Αφιέρωμα: Ελληνική ποίηση 1952 – 1974

Egon Schiele, Eros

Ντίνος Χριστιανόπουλος

ΞΕΝΑ ΓΟΝΑΤΑ

(1954)


Νυχτερινή ηδυπάθεια


Εχτές είδα στον ύπνο μου πως ήρθες,

αγέλαστος και σκοτεινός, και μ’ άδραξες

βίαια και τραχιά, κι ύστερα μ’ έσερνες

μες σε λιμάνια σκοτεινά κι άδειες πλατείες,

μέχρι που το χακί χιτώνιο σου

στρατός πολύς έγινε, που περνούσε,

στρατός πολύς, που με ποδοπατούσε

στρατός, που με συνέθλιβε κάτω απ’ τις αρβύλες του,

καθώς εβάδιζε άλκιμος· κι εγώ είχα λιώσει,

κουρέλι είχα γίνει, κι ήμουν ένα

με την καυτή την άσφαλτο, που δέχονταν

τ’ αποτυπώματα απ’ τις άπειρες αρβύλες.


Και τότε ήταν, μες στην τόση μου εκμηδένιση,

που εδίψησε σε, Κύριε, η ψυχή μου.



Τύψεις



Όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει

η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι

τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου

από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν:

δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια,

φώτα που πέσαν πάνω μου ανελέητα,

λόγια πιο πρόστυχα κι απ’ τις χειρονομίες –

μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου,

όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω

μ’ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει

βουβή, ξαγρυπνισμένη και χλωμή.


Ρήμαγμα



Τις παγωμένες νύχτες,

όταν κι ο τελευταίος τράχηλος σ’ αρνείται,

ποια αρετή σου μένει ακόμη να ρημάξεις,

ποια χαρά να στολίσεις τα όνειρα σου,

ποια αθωότητα να δικαιωθείς;



Τις παγωμένες νύχτες,

ψυχή μου, πως αντέχεις τέτοιο ρήμαγμα,

εσύ που αναζήταγες τον ουρανό;


Επίλογος



Ξένοι αυχένες τώρα αντί για τον δικό σου,

ξένα λαγόνια, ξένα γόνατα, όλα ξένα,

τίποτα πια δεν θα μου μείνει απ’ τη φωνή σου,

ως και τα μάτια σου θα σβήσουν σ’ άλλα μάτια.



Και πια, μέσα στην τόση αλλοφροσύνη,

ψυχή μου, που θα βρεις τη δύναμη

για να μπορείς ακόμη να ελπίζεις

σε κάποιαν άλλη αγκαλιά πιο τρυφερή;


Όλο και πιο πολύ



Στους ανεπαίσθητους ψιθύρους της εσπέρας,

στα μυστικά καλέσματα της νύχτας,

ψυχή μου, άρχισες κι εσύ να ξεθαρρεύεις

όλο και πιο πολύ· κι άρχισες να ‘χεις

πιο εύκολα τα μάτια και τα λόγια,

πιο βιαστικά τα χρήματα του πάθους,

όλο και πιο λιγότερους τους δισταγμούς,

και δίνεσαι και τρέχεις και ξεφτίζεις

κι επιμένεις ακόμα να ελπίζεις

με μια πυρακτωμένη φαντασία,

μ’ ένα κορμί παρανάλωμα της έξαψης,



ώριμη πια για το χαμό.

***

Σε συνεργασία με την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης – Ποιείν :

http://www.poiein.gr/archives/3286/index.html


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: