Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974

Φώτης Κόντογλου, Πρόσφυγες ή η Κοιλάδα του Κλαυθμώνος

Θωμάς Γκόρπας

ΠΑΝΟΡΑΜΑ

(1975)



Τραγωδία


Κανείς δεν σκέφτηκε να κλείσει φεύγοντας την πόρτα

κανείς δεν σκέφτηκε τον άνεμο που θα ‘ρχονταν σε λίγο

κανείς δεν σκέφτηκε τι άφηνε και τι έπαιρνε κοντά του

φύλλα μαχαίρια βλέμματα ή τα τελευταία λόγια

που θα ‘διναν στην παρεξήγηση ένα τέλος.

Θέλω να σ’ αγαπήσω μα δε γίνεται έχω αργήσει

θέλω να σ’ αγαπήσω όσο δε μ’ αγάπησε κανένας

να σκιστώ για σένα ν’ αλλάξω γειτονιά ν’ αλλάξω στέκια.

Τώρα πελώρια άγνωστα χέρια ασυνείδητα με δέρνουν

τώρα ξαφνικά νερά μου έκλεισαν όλους τους δρόμους

τώρα παλιά τραγούδια λαϊκά βαραίνουν τον αέρα…

Αν θα σε ξαναβρώ δεν ξέρω που θα σε τρακάρω πάλι

σε πόλη ολοκαίνουργια με εναέριους δρόμους

ή σε μοντέρνα ερημιά ή μες το τελευταίο σκοτάδι…

Και θα ‘χω άραγε ακόμα την παλιά καρδιά;


Ποιοι μας αγαπάνε;



Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει;

Ποιοι μας αγαπάνε;

Κλειστό μαγαζί

κλειστό μαγαζί της αγάπης.

Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια

σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές

θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά μπύρες ουίσκια

άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων

αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα.

Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα

πως θέλετε να το δείτε ανοίξτε με να το δείτε

έχω όμως κουράγιο

αδυνατώ να επιχειρήσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου

αδυνατώ να πιστέψω πως αγάπησε έστω κι ένας έως τώρα

αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη

εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή

όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο…

Σου λέω:

Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω…

να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό

να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος

να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα.

Σου λέω:

Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω

ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω!…


Ιστορίες



Είσαι μέσα σ’ ένα κλουβί. Αλλά δεν είσαι πουλί. Εγώ πότε πουλάω κλουβιά πότε πουλιά πότε καναβούρι πότε δίσκους 78 στροφών ρεμπέτικα και δημοτικά – πρώτες εκτελέσεις.

Ξαφνικά μου ήρθε η φράση: γαλάζιες καναβουριές

ξαφνικά μου ήρθε

ξαφνικά

η βροχή δεν σταμάτα

βρισκόμαστε στο Μεσολόγγι

έχω γνωρίσει εφτακόσιες ποιήσεις που σάπισαν μέσα σε μια βροχή που δε σταματά

εγώ ξέρω το κόλπο.

Όταν ήμουν μικρός κάποιος μεγάλος φίλος μου που αργότερα τον έσφαξαν εκ λάθους μου είπε:

Θωμά

το πέος και το δέος ποτέ δεν πουλιούνται μαζί… Γκέκε;

Γαλάζιες καναβουριές λοιπόν

γαλάζια πέλαγα γαλάζια μάτια λεφτά γαλάζια…

Η ευκολία της ποιήσεως έγινε ανταγωνιστική της δυσκολίας της πέψεως πάσης σαβούρας πάσης καλής κουβέντας πάσης μίξεως μοναξιάς και πάσης μαλακίας

το γαλάζιο εκ πρώτης όψεως είναι ελαφρύ

χρώμα

στο βάθος πλαστογραφεί το γκρι

το γκρι ανεπιτυχής απομίμησις του μαύρου

το μαύρο είναι τα καμένα σπλάχνα του άσπρου

το άσπρο είναι μια μικρή Μάγδα με ερωτηματικά

η Μάγδα είναι κέρατο βερνικωμένο καλαβρυτινό

τα πάντα βερνικωμένα είναι όμως τα κέρατα είναι λίγα

λίγα…

Είσαι κακός! Αρνείσαι τα πάντα. Δεν αφήνεις τίποτε απείραχτο!

Είσαι κομπλεξικός! Πες μου κάτι που είναι καλό! Πες μας έναν που τον παραδέχεσαι!

Τσιτσάνης Καλδάρας Καλδάρας Τσιτσάνης

όταν συμβεί το σοβαρόν

όταν συμβεί στα πέριξ καρδιές να κλαίνε

φωτιές να καίνε

Εσύ

σκοπίμως μένεις μόνη

Εσύ.

Το μαγαζί είχε ατμόσφαιρα πουτανέ

τ’ αρώματα των κοριτσιών έδιναν κ’ έπαιρναν

η ιδέα του χασισιού περιεπλανάτο στον αέρα

το χασίσι περιεπλανάτο από χέρι σε χέρι

στρατηγοί σωφέρ φαντάροι συγγραφείς ηθοποιοί επαγγελματίες φοιτητές υπάλληλοι του ΙΚΑ παίκτες του ΠΡΟΠΟ του ποδοσφαίρου του γάμου και των ιδεών

σαν ένας

έτρωγαν κ’ έπιναν φρούτα φιστίκια φώτα και χαλβά

Με με

τη μου…

Είσαι μέσα σ’ ένα κλουβί.

Είμαι μέσα σ’ ένα πετσί

αλλά καμιά φορά

βγαίνω κ’ έξω

βρε αδερφέ!

Σας φέρνω χαιρετισμούς από το Νικόλαο Σοφιανό τον Πάτερ Κοσμά τον Αλή Πασά το Ρήγα τον Χριστόφορο Περραιβό τον Γιώργη Καραϊσκάκη τον Στρατηγό Μακρυγιάννη τους Υψηλάντηδες…

Είναι καλά και ρωτάν πως τα περνάτε μαθαίνουν νέα σας από την τηλεόραση αλλά δεν τους φτάνει

γράψτε και κανένα γραμματάκι ρε παιδιά…

Να ‘ρθουν κι αυτοί!!!

Από κει πάνω; Από κει πέρα; Με τέτοιο καιρό;

Μεταξύ μας: Σας έχουν χεσμένους…

Ο Τσιτσάνης; Δε λέω πως δεν είναι καλός… στο είδος του βέβαια… αν σκεφτεί μάλιστα κανείς πως δεν ξέρει γράμματα… κι ούτε απ’ έξω πέρασε από ωδείο… και χασίκλα! Χριστέ μου, χασίκλα! Μου έλεγε η Μαίρη ότι όταν πριν δέκα χρόνια είχε πάει με τον μπαμπά της και τη μαμά της στο μαγαζί που τραγουδούσε ο Τσιτσάνης…

τ ς

ρ η

α ν

γ ά

ο σ

υ τ

δ ι

ο σ

ύ τ

σ

ε

ο

(η Νταίζη Πασχάκη αφού τελειοποιήθηκε εις το Εθνικόν Ωδείον εγνώρισε σε ένα πάρτυ τον Μιχαήλ Ψαρέλη τον αγάπησε την αγάπησε του έκανε ένα χρόνο την παρθένα της έκανε ένα χρόνο το καλό παιδί που αγωνίζεται να αποκατασταθεί επαγγελματικώς αρραβωνιαστήκαν κράτησαν τους πιο καλούς απ’ τους παλιούς τους φίλους παντρεύτηκαν δεν έκαναν αμέσως παιδί για να χαρούν λιγάκι τη ζωή τους τη χάρηκαν αυτή με τον γαλακτοπώλη της γειτονιάς «ανόητος αλλά έχει σεξ» αυτός στα μπορντέλα των παρόδων της Αχαρνών γκαστρώθηκε η Νταίζη άγνωστον πως ακατανόητον γιατί χώρισαν πριν γεννηθεί το παιδί αυτός παρέμεινε στη δουλειά του αυτή έγινε (καμάρωνε) κατήντησε (έλεγε αυτός που ζήλευε) τραγουδίστρια σε μπουάτ στα 32 της (φλεβίτις κλπ) και έπιασε χάρις εις το πλούσιον ρεπερτόριο της – είχε και ρεμπέτικο…)

ο Τσιτσάνης τραγουδούσε ακόμα

(κάποτε μια κυρία με λεφτά συνέστησε στην Νταίζη να δει τον Τσιτσάνη μπορούσε να του τηλεφωνήσει είναι θαυμάστρια του 20 χρόνια έγινε το ραντεβού στην κουζίνα του μαγαζιού όπου τραγουδούσε ο Βασίλης της μέτρησε τη φωνή μέσα σ’ ένα ντορεμιφασόλ… δεν κάνεις παιδί μου της είπε είναι δύσκολο το επάγγελμα βρες κανέναν νοικοκύρη να φτιάσεις τη ζωή σου δε βλέπεις τα δικά μας χάλια…

Η Νταίζη λίγους μήνες μετά άρχισε να παραδίδει μαθήματα μουσικής σε παιδιά έβγαζε καλό μεροκάματο πήρε και το παιδάκι της μαζί της…

Απ’ τον πρώτο σοβαρό γκόμενο που έπιασε ζήτησε να την πάει εκεί που τραγουδούσε ο Τσιτσάνης… έχουμε γνωριστεί…)

Ο Τσιτσάνης τραγουδούσε ακόμα

εγώ τραγουδάω ακόμα

δύσκολο πράγμα το τραγούδι

πολλοί τραγουδάνε

λίγοι έχουνε φωνή…

***

Σε συνεργασία με την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης – Ποιείν:

http://www.poiein.gr/archives/4394/index.html


Advertisements

2 Σχόλια to “Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974”

  1. υπέροχη δουλειά!να και μια «αναπόληση» του Γκόρπα:«Θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό κ’ εσύ να περνάς απ’ έξω.»καλή σας μέρα.

  2. Ευχαριστούμε nyxterino!Να είσαι καλά!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: