Συνομιλίες VI (Εγώ ο φτωχός…)



Bertolt Brecht


Για το φτωχό Β.Β.


Εγώ, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ , είμαι από τα Μαύρα Δάση.

Η μάνα μου στις πολιτείες με κουβάλησε

σαν ήμουν ακόμα στην κοιλιά της. Και των δασών η παγωνιά

μέσα μου θα ‘ναι ως το θάνατό μου.



Έχω το σπίτι μου στην πολιτεία της ασφάλτου

φορτωμένος από την αρχή μ’ όλα τα μυστήρια του θανάτου,

μ’ εφημερίδες, με καπνό και με ρακί.

Καχύποπτος και τεμπέλης κι ευχαριστημένος τελικά.



Φέρνομαι φιλικά στους ανθρώπους. Φορώ

καθώς το συνηθίζουν ένα σκληρό καπέλο.

Λέω: είναι ζώα που μυρίζουν τελείως ιδιόμορφα

και λέω πάλι:δε βαριέσαι έχω κι εγώ την ίδια μυρουδιά.



Στις άδειες κουνιστές πολυθρόνες μου καθίζω

το πρωί κάτι γυναίκες καμιά φορά

τις κοιτάω ξένοιαστα και λέω:

Καθόλου μην ποντάρετε σ’ αυτόν που τώρα σας κοιτά.



Κοντά το βράδυ μαζεύω γύρω μου τα παιδιά

λέμε ο ένας τον άλλον «τζέντλεμαν»

ακουμπάνε στο τραπέζι μου τα πόδια

και λένε: Θα δούμε μέρες πιο καλές. Κι εγώ πότε δε ρωτώ.



Το πρωί στο γκρίζο χάραμα κατουράνε τα έλατα

και τα ζωύφιά τους, τα πουλιά αρχίζουν να φωνάζουν.

Κείνη την ώρα αδειάζω το ποτήρι μου στην πόλη,

πετάω τ’ αποτσίγαρό μου κι ανήσυχος κοιμάμαι.



Καθόμασταν μια ελαφρόμυαλη γενιά

σε σπίτια που λογίζονταν αγκρέμιστα

(έτσι χτίσαμε τα μακριά σπίτια της νήσου Μανχάταν

και τις λεπτές κεραίες που στηρίζουν τον Ατλαντικό.)



Απ’ αυτές τις πολιτείες θ’ απομείνει

εκείνος που διάβηκε από μέσα τους: ο άνεμος!

Δίνει χαρά το σπίτι σ’ αυτόν που τρώει:τ’ αδειάζει.

Ξέρουμε ότι είμαστε περαστικοί

κι ότι μετά από μας τίποτα αξιόλογο δε θα ‘ρθει.



Ελπίζω στους σεισμούς που μέλλονται να ‘ρθουν,

να μην αφήσω τη Βιρτζίνιά μου απ’ την πίκρα να μου σβήσει.

Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ από τα Μαύρα Δάση,

ξερασμένος στις πολιτείες της ασφάλτου, μέσα στη μάνα μου,

σε πρώιμη εποχή!


Μετάφραση Πέτρος Μάρκαρης


***


Orhan Veli Kanık


Το τραγούδι της Ινσταμπούλ


Στην Ινσταμπούλ, στον Bόσπορο,

είμαι ο φτωχός Oρχάν Bελή·

ο γιος του Bελή

με την ακατανόητη μελαγχολία.

Kάθομαι στο Pούμελι, στην ακτή,

και μουρμουρίζω ένα τραγούδι:

«Oι μαρμαρένιοι λόφοι της Ινσταμπούλ,

βαραίνουν το κεφάλι μου, αχ, οι γλάροι·

δάκρυα, δάκρυα καυτά για την πατρίδα

πλημμυρίζουν τα μάτια μου·

Έντα, πεπρωμένο μου,

γεμάτη-άδεια, είσαι πάντα

η αλμυρή πηγή

των δακρύων μου.

Στο κέντρο της Ινσταμπούλ άνοιξαν κινηματογράφοι·

η μητέρα δεν θα μάθει ποτέ για την εξορία μου.

Άλλοι φιλιούνται,

συζητούν

και κάνουν έρωτα·

σημαίνει κάτι αυτό για μένα;

Aγάπη μου,

τρέλα μου,

αχ, εσύ, βουβωνικέ ποταμέ μου».

Στην Ινσταμπούλ, στον Bόσπορο.

είμαι ο φτωχός Oρχάν Bελή·

ο γιος του Bελή

με την ακατανόητη μελαγχολία.

Μετάφραση Μιχάλης Παπαντωνόπουλος


***


Robert Desnos


Όχι ο έρωτας δεν είναι νεκρός


Όχι, ο έρωτας δεν είναι νεκρός σ’ αυτήν την καρδιά σε τούτα τα μάτια σ’ αυτό το στόμα που ήδη διακήρυττε την απ’ ώρα αρχινισμένη κηδεία.

Ακούστε, μπούχτισα γραφικότητα, χρώματα, γοητεία.

Αγαπάω τον έρωτα, την τρυφερότητα του και την ανελέητη του σκληρότητα.

Ο έρωτας μου δεν έχει παρά ένα μονάχα όνομα, παρά μία μονάχα μορφή.

Τα πάντα ρει. Στόματα επικολλούνται σ’ αυτό το στόμα

Ω! εσύ του έρωτα μου όνομα και μορφή,

Μια μέρα στη θάλασσα ανάμεσα σ’ Ευρώπη κι Αμερική

Την ώρα που κι η έσχατη ακτίνα του ήλιου θα καθρεφτίζεται στην κυματώδη επιφάνεια των κυμάτων, ή σε μια νύχτα με καταιγίδα κάτω από ‘να δέντρο στην εξοχή, ή σ’ ένα γρήγορο αυτοκίνητο,

Ένα ανοιξιάτικο πρωινό στη λεωφόρο Μαλεσέρμπ,

Μια μέρα βροχερή,

Πριν να ξαπλώσεις την χαραυγή,

Σκέψου, διατάζω το οικείο μου φάντασμα σου, πως υπήρξα ο μόνος που σ’ αγάπησε χωρίς να σε ξέρει και πως είναι κρίμα που ποτέ δεν με γνώρισες.

Σκέψου, πως ποτέ δεν πρέπει να μετανιώνεις· πριν από μένα ο Ρονσάρ κι ο Μπωντλαίρ τραγουδήσανε το παράπονο των γριών ακόμα και των νεκρών που περιφρόνησαν τον αγνότερο έρωτα,

Εσύ, όταν θα ‘σαι νεκρή,

Θα ‘σαι ακόμα όμορφη, ποθητή.

Εγώ, θα είμαι ήδη νεκρός, έγκλειστος ολάκερος μες στο αθάνατο σου κορμί, κι η στίλβουσα σου εικόνα παρούσα στο άπειρο ανάμεσα στ’ ακατάβλητα θαύματα της ζωής και της αιωνιότητας, αν, αν όμως είμαι ακόμα ζωντανός

Η φωνή σου κι ο τόνος της, το βλέμμα σου κι οι ακτίνες του,

Το άρωμα σου και των μαλλιών σου το άρωμα κι άλλα πολλά πράγματα ακόμα δικά σου θα ζούνε εντός μου,

Εντός μου που δεν είμαι μήτ’ ο Ρονσάρ μητ’ ο Μπωντλαίρ,

Παρά μονάχα ένας φτωχός Ρομπέρ Ντεσνός και που, για να ‘χοντας σε γνωρίσει και αγαπήσει,

Ξέρω να τα τιμώ ακριβά.

Εγώ, που είμαι ο Ρομπέρ Ντεσνός, μόνο για να σ’ αγαπώ,

Και που υστεροφημία άλλη καμιά δε ζητώ παρά μονάχα πως σε αγάπησα.


Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: