Σώμα μόνον… Καυλόν Απόκρεω!



Γιώργος Σεφέρης

Τα Εντεψίζικα



Λιμερίκια

1.

Ήταν ένα πέος στη Δήλο

που ψήλωνε κάτω απ’ τον ήλιο·

όταν τό ειδε φώναξε: «Ω!

αν βρισκόταν εδώ,

με τούτο θα τον τσάκ’ζα στο ξύλο.»

1939

2.

Η κόρη είχε στο πράμα της πλήθος εφόδια

κ’ ένα ταξίμετρο δεμένο με καλώδια·

σαν της είπα: «Τί θές;»

μ’ αποκρίθη: «Δραχμές

ενενήντα, χωρίς τα διόδια.»

3.

Ήτανε μια κοπέλα στο Βεζούβιο

κ’ εκείνος όλο διάβαζε Βιτρούβιο·

και του λέει: «Βρε συ,

γιά να ιδώ το δεξί –

το ζερβί σου τ’ αρχίδι είναι κλούβιο.»

1940

4.

Η μικρή στο μοναστήρι αναθράφη

και το μουνί της έμεινε στο ράφι·

σαν έρχουνταν κανείς

βολικός συγγενής,

έδινέ το με λίγο πιλάφι.

5.

Ήτανε μια Κυρία στο «Βρυντίριον»

που έλεγε σε μια φίλη της: «Μυστήριον

τί έχει πάθει αυτός ο Κύριος

κ’ έχει δέσει ο αλιτήριος

στα σκέλη του τοιούτον μολυντήριον.»

6.

Ήτανε μια Κυρία στην Ουγκάντα

που κοίταζε μια τζακαράντα·

κ’ ένας γέρος με ομπρέλα

σαν την είδε την κοπέλα

της έδειξε το πέος του από μια βεράντα.

8. 10. 41

7.

Ήτανε μια Κυρία στο Λουρένθο Μάρκες

που προτιμούσε να πλακώνεται στις βάρκες·

σα γαμιόταν στη στεριά

φώναζ’: «Όρτσα, ρε παιδιά!

Όρτσα, και θα τρακάρουμε τις νάρκες!»

8.

Ήτανε μια Κυρία στο Καπ-Τάου

πού ‘κραξε: «Αϊ Φανούριε μ’, θα του φάου!»

όταν είδε στην αυλή

να της γνέφει ένα καυλί

πού ‘ζγιαζε παραπάνω από ‘να πάου.

10. 1941

9.

Ήτανε μια κοπέλα στη Ναμπούλα

πού ‘χε κρεμάσει στο μουνί της μιαν αμπούλα

και διαλάλα: «Κρύο-μπούζι

το πουλάω το καρπούζι,

το πουλάω το καρπούζι με τη βούλα!»

10. 1941

10.

Ήτανε μια κοπέλα στο Κουμπάγκο

που ήταν χωμένη κάτω απ’ έναν πάγκο·

σαν της εδείχναν ψωλή

έβγαζε την κεφαλή

και την πιπίλα’ σαν της δίναν ένα φράγκο.

10. 1941

11.

Ήτανε μια Κυρία στο Ζαμπέζι

που δεν έπαυε ποτέ της να το παίζει·

με μια κόκκινη κλωστή

είχε δέσει μι’ απαυτή

και την τραβούσε το σκυλί της στο τραπέζι.

10. 1941

12.

Ήτανε μια κερά στο Μογκαντίσου

που είπε στον άντρα της: «Μαλάκα, ντύσου.

Α’ δε βρεις κανένα χάπι,

σύρε βρές ένα χασάπη

και πες του να σ’ την κόψει την ψωλή σου.»

10. 1941

13.

Ήτανε μια κερά στη Ζανζιμπάρη

κ’ ήταν μεγάλο το μουνί της σαν αμπάρι·

σαν εφίλευε κανεί

έλεγε: «Είναι τάχα κει;

έχει φύγει; – Δέν τους παίρνω πια χαμπάρι.»

10. 1941

14.

Ήτανε μια κοπέλα στο Βίδι

που ψάρευε με καλαμίδι·

σαν της είπα «Τσιμπά;»

μ’ αποκρίθη: «Πού; … Μπά!

Το τσάκωσε ο λαγός μου το σαυρίδι.»

23. 10. 1948

15.

Ήτανε μια Κυρία στη Φαμαγούστα

πού ‘χε αν μη τι άλλο λοξά γούστα·

σαν ετσάκωνε ψωλή,

τσ’ έκοβε την κεφαλή

κράζοντας καυλωμένη: «Χαίρε, Αυγούστα!»

Βαρώσια [1954;]

16.

Ήτανε στα Κατάπολα μια μούλα

που μόνο στην ανηφόρα ετσούλα’·

την ελέγαν Σεβαστή

κι όταν άφηνε πορδή

γίνουνταν εξωφρενική ρεμούλα.

4. 9. 1961


Διπλές Μαντινάδες για μαχαίρια

1.

Ζεστάθη το φουστάνι σου στ’ όμορφο καλοκαίρι.

Βγάλ’ το και δώσ’ μου το λαγό για να χαρεί μαχαίρι.

– Σαν πύρωσα, σα φούντωσα, πέταξα το φουστάνι.

Πιάσ’ το λαγό μου και θα δεις την κάμα πώς δαγκάνει.

2.

Σταράτα τα κυδώνια σου κι άγριο το πρόβατό σου,

που χάιδεψα, που κάρφωσα κάτω απ’ τον αφαλό σου.

– Πάψε να μου παινεύεσαι με τα κυδώνια εκείνα.

Κάτω απ’ την άσπρη μου κοιλιά δε βόσκει προβατίνα.

3.

Τα μούρα σου τα βυσσινιά διψώ να τα δαγκώσω·

κι ο κότσυφάς σου αν πειραχτεί, μαχαίρι θα του δώσω.

– Τα μούρα μου τα βυσσινιά, ποιός έχει εξιά θα πάρει,

κι ο κότσυφας μου είναι πουλί και θέλει κυνηγάρη.

4.

Είδα στον ύπνο μου όνειρο, κι ας το ξηγά όποια θέλει,

μέσα σε φύκια κατσαρά πως κάρφωνα ένα χέλι.

– Τα φύκια αν ήταν κατσαρά και τ’ όνειρο σου ατόφιο,

το χέλι σου που μού ‘θεξες, τό ‘βγαλες κ’ ήταν ψόφιο.

5.

Γυμνή ‘σουν, σαν τα κύματα, πώς κάνου σα θυμώσου’,

κ’ ήταν λεπίδι η πλώρη μου πού ‘κοψε τον ανθό σου.

– Βάλε ξανά την πλώρη σου στο θυμωμένο κύμα,

και σκαμπανέβαζέ τηνε, κ’ εγώ φυσώ σου πρύμα.

6.

Έβαλα το πουνιάλο μου στο μαύρο σου θηκάρι,

και στα βυζιά σου εκύλα ιδρώς σαν το μαργαριτάρι.

– Τράβηξε το πουνιάλο σου, να σου γυρνώ τη ράχη·

πιάσ’ τα βυζιά μου πίσω-μπρος και βλέπεις άλλη μάχη.

10. 9. 1961



Μαντινάδες

1.

Τον κότσυφά μου τον κρατώ για να τον στεφανώσω,

μα τα μεριά μου, αν τα ‘ρεχτείς, γυρεύω να τα οργώσω.

2.

Τα χέρια μου στα στήθια σου τρέχανε σαν τα χέλια

και σ’ έκοψα σαν έβαλες στους ώμους μου τα σκέλια.

3.

Στο φως του λύχνου σ’ έγδυσα, στο χάραμα είχες χύσει

και στο καταμεσήμερο κέρατα μού ‘χες στήσει.

4.

Ήμουν ρήγας της τράπουλας κ’ εκράτουν δυο πουνιάλα:

τό ‘να ηταν για τ’ ανάσκελα και τ’ άλλο ήταν για τ’ άλλα.

[10. 9. 1961]




Αρετή και Ρώκριτος

Α’

Σκηνή: Ξημέρωμα, στην κάμαρα της Αρετής.

Πρόσωπα: ΝΕΝΑ, ΑΡΕΤΗ.

ΝΕΝΑ

Μην το δαχτύλι σ’ άγγιξε;

ΑΡΕΤΗ

Οχι, ήταν άλλο πράμα

πού ‘νιωσα μες στη φούχτα μου μαζί μ’ εκειό το γράμμα·

φείδ’ ήτανε το πού ‘πιασα κ’ εσκιάχτην να τ’ αφήσω,

μη με δαγκώσει τη φτωχιά και κακοθανατίσω.

Για να το πνίξω τό ‘σφιξα, μα εκείνο πώς θυμώθη

φούσκωσε και κοκκίνησε και στα μεριά μου χώθη.

«Ρωτόκριτέ μου,» κράζω του, «τρέξε και βούηθησέ μου·

έν’ άγριο φίδι, ένα θεριό, που δέν ειδα ποτέ μου,

γυρεύγει μέσα μου να μπει, βαθιά να με δαγκώσει!»

Κι αυτός φωνάζει μου: «Αρετή, βλέπε μη σε κομπώσει,

γιατ’ είναι φίδι πίβουλο, μόν’ σφίξε τα μεριά σου …

ΝΕΝΑ

Ωχ, μάνα μου! …

ΑΡΕΤΗ

… μην πάει πιο μπρος, και λύσε τα βυζιά σου.

Κι α’ σου τα τρίβω, δέξου το, γιατί μ’ αυτό τόν τρόπο

θε να ψοφήσει έτοιος εχτρός τω’ δύσμοιρων ανθρώπω’.»

ΝΕΝΑ

Και τά ‘λυσες; και σ’ τά τριβε;

ΑΡΕΤΗ

Ήμουν σε τέτοια κρίση.

Μονάχη ξεθηλύκωσα το πράμα που είχε ορίσει

κι αυτός μού τα χεράκωσε και τσίμπαγέ μου αγάλι

τα ρωγοβύζια, και στ’ αυτί τη γλώσσα του είχε βάλει.

Το φίδι κοντοστάθηκε, λες κ’ ήθελε να φύγει …

ΝΕΝΑ

Αχ! τέτοιο ανήμερο θεριό τ’ αφήνει το κυνήγι; …

Οϊμέεε …!

ΑΡΕΤΗ

… λες κι αφουγκράζουνταν πόσο η καρδιά μου χτύπα’·

ξάφνου τινάχτη· τό ‘νιωσα στου κώλου μου την τρύπα …

ΝΕΝΑ

Πόνεσες;

ΑΡΕΤΗ

… να σφηνώνεται και να γλιστρά σα χέλι,

τα πίσω-μπρος, τα πίσω-μπρος …

ΝΕΝΑ

Γλύκα δεν έχει;

ΑΡΕΤΗ

… μέλι

το κούνημά του στάλαζε στο τρυφερό κορμί μου·

κι αυτός αφήνει το βυζί κι αρπάζει το μουνί μου.

Λέγω του: «Η χέρα στ’ άμοιαστα πηγαίνει, παρατράπης.»

ΝΕΝΑ

Καλά είπες.

ΑΡΕΤΗ

Μ’ αποκρίνεται: «Μονάχα ένας αζάπης

βγάνει το φίδι τ’ άγριο που χώθη σου από πίσω.»

Λέγω του: «Σα να μέρεψε· λογιάζω να τ’ αφήσω

ακόμη λίγο, Ρώκριτε· θα φύγει μοναχό του.»

Μ’ αυτός στα χείλη του λαγού, πού ‘χε το δάχτυλό του

στο στόμα του το σύστρεφε και τη γλώσσα του θέλει …

ΝΕΝΑ

Ποιανού λαγού;

ΑΡΕΤΗ

Που ‘ν’ εδεπά … Μου λύθηκα’ τα μέλη,

πείραξην είχα λογισμού, κ’ έλεγα ν’ αφορμίσω,

τα λογικά μου τά ‘χασα, γύρευγα να γυρίσω

νά ‘μπει το φίδι κι από μπρος ώς μες στα σωθικά μου,

να σκίσει με, να φάγει με, να πάρει την εξιά μου.

Τό ‘νιωσεν ο Ρωτόκριτος και κράζει μου: «Σηκώσου·

καιρός πουνιάλο να χαρείς κάτω απ’ τον αφαλό σου.»

ΝΕΝΑ

Ωφούουουου!!

ΑΡΕΤΗ

Γυρίζω ανάσκελα, με δάγκωσε στον ώμο,

τότες μου φάνη κ’ έσφαζε το δόλιο το λαγό μου

που σπάραζε και σπάραζε· τι ‘ταν χοντρό το φίδι

που ώς το μανίκι τού ‘μπηξε, κ’ έκοβγε σα λεπίδι.

Ωσά λαγήνι που γενεί πολλά πλατύ στον πάτο

και στο λαιμό πολλά στενό και ποθυμιά γεμάτο,

εδέτσι ηταν το πράμα μου μέσα σε τέτοια πάθη.

Η αποκοτιά τω’ δυο κορμιώ’ τόσο μεγάλη στάθη

π’ αγριέψασι σαν τα θεριά, πώς κάνουσι σα σμίγου’·

τα δόντια μας τη σάρκα μας δαγκώνασι κ’ ετρύγου’.

Λέγω του: «Αφού ξεκίνησες την όρεξή σου εις τούτο,

κούνα το το δοξάρι σου γρήγορα στο λαγούτο,

πιο γρήγορα … πιο γρήγορα … πιο γρήγορα … πιο γρήγορα …

Σύντριψέ με, κάψε με, να μην μπορώ να φύγω …»

Ζιμιό τραβήχτη, αντρειεύεται· το χώνει πιο βαθιά μου·

το δάχτυλό του ανάδευε την τρύπα στα μεριά μου,

με τ’ άλλο χέρι μάλαζε τα βυζιά μου π’ ανάψα’·

ήταν καμίνι η σμίξη του κ’ εκόρωνα στην κάψα,

ώσπου ένιωσα το κύμα του μες στου λαγού το στόμα

να σπάζει, να γεμίζει το – κι άλλο να θέλω ακόμα.

ΝΕΝΑ

Αλίμονο! σε γάμησε! … Πώς θα μανιάσει ο Κύρης,

σα μάθει πως ο Ρώκριτος σού ‘γινε νοικοκύρης

κ’ εμπήκε και σ’ ετρύγησε κάτω απ’ τον αφαλό σου.

Αχ! μαγειρεύγου’ βάσανα οι κοπέλες σαν καυλώσου’!

15. 9. 1961


Advertisements

6 Σχόλια to “Σώμα μόνον… Καυλόν Απόκρεω!”

  1. χα χα, πολυ του γουστου μου οι εικονες. καιρος ηταν αυτο το βαρετο μπλογκ να αποκτησει λιγο γουστο. ισως και κανενα βιντεακι στην επομενη αναρτηση και υποσχομαι θα σας κανω homepage…Βρασιδας

  2. Οι φωτογραφιες και τα στιχουργηματα ειναι απαραδεκτα!!!κυριοι διαχειριστες του μπλογκ το εχετε χασει τελειως!!!κι εσεις κυριε Βρασιδα εχετε μπερδεψει τη βουρτσα με την πουτσα…δεν ξερετε που βρισκεστε…ελπιζω να μη συνεχιστει αυτη η καταντια…Χρυσηιδα

  3. μα , τι είναι αυτά τα πράγματα; τρία χρόνια χήρα , και με κολάζετε έτσι; τρία χρόνια ούτε δονητή δεν είχα σκεφτεί να αγοράσω τσ,τσ,τσ…Αγνήagni69@yahoo.gr

  4. μα ελεος φιλε μου τον σεφερη βρηκατε να βαλετε,τι ξερει το παπαδοπαιδι…το ψυχοπαιδι του συστηματος…

  5. Παρατηρώ με κάποιαν έκπληξη πως το αγαπητό και – προφανώς – πολυπληθές κοινό τούτου του θεσπέσιου ιστοχώρου διαθέτει πολύ γρήγορα αντανακλαστικά… αγαπητέ ορκισμένε εχθρέ του Σεφέρη δεν πρόκειται να τσιμπήσω το δόλωμα…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: