigo. Με τράβαγες απ’ τα μαλλιά στην εκδοχή και στην πορνογραφία σου, να λυτρωθείς απ’ τα κενά σου εσύ και να πληρώσεις την ψυχή σου και τους κόπους, κι εγώ να ζω χαμούρης στην απάτη σου.

***

Τα νεύρα σου είναι συρματόσχοινα του λιφτ. Κάθομαι στο καρεκλάκι και μ’ ανεβάζεις στις πιο ψηλές βουνοκορφές και οργανώνω τα μεγάλα σλάλομ, όχι χωρίς δυστυχήματα, βέβαια, λόγω της αναρμοδιότητας μου. Αυτά για τις χειμερινές μου διακοπές. Το καλοκαίρι, κάνω τα μπάνια μου στο αίμα, που σου ανεβαίνει στο κεφάλι.

***

Οι σκέψεις σου είναι έγχρωμες τα βράδια. Χύνεις κουβάδες χρώμα μες στο δωμάτιο, σαν κάτι Αμερικανούς ζωγράφους. Μας βρίσκει αργά, βουτηγμένους σε μια γωνιά – λεπτομέρειες – να ψάχνεις τα υπνωτικά για να σε ρυμουλκήσουν.

***

Στο τηλέφωνο υπήρξα κακός ακροατής σου. Οι λέξεις μου δύσκολα περνάνε στα καλώδια ή παθαίνουν ηλεκτροπληξία. Προτιμώ τον ύπνο, που μου στέλνεις τα μικρά video-γράμματα, σκοτεινά και φευγαλέα μεν, φτιαγμένα με τα πενιχρά σου μέσα. Ίσως να σ’ αδικεί λίγο το mixerόταν σε τοποθετεί μαζί με τ’ άλλα – μόλις που διακρίνεσαι – σαν ένα φρέσκο από την αναγέννηση. Ή καλύτερα σαν την ευφάνταστη συνώπια του.

Παράγραφος 2


Ήχος πνευστών ματώνει απαλά την ατμόσφαιρα. Κυλάει πάνω κάτω σαν ανεμόπτερο που ψάχνει ρεύματα να το αρμενίσουν. Ο χώρος τον ρουφάει, χωνί, την ίδια στιγμή που τον απλώνει κι άνθρωποι με αλληγορικές φυσιογνωμίες, με δόντια που αστράφτουνε ανάμεσα τους, δύστοκοι φθόγγοι.

***

Η μεγάλη Άρκτος πάνω απ’ το βουνό, έτοιμη να κατασπαράξει τον προσανατολισμό μας. Κόβω αζιμούθια για να σε βρω σε τούτη εδώ την άκρη. Από πού πηγάζεις, που χύνεσαι, και ποια τα ιστορικά σου γεγονότα. Το μικρό σου χρονικό, φυλαγμένο σε κάποιο μοναστήρι, τα κοσμήματα σου θαμμένα, σ’ έναν άγνωστο τάφο. Το τοπίο τοίχος που υποχωρεί. Από δω περνάω, χάνομαι σε διαδρομές και προσπαθώ να σ’ εντοπίσω. Μετακινείσαι διαρκώς. Περιπλανιέμαι, ακολουθώ τα ίχνη σου, τα πολλαπλά πορτρέτα σου που ξεφυλλίζω, ενώ αθόρυβα επιστρέφεις, όπως ο χώρος ο κενός όταν τα πάντα αποχωρούν, και δε σε βλέπω.

***

Θαμπώνει στην ομίχλη ο χειμώνας, κι επιστρέφει με μια δικιά του μορφή, ανάγλυφη σκιά μες στ’ απομακρυσμένα χρώματα. Θαμπώνει κι η φωνή σου, παίρνουν οι λέξεις σχήμα απροσδιόριστο. Ο χειμώνας θα τις προστατέψει, όπως προστάτεψε τις φωνές της βάρδιας μέσα στη νύχτα, όταν ακόμα φώτιζαν τους δρόμους σαν μεσαιωνικά δαδιά. Τον ήχο του υλοτόμου στο δάσος, ακλόνητο, μοναχικό χρησμό, πέρα απ’ τις κορυφές και τα τραυματισμένα σώματα των δένδρων, να φυτρώνουν ξανά με τους τελευταίους χυμούς, την ώρα που υποτίθεται πως όλα έχουν τελειώσει.

Να φύτρωνες ξανά, με μια ύστατη προσπάθεια του οργανισμού, και να ξεπρόβαλες δειλά μέσ’ απ’ τις πινελιές, σαν την εσωτερικότητα τους.

***

Τα ποιήματα είναι κομμένα στα δύο, γιατί στη μέση υπάρχει ο ωκεανός. Στις ακτές θα συναντήσεις τα συντρίμμια τους, ανάμεσα στα λάδια και τα καραβόσχοινα. Ακρωτηριασμένους μύθους, βίαιες αποβολές στη διάρκεια του περίπλου, ενώ η μνήμη, σαν γάτα που τρομάζει, καθώς της ρίχνεις μια ματιά κι εξαφανίζεται, στέλνει το τελευταίο telex, στο θάλαμο που ετοιμάζεσαι να κοιμηθείς για πάντα. Μια σύντομη πορεία μες στον χάρτη με κόκκινες μικρές γραμμές, δίπλα στον San-Martin και Bolivar, δίπλα στους κρεολούς και colorados.

***

Εδώ οι άνθρωποι τα ξέρουν πλέον όλα. Κάθε μέρα η σκέψη τους κυματίζει πάνω απ’ το τρυφερό κορμί των γεγονότων και το μηχανογραφεί. Εφευρέτες του εαυτού τους, τυμβωρύχοι των δικών τους σωμάτων, ορειβάτες μιας προσωπικής τους εκδοχής, πίνουν καφέ, συνδιαλέγονται, κι όλα κάτι θυμίζουν, σαν συννεφάκι που πλανιέται στην ατμόσφαιρα, και μεταφέρει τη γύρη του χρόνου μέχρι τις μέρες μας. Γιατί πως γονιμοποιείται η μνήμη, μ’ αυτή την πάχνη απολιθωμένων υδρατμών στον ουρανίσκο. Τι είναι η γλώσσα, κάτι ερεθιστικό μες στην ατμόσφαιρα, μια πλώρηπου εμβολίζει το έδαφος, κι απλώνεται, καμουτσικιά υπακοής πάνω από τα τοπία. Τι είμαστε όλοι εμείς, εδραιωμένοι αιώνες τώρα, σ’ αυτή την κινητή άμμο που μας βουλιάζει, κι ύστερα από καιρό ξανά μας εμφανίζει, κι είμαστε άλλοι. Άλλοι εμείς, σαν μυθικά τέρατα με δυο κεφάλια.

***

Το πτώμα ενός μικρού παιδιού, συγκρατεί τον χρόνο από κάτω, μια που η πρώτη μέρα της ζωής σου έχει καταστραφεί για πάντα στη φωτιά. Καμιά φορά θα σκέφτεσαι πως κύλησες ανάμεσα απ’ τα πτώματα – σύννεφο του Ατλαντικού – κι έφερες μέχρι εδώ τα μάτια σου θλιμμένα πάμπας argentinos. Οι ημερομηνίες σε αφηγούνται πια ρευστά τα επτά ταξίδια γίναν ένα, σαν συνεχής νηοπομπή κάτω απ’ τ’ αστέρια, με τη φωτογραφία μοναχά να μεγαλώνει, μια πυραμίδα βλέμματα.

***

Μέσα από κυρτούς καθρέφτες παρατηρώ το μέλλον. Υποδέχομαι τα γεγονότα, όπως τα οχήματα σε μια τυφλή στροφή. Κι όμως, θα ήθελα να υποδέχομαι εσένα. Ν’ αναγνωρίζω από μακριά τα μέταλλα σου, το πιθανό σου υπέδαφος να αφουγκράζομαι, καθώς θα έλαμπε ή θα σπινθίριζε στον ήλιο. Να βλέπω τους πικρούς σου λογισμούς, πηχτό αρδευτικό υγρό μέσα στις φλέβες, κι εσύ διάφανη εκεί, μια ανατομική μακέτα.

***

Το ποίημα γέρνει προς το μέρος σου ακόμα μια φορά. Μια φλέβα φουσκώνει, αναστηλώνεται η μορφή σου, κι απλώνεται στον άνεμο. Κανείς, όμως, πια, δεν σε γνωρίζει. Το σώμα σου κύλινδρος πολυγράφου, τυπώνει με μεγάλα γράμματα το παρελθόν. Κανείς, όμως, δεν ξέρει πια να το διαβάσει.

***

Απέναντι στον ήλιο, όταν το βλέμμα αποκτά μια διαφάνεια, και κανείς δεν ξέρει πια τι βλέπει, τι όνειρα μπορεί να συλλαβίζει, σε ποιον βυθό κοιτάζει και μένει έκπληκτο έστω για μια στιγμή, το βλέμμα, απέναντι στον ήλιο τώρα που σπαρταράει στο τηγάνι τ’ ουρανού, να υποδέχεται τη θάλασσα, να ψάχνειίσως τα ίχνη σου πάνω στο κύμα, μες στην αναδυόμενη ζέστη τη φιλική φωνή σου που με καλεί από κάποιο βάθος, σαν τη γοργόνα που χυμάει και χάνεται προς την απελπισία. Πως νάρθω, από κλαδί σε κλαδί γαντζωμένος, ή μέσα από τις ρίζες των δένδρων τις καλωδιώσεις, την τρέχουσα ροή των πραγμάτων, να φτάσω ένα πρωί σαν οδοντόκρεμα στον νεροχύτη σου. και τι να είναι άραγε αυτό το καλοκαίρι, που ταξιδεύομε αργά σε μια δική μας δίνη, αμέριμνα ψαράκια, όταν αποχωρίζονται ανεπαίσθητα τον κόσμο τους εγκλωβισμένα σ’ ένα δίχτυ. Εγκλωβισμένοι, ίσως όχι, να μην νιώθουμε. Μα κάτι λέξεις ή κάτι φράσεις που αθόρυβα τραβήχτηκαν όπως οι βάρκες στις παλιές γκραβούρες, κι άφησαν πίσω τους αυτόν, τον άνθρακα των αισθημάτων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: