Φώτης Κόντογλους, Ένα απόσπασμα από το Πέδρο Κάζας

 

Φώτης Κόντογλους

Ένα απόσπασμα από το Πέδρο Κάζας

Είκοσι τέσσερις ώρες ήμουν αναίσθητος από το μεθύσι… Ήπια όλη τη μέρα μαζί με τον αράπη. Στην παρέα μας ήτανε κι ένας καπετάνιος που, χωρίς άλλο, όπως κατάλαβα, χρωστούσε το κορμί του στο νέγκρο, όπως χρωστούσε την ψυχή του στο διάολο. Κρατούσε τα μάτια του ολοένα κλειστά σα να μην του χρειαζόντανε, το στόμα του ήτανε στραβό. Όταν μιλούσε, έκανε σαν νεροπρίονο από τη σβράχνα.

Εγώ όλο αυτό το διάστημα βρισκόμουν μέσα σε πυκνό καπνό, όπου δεν έβλεπα άλλο τίποτα, όξω απ’ το κεφάλι του Τιν Τιν, που γυάλιζε σαν μποτίλια. Θυμάμαι ακόμα πως έβαλα το χέρι μου κι άρπαξα ένα πλατύ μαχαίρι που είχε ο αράπης στο κίτρινο ζουνάρι του… Γιατί τώρα κάθουμαι κι ιστορώ πράματα έτσι τιποτένια;…

Μα μήπως χρωστώ και σε κανέναν τίποτα; Αρμόζει να γελάσω με την κουταμάρα που έκανα, γράφοντας έναν πρόλογο μπρος από την ιστορία μου, για να με συμπαθήσουν, αν τυχόν χάνομαι κάποτε σε πράματα που δεν είναι καμιά βία… Γιατί τάχα; Είναι εύκολο να πάρεις το μαχαίρι απ’ τη μέση ενός μεθυσμένου; … Κι έπειτα μου περνά μια ιδέα: θέλω να δείξω πως δε μου πάει να κρύψω με τι λογής πρόσωπα είχα να κάνω, και πως δε ντρέπουμαι για ό,τι έκανα. Κι ακόμα, μπορείτε να μάθετε πως τ’ όνομά μου είναι Βάκα Γκάβρο. Στ’ ανάθεμα η τρέλα που με βαστά, μη τυχόν πει ο κόσμος πως είμαι ματαιόδοξος… Μήπως δεν είμαι; Κι έπειτα, για ποια αιτία να κρύβω τ’ όνομά μου, αφού δε μένει απ’ το σόι μου κανένας πίσω μου για να ντροπιαστεί;… Το κάτου κάτου, τ’ όνομά μου δεν έχει να κερδίσει τίποτα· η ιστορία μου φαίνεται πως είναι γραμμένη από ένα χοντρό κεφάλι, αν βγάλει κανείς όξω τον πρόλογο, που μοιάζει πως μαστορεύτηκε από χέρι συνηθισμένο να γράφει βιβλία. Ο Θεός ξέρει πόσο κόπιασα να τον φέρω σε τέλος και, μα την αλήθεια, δεν είχα πει τέτοια πράματα ποτές μου, ούτε τότε που σπούδαζα στη Μπομπάη. Τόσο, που δεν πάει το χέρι μου να τον ξεσκίσω…, λες πως μιλά ένας άνθρωπος πολύ καλοαναθρεμμένος, με άσπρα και μαλακά χέρια…

Μια βδομάδα έπινα ακατάπαυστα. Την άλλη μέρα ήμουν σαν πεθαμένος… Κούραση και ατονία… Ο κόσμος αυτός με πνίγει. Δουλεύουν σαν μανιακοί και τσιρομαχούν όλη τη μέρα σαν κότες μέσα σε κοτέτσι…

Με πειράζουν, με πιάνουν τα νεύρα μου, μου φαίνεται σα να μου ζητούν να στήσω μάτι σε ό,τι κάνουν, και φωνάζω: Να σας πάρει ο διάολος!… Έπειτα ησυχάζω, το μυαλό μου βουτά σ’ ένα δροσερό φως, κι η καρδιά μου κολυμπά μέσα σε μια βαθειά πράσινη λίμνη…

Ξαπλώνουμαι στο χώμα και κοιτάζω τα ζωύφια που κουβαλούν μικρά κομμάτια άχυρο… Κατόπι σηκώνουμαι, βλέπω την ατελείωτη θάλασσα και δακρύζω απ’ τη χαρά μου που είμαι μοναχός… Ο Όσο με το μακρύ ξύλο του έρχεται συχνά στο νου μου, σα να θέλει να τον συνηθίσω και να μη γελώ μαζί του.

Σκαλίζω μέσα στις τσέπες μου και κάτι μου δροσίζει το λαρύγγι. Ανοίγω το χέρι μου και βλέπω μέσα. Συλλογίζουμαι: τι τάχα με μποδίζει να περάσω όσες μέρες μου απομένουν απάνου στο Ζάτο;… Αυτό που έχω μέσ’ στην απαλάμη μου είναι χρυσάφι…

Πρώτη φορά στη ζωή μου κατάλαβα πόσο άθλιος θα ’μουν αν μου έλειπε… Ο καημένος ο Όσο δεν μπορεί να μείνει περσότερο από μια βδομάδα στο Ζάτο, κι ίσως τις μισές μέρες κάθεται πεινασμένος… Σίγουρα εκεί που σταμάτησα, σιμά στο ρηχό ακρογιάλι, σκεδιάζει κι εκείνος το σπιτάκι του απαράλλαχτo με το δικό μου, με δυο παραθυράκια που βλέπουν στη θάλασσα και με μια καμινάδα που καπνίζει μέσα στην ερημιά…

Τον πέτυχα στην παλιά αποθήκη που καθόταν. Να πάρει η οργή! Τι παράξενος άνθρωπος!… Με κοίταξε αδιάφορος, σα να περίμενε ένα τέτοιο ανέλπιστο πράμα… Πού να περιμένει κανένας ένα τέτοιο θάμα! Ένας άλλος δε θα πίστευε στ’ αυτιά του, θα πηδούσε από χαρά, ύστερ’ από τέτοιον έρωτα με τ’ άσπρα ξερόνησα του Ζάτο. Του είπα: Έχω όσα λεφτά θέλεις, για να ζήσουμε μονάχοι, τα χρόνια που μάς απομένουν… Κρύφτηκε ο μισός πίσω απ’ το κλειστό φύλλο της πόρτας, και με δυο λόγια μου έδωσε να καταλάβω πως δέχεται να μοιραστεί με μένα την ερημιά απάνου στο Ζάτο…

Πως δέχεται!… Από κείνη τη μέρα δε μου ’ρχεται να γελάσω, όταν περνά απ’ το μυαλό μου, φορτωμένος με το μακρύ ξύλο που συνήθιζε…

Όλος ο κόσμος στο Φαγκούα απόρησε για την τρέλα μας.

Κόψαμε πέτρες απ’ το βουνό. Ο Όσο με πήρε να μου δείξει μια φλέβα π’ ανάβρυζε καμιά πεντακοσαριά μέτρα απάνου κάτου μακριά από το καλύβι μας. Το σπιτάκι ήτανε σα ζωγραφιά. Τι όμορφα!… Ήμουν σαν πιωμένος. Ευλογημένα να ’ναι τα θεμέλια σου! Η ειρήνη σε χαϊδεύει. Εδώ κοντά σου θαν αναπαυτώ μια μέρα.

Φτιάξαμε ένα μεγάλο καλύβι κι ένα μικρό κελάρι, κολλημένο από κει που βασίλευε ο ήλιος. Απ’ το μέρος του βουνού ο τοίχος ήτανε τόσο χαμηλός, που η σκεπή τον έκρυβε κάτου απ’ το φτερό της, καθώς άγγιζε σχεδόν στο χώμα. Από τη θάλασσα ήτανε ψηλός ως τρία μέτρα, με δυο μονόφυλλα παραθυράκια. Η πόρτα έπιανε το κομμάτι του τοίχου που άφηνε όξω η αποθήκη, όπως έφραζε μονάχα τον μισόν, σχηματίζοντας μια γωνιά προς το μέρος του βουνού. Η αποθήκη είχε και κείνη μια μικρή πόρτα απάνω στη θάλασσα. Μέσα, το μεγάλο καλύβι το χωρίσαμε σε δυο, το κάθε μέρος μ’ ένα παράθυρο. Στο ένα βρίσκουνταν η οξώπορτα που ανάφερα, και μια άλλη μικρούτσικη που μπαίναμε στην αποθήκη. Το δεύτερο χώρισμα ήτανε το σαλόνι μας. Ψηλά μαύριζαν τα χοντρά δοκάρια της σκεπής. Κάτου, το πάτωμα το ’στρωσα μ’ ένα ταπέτο ολόμαυρο, κι έπειτα έριξα από πάνω πολλά τομάρια που τ’ άφηναν να φαίνεται μονάχα κάπου κάπου. Μπροστά στο ξύλινο κρεβάτι μου είχα στρωμένη μια μαύρη αρκούδα της Γιαπωνίας, που διατηρούσε το κεφάλι και τα νύχια. Κάτου απ’ το παράθυρο βρισκότανε ένας μικρός καναπές και μπροστά του ένα στρογγυλό τραπεζάκι, που χανότανε μέσα στο βυσσινί τραπεζομάντιλό του, όπως άπλωνε σαν μεγάλη μέδουσα ένα γύρο, απάνου στο πάτωμα. Στη γωνιά στερέωσα μια μαύρη θέση με κάμποσα βιβλία, που δεν τα διάβαζα ποτές, και πλάγι ένα τραπέζι, κι απάνου σ’ αυτό μπορούσε να δει κανένας ένα μπρούντζινο καλαμάρι κλεισμένο και λίγα φύλλα χαρτί πλακωμένα μ’ ένα κομμάτι από κείνο το είδος του ανδαλουσίτη, που τον ονομάζουν οι γεωλόγοι χιαστόλιθον.

Μάζευα ό,τι εύρισκα στην ακροθαλασσιά, έναν κόσμο κοχύλια και τσόφλια, είτε χρωματιστές πέτρες. Όλα αυτά τα στόλιζα εκεί μέσα. Μού ’καναν μια βαθειά εντύπωση, όσο τίποτα στον κόσμο… Έστεκα ώρες και τα κοίταζα, σηκωνόμουν κι έβλεπα απ’ το παραθυράκι τα βουνά και τη θάλασσα, κι άκουγα σκεφτικός το ξύλινο ρολόγι, που το ’βαζα να δουλεύει μόνο για τικ τακ, χωρίς να δείχνει την ώρα.

Πολλές φορές μου φαινότανε πως ερχόμουν κείνη τη στιγμή στον κόσμο· σα να περνούσε ένα φως μπροστά απ’ την ψυχή μου κι απορούσα, λες κι έβλεπα πρώτη φορά τα βουνά και τη θάλασσα. Έριχνα τότε μια ματιά απάνου στους τοίχους, σα να μετρούσα με το μάτι δυο ζωγραφιές, ένα πιστόλι, ένα τουφέκι κι ένα βαρόμετρο με σκαλιστό ξύλο κρεμασμένο απάνου απ’ το τραπέζι μου. Έτριβα τα χέρια μου από ευτυχία και κούμπωνα το σακάκι μου, σα να ’θελα να την κλείσω μέσα στο ρούχο μου… Οι γλάροι πετούσαν απ’ όξου, κολυμπώντας με τα λευκά φτερά τους μέσα στο φως της καθαρής μέρας.

Νότα. – Από δω και πέρα η ιστορία μου κόβεται απ’ ένα δυο κομμάτια τραβηγμένα μέσα απ’ ένα ημερολόγιο, που κρατούσα τις μέρες που η ζωή μου ήτανε ήσυχη. Αυτές οι μέρες έμειναν οι πιο χρυσές της ζωής μου. Έτσι, κοντά στο ότι οι σημειώσεις τούτες δείχνουν την κατάσταση που βρίσκουνταν τότε η ψυχή μου, τώρα που τις ξεσηκώνω σα να γλυκαίνουν ακόμα μια φορά τις πικρές μέρες που περνώ, γέρος και τριγυρισμένος από πρόστυχα πρόσωπα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: