Στρατιώτες και Αστυνόμοι…

Лев Николаевич Толстой

Лев Николаевич Толстой

Лев Николаевич Толстой (Lev Nikolayevich Tolstoy)

(1828 – 1910)


Τότε ήταν ένας τίμιος νέος, γεμάτος αυταπάρνηση, έτοιμος να αφοσιωθεί σε κάθε καλή πράξη, – τώρα ήταν ένας διεφθαρμένος, εκλεπτυσμένος εγωιστής, που ήθελε μόνο την ικανοποίηση του. Τότε φανταζόταν τον κόσμο όλο σαν ένα μυστικό που προσπαθούσε με πάθος και θαυμασμό ν’ ανακαλύψει, – τώρα όλα σ’ αυτή τη ζωή ήταν απλά και ξάστερα, καθορισμένα από τις περιστάσεις. Τότε ήταν απαραίτητη κι είχε σημασία η επικοινωνία του με τη φύση και με τους ανθρώπους που έζησαν, στοχάστηκαν, αισθάνθηκαν πριν απ’ αυτόν (αγαπούσε τη φιλοσοφία και την ποίηση) – τώρα μόνο οι κοινωνικές συναλλαγές κι οι σχέσεις του με την παρέα του είχαν νόημα και αξία. Τότε η γυναίκα ήταν γι αυτόν ένα πλάσμα μυστηριώδες και θαυμάσιο, – τώρα η σημασία της γυναίκας , της οποιασδήποτε γυναίκας, εκτός απ’ τις γυναίκες της οικογένειας του και των φίλων του, ήταν αρκετά συγκεκριμένη: η γυναίκα αποτελούσε ένα από τα καλύτερα εργαλεία ηδονής που είχε ήδη γνωρίσει. Τότε δεν είχε ανάγκη τα χρήματα και μπορούσε να μην ξοδέψει ούτε το ένα τρίτο από το ποσό που του έδινε η μητέρα του, μπορούσε να αποποιηθεί τα κτήματα του πατέρα του και να τα δώσει στους μουζίκους, – τώρα δεν του έφταναν ούτε κι αυτές οι πεντακόσιες χιλιάδες τον μήνα που του έδινε η μητέρα του, με την οποία είχε ήδη πολλές φορές φιλονικήσει για τα οικονομικά. Τότε πίστευε πως η πνευματική του οντότητα αποτελούσε το πραγματικό του «εγώ», – τώρα θεωρούσε ότι όλο το είναι του ζούσε μέσα στο υγιές, σφριγηλό, κτηνώδες «εγώ» του.

Κι όλη αυτή η φοβερή μεταμόρφωση έγινε μόνο και μόνο επειδή είχε πάψει να πιστεύει στον εαυτό του κι άρχισε να πιστεύει στους άλλους, γιατί το να ζει πιστεύοντας στον εαυτό του ήταν υπερβολικά δύσκολο, επειδή έπρεπε πάντα να λύνει όλα του τα προβλήματα όχι προς όφελος του κτηνώδους «εγώ» του που αναζητά τις εύκολες χάρες, αλλά σχεδόν πάντα σε βάρος του. Όταν όμως άρχισε να πιστεύει στους άλλους, δεν χρειαζόταν να παίρνει ο ίδιος καμιά απόφαση πια, όλα ήταν αποφασισμένα από τα πριν και σε βάρος του πνευματικού, προς όφελος του κτηνώδους «εγώ». Μα, δεν είναι μόνο αυτό: όταν πίστευε στον εαυτό του δεχόταν πάντα τις επικρίσεις των ανθρώπων, πιστεύοντας στους άλλους δεχόταν την επιδοκιμασία όσων των περιτριγύριζαν.

Έτσι, όταν ο Νεχλιούντοφ αναλογιζόταν, διάβαζε, μιλούσε για τον Θεό, για την αλήθεια, για τον πλούτο, για την φτώχεια, οι άνθρωποι του περιβάλλοντος του το θεωρούσαν αναχρονιστικό και κάπως γελοίο. Η μητέρα του και η θεία του τον ονόμαζαν με μια καλοπροαίρετη ειρωνεία notre cher philosophe, όταν όμως διάβαζε φτηνά μυθιστορήματα, διηγούταν ‘πονηρά’ ανέκδοτα, πήγαινε στο γαλλικό θέατρο για να παρακολουθήσει ανόητα κωμειδύλλια και μετά ανιστορούσε την υπόθεση με κέφι – όλοι τον επαινούσαν και τον ενθάρρυναν. Όταν θεωρούσε αναγκαίο να περιορίσει τις απαιτήσεις του και γυρνούσε μ’ ένα παλιό πανωφόρι και δεν έπινε κρασί, οι άλλοι το θεωρούσαν παραξενιά, υπεροπτική ιδιορρυθμία. Όταν όμως ξόδευε μεγάλα ποσά στο κυνήγι ή στην επίπλωση ενός απίστευτα πολυτελούς γραφείου, τότε όλοι επαινούσαν το γούστο του και του χάριζαν ακριβά δώρα. Όταν ήταν ακόμα παρθένος κι ήθελε να παραμείνει μέχρι να παντρευτεί, τα οικεία του πρόσωπα ανησυχούσαν για την υγεία του, όμως ούτε η μητέρα του στεναχωρήθηκε μόλις έμαθε πως έγινε «αληθινός άντρας», κλέβοντας απ’ το φίλο του μια γαλλιδούλα. Η πριγκίπισσα μητέρα του ένιωθε δέος όποτε θυμόταν το περιστατικό με την Κατιούσα και το ότι θα μπορούσε να του περάσει απ’ το μυαλό να την παντρευτεί.

Όταν ο Νεχλιούντοφ ενηλικιώθηκε και χάρισε το μικρό κτήμα που κληρονόμησε από τον πατέρα του στους μουζίκους, γιατί θεωρούσε άδικη την ιδιοκτησία γης, η μητέρα του και οι συγγενείς ταράχτηκαν με την πράξη του. Μάλιστα οι συγγενείς άνοιξαν καβγά μαζί του και στο τέλος δεν άντεξαν και άρχισαν να τον οικτίρουν. Του έλεγαν συνέχεια ότι με το που πήραν οι αγρότες τη γη όχι μόνο δεν έγιναν πλούσιοι, αλλά φτώχυναν πιο πολύ, γιατί είχαν ανοίξει τρία καπηλειά κι είχαν πάψει να δουλεύουν στα χωράφια. Όταν ο Νεχλιούντοφ κατατάχθηκε στο στρατό, ξόδεψε μαζί με τους αριστοκράτες φίλους του κι έχασε στα χαρτιά τόσα πολλά χρήματα που η μητέρα του, Γιέλενα Ιβάνοβνα, αναγκάστηκε να βάλει χέρι στο κεφάλαιο της. Όμως αυτό δεν την στεναχωρούσε, θεωρούσε πως όλα αυτά ήταν φυσιολογικά και καλύτερα που αυτές τις τρέλες ο γιος της τις έκανε τώρα που ήτανε νέος και με κόσμο της καλής κοινωνίας.

Στην αρχή ο Νεχλιούντοφ αντιστεκόταν, αλλά ο αγώνας ήταν πάρα πολύ δύσκολος, γιατί όλα όσα αυτός θεωρούσε καλά οι άλλοι τα θεωρούσαν ανοησίες, και το αντίθετο, αυτά που εκείνος θεωρούσε ανοησίες, ο περίγυρος τα θεωρούσε καλά. Κι όλα τελείωσαν με την συνθηκολόγηση του Νεχλιούντοφ, όταν έπαψε πια να πιστεύει στον εαυτό του κι άρχισε να πιστεύει στους άλλους. Τον πρώτο καιρό, αυτή η άρνηση του εαυτού του, του ήταν δυσάρεστη, όμως το δυσάρεστο συναίσθημα δεν κράτησε πολύ και σύντομα ο Νεχλιούντοφ – που είχε αρχίσει κιόλας να πίνει και να καπνίζει – σταμάτησε να τυραννιέται απ’ αυτήν τη δυσφορία και με τον καιρό ένιωθε μάλιστα μεγάλη λύτρωση.

Και με το πάθος που το διέκρινε, δόθηκε ολοκληρωτικά σ’ αυτή τη νέα, αποδεκτή από τον περίγυρο του ζωή κι έπνιξε μέσα του τη φωνή της συνείδησης του που ζητούσε κάτι το διαφορετικό. Αυτό άρχισε, όταν μετακόμισε στην Πετρούπολη και κατατάχτηκε στο στρατό.

Η στρατιωτική θητεία διαφθείρει τους ανθρώπους, τους εξωθεί να ζουν σε συνθήκες απόλυτης οκνηρίας, δηλαδή απουσία κάθε έλλογης και ωφέλιμης εργασίας, και τους απαλλάσσει από τις συνηθισμένες, ανθρώπινες υποχρεώσεις, τις οποίες αντικαθιστά με την ολότελα συμβολική τιμή του συντάγματος, της στολής, της σημαίας, με την ανεξέλεγκτη εξουσία πάνω στους κατώτερους, από την μια, και τη δουλική υπακοή στους ανώτερους, απ’ την άλλη.

Όταν όμως σε αυτή τη γενική διαφθορά που γεννά η στρατιωτική υπηρεσία με την τιμή της στολής, της σημαίας, με την αποδοχή της βίας και των φόνων, συνυπολογίσουμε και τη διαφθορά του πλούτου και τη στενή σχέση με την Τσαρική Οικογένεια, όπως συνέβαινε στα επίλεκτα συντάγματα της Τσαρικής Φρουράς, στα οποία υπηρετούσαν μόνο πλούσιοι και αριστοκράτες αξιωματικοί, τότε αυτή η διαφθορά παίρνει τις διαστάσεις ενός παρανοϊκού εγωισμού για τους ανθρώπους που υπηρετούν. Σ’ αυτή την κατάσταση βρισκόταν και ο Νεχλιούντοφ από τότε που άρχισε να υπηρετεί κι άρχισε να ζει έτσι όπως ζούσαν και οι συνάδελφοι του.

Δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να φορούν καλοραμμένες και καθαρισμένες, όχι από τους ίδιους αλλά από άλλους, στολές, κράνη, όπλα που ήταν κι αυτά φτιαγμένα γυαλισμένα από άλλους, και να ιππεύουν θαυμάσια άλογα – που τα είχαν εκπαιδεύσει, εξημερώσει και ταΐσει επίσης άλλοι – σε επιδείξεις ή σε ασκήσεις με τους ομοίους τους, όπου έτρεχαν, έκαναν επιδείξεις με τα σπαθιά, έριχναν με τα σπαθιά κι εκπαίδευαν άλλους. Άλλη απασχόληση δεν είχαν κι όλοι αυτοί οι ανώτατοι αξιωματούχοι νέοι, γέροι, ο τσάρος κι η Αυλή του όχι μόνο την επιδοκίμαζαν, αλλά τους μοίραζαν κι από πάνω επαίνους κι ευχαριστίες. Μετά από αυτές τις ασκήσεις θεωρούσαν αναγκαίο κι εξαίρετο συνάμα να σκορπούν τα λεφτά τους, που κανείς δεν ενδιαφερόταν να μάθει από πού προέρχονταν, στο φαγητό, ιδιαίτερα στο ποτό στις λέσχες των αξιωματικών ή στα πιο ακριβά ρεστοράν. Ύστερα πήγαιναν στο θέατρο, σε χορούς, για γυναίκες, και μετά πάλι για ιππασία, αγώνες ξιφομαχίας, καλπασμούς και πάλι ξόδεμα στο ποτό στα χαρτιά, στις γυναίκες.

Αυτή η ζωή διαφθείρει ιδιαίτερα τους στρατιωτικούς, γιατί αν κάποιος που δεν έχει σχέση με το στρατό ζει μ’ αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί να μην νιώθει ντροπή στο βάθος της ψυχής του. Οι στρατιωτικοί όμως θεωρούν πως έτσι πρέπει να είναι η ζωή τους, κομπάζουν και είναι περήφανοι γι αυτό, ιδιαίτερα τον καιρό του πολέμου, όπως συνέβη με τον Νεχλιούντοφ που κατατάχτηκε μετά την κήρυξη του πολέμου με την Τουρκία. «Είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε τη ζωή μας στον πόλεμο και γι αυτό η ανέμελη και γλεντζέδικη ζωή που ζούμε όχι μονάχα μας επιτρέπετε, μα είναι και απαραίτητη. Θα την ζήσουμε λοιπόν έτσι.»

Τόσο μπερδεμένες ήταν οι σκέψεις του Νεχλιούντοφ αυτή την περίοδο της ζωής του. Όλο το διάστημα χαιρόταν που ‘χε λυτρωθεί από τα ηθικά εμπόδια που έβαζε ο ίδιος στον εαυτό του στο παρελθόν και ζούσε συνεχώς σε μια χρόνια κατάσταση παρανοϊκού εγωισμού.

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Ανάσταση (1899).

Μετάφραση Γεράσιμος Κυριακάτος.

***

Η αρχική δημοσίευση εδώ:

http://mogolospolemistisvalkaniosagrotis.blogspot.com/2009/01/blog-post.html

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: