Seraphim falls, η ιστορία μιας εκδίκησης που δεν σέβεται το εαυτό της ….

… από τους άγριους πιστολέρο των western στην υπαρξιακή ταυτότητα του σύγχρονου ατόμου ….

Αγνή, παρθένα εξέλιξη δεν υπάρχει. Η γέννηση είναι αποτέλεσμα μιας αναγκαίας
βίας

Asger Jorn

Το western ανέκαθεν αποτελούσε ένα λαϊκό είδος, στα πρότυπα του χολιγουντιανού θεάματος· ένα βιομηχανικό προϊόν προς κατανάλωση των μαζών. Πάμπολλες ταινίες πέρασαν από το άσπρο πανί, εκ των οποίων κάποιες συγκαταλέχτηκαν ανάμεσα στα αριστουργήματα της έβδομης τέχνης και αποτέλεσαν αναφορές του είδους για ολόκληρο το κινηματογραφικό φάσμα. Μεγάλοι σκηνοθέτες κι αστέρες συνδέθηκαν με το είδος και δοκιμάστηκαν σε αυτό. Ακόμη κι ο εξπρεσιονιστής Fritz Lang κατά την χολιγουντιανή του καριέρα. Εν έτη 2008 τι θέση μπορεί να έχει στο σύγχρονο κινηματογραφικό στερέωμα ένα αναμφίβολα ξεπερασμένο είδος; Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται, όχι ακριβώς μια αναβίωση, αλλά κάποιες μεμονωμένες περισσότερο προσπάθειες να δοθούν σύγχρονα western, από το αριστουργηματικό Dead Man του Jim Jarmusch (μια πλήρης αποδόμηση του είδους, γκονταρικων προθέσεων), μέχρι το οσκαρικό Brokeback mountain του Ang Lee κι η λίστα συνεχίζεται. Πριν ένα εξάμηνο βγήκε στις αίθουσες το Seraphim Falls του David Von Ancken, ο οποίος είχε πετυχημένη προϋπηρεσία στα τηλεοπτικά πλατό (σίγουρα το γεγονός αυτό δεν είναι υπέρ του). Το άρθρο θα ασχοληθεί με την ταινία ως εφαλτήριο κι όχι ως κριτική.

Η ταινία χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε την καταιγιστική καταδίωξη του ενός από τους δυο πρωταγωνιστές (θα τον ονομάσουμε κυνηγημένο), από τον δεύτερο (αντίστοιχα κυνηγό), με μια ομάδα από μισθοφόρους. Η καταδίωξη λαμβάνει χώρα στα χιονισμένα βουνά, με κάδρα που ασφυκτικά κλείνουν τους πρωταγωνιστές δημιουργώντας ένα κλειστοφοβικό τοπίο χωρίς ορίζοντα. Το αδιέξοδο ενυπάρχει σε κάθε σημείο του κάδρου. Ο γρήγορος ρυθμός καταδίωξης και η πάλη, είναι τα δύο στοιχεία που κυριαρχούν. Ο κυνηγός-πρωταγωνιστής από την αρχή έχει το πλεονέκτημα, από το πρώτο κιόλας πλάνο. Ας σταθούμε λίγο στην πρώτη σκηνή η οποία και μας παρέχει το βασικό μοτίβο επάνω στο οποίο και θα κινηθεί ολόκληρη η ταινία. Στα πρώτα πλάνα βλέπουμε τον κυνηγημένο να ψήνει ένα θήραμα και να κοιτάει γύρω του χωρίς να φανερώνει κάποια ιδιαίτερη ανησυχία. Την επόμενη στιγμή κάποιος τον πυροβολεί κι ο ίδιος μετατρέπεται στο εξής σε θήραμα. Αυτό είναι και το βασικό δίπολο, θύτης – θύμα, στο οποίο και θα κινηθεί όλη η ταινία μέχρι την τελική εξίσωση θύτη και θύματος στο φινάλε. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ωστόσο, τόσο η θέση των δυο ηρώων όσο και η θέση του θεατή απέναντι στα δρώμενα είναι σαφής, μέχρι τα μισά της ταινίας (ταύτιση του με τον κυνηγημένο, ταύτιση με τον αδύνατο). Ωστόσο, στα δεύτερο μισό του πρώτου μέρους η καταδίωξη κάπως χαλαρώνει κι αφήνει χώρο στους χαρακτήρες να αναδειχτούν και την ιστορία να ξετυλιχτεί. Ήδη τα ερωτήματα είναι σημαντικά κι ο θεατής ‘ρουφάει’ κάθε πληροφορία για τους ήρωες του. Ο κυνηγημένος – πρωταγωνιστής καταφέρνει να ξεγλιστρήσει από του διώκτες του αφού βρίσκει άλογο σε ένα σπίτι, για να το χάσει λίγο αργότερα και να γλιτώσει μόλις την τελευταία στιγμή από τον κυνηγό. Το παιχνίδι βρίσκεται ξεκάθαρα στα χέρια του σκηνοθέτη .

Το δεύτερο μέρος αρχίζει με τις αχανείς εκτάσεις της αγρίας Δύσης. Τα πλάνα πλέον είναι ανοιχτά κι ο ορίζοντας μας χαρίζεται απλόχερα. Η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα είναι παρελθόν. Μια σειρά από γεγονότα συμβαίνουν κατά την διάρκεια της συνεχιζόμενης καταδίωξης, εναλλάσσοντας συνεχώς τους ρόλους θύτη και θύματος για τους πρωταγωνιστές. Πάντα όμως αποκαθιστάται η τάξη κι οι πρωταγωνιστές διατηρούν την θέση τους όπως κι ο θεατής απέναντι στα δρώμενα (η ταύτιση του με τον κυνηγημένο παραμένει αναλλοίωτη, καλος – κακος, κληροδοτημένη από τα παλιά western και το γενικότερο μανιχαϊστικό στυλ του Ηollywood ). Στο δεύτερο μισό του δεύτερου μέρους την ώρα που κοιμούνται οι δυο πρωταγωνιστές οι σκηνοθετικές νύξεις, πλέον γίνονται δηλώσεις. Με την σκηνή του κοινού ονείρου και του ταυτόχρονου ξυπνήματος, πέρα από τις σημαντικές πληροφορίες για το γεγονός καθεαυτό που πυροδότησε το κυνηγητό (κλασικό μοτίβο, στην σύγχρονη εκδοχή του βέβαια), ο σκηνοθέτης φροντίζει να ταυτίσει, δίχως να αφήνει ποια καμιά αμφιβολία, τους δυο πρωταγωνιστές. Αποκορύφωμα αυτής της ταύτισης η μετέπειτα κι τελευταία σκηνή του δεύτερου μέρους που έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την αφηγούμενη ιστορία. Η διασάλευση της τάξης έχει αρχίσει. Σίγουρα η θέση του θεατή ακόμη δεν έχει ‘γκρεμιστεί’, αλλά έχει δεχτεί τα πρώτα σημαντικά ρήγματα. Σε επίπεδο αίσθησης τα πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους για τον θεατή (μην ξεχνάμε ότι στον κινηματογράφο ο θεατής δεν προλαβαίνει να σκεφτεί· από κει προέρχεται κι η μεγάλη δύναμη υποβολής του κινηματογράφου).

Μοιραία, οι δυο αντίπαλοι συναντιούνται, κι αφού πεθαίνει κι ο τελευταίος των λακέδων, είναι πλέον αντιμέτωποι ίσος προς ίσο. Ο κυνηγός έχει ένα πιστόλι χωρίς σφαίρες – το πλεονέκτημα του λοιπόν, είναι μόνο πλασματικό. Σ’ αυτήν λοιπόν την δεύτερη face to face σκηνή μαθαίνουμε αναδρομικά το παρελθόν. Ο ήρωας με τον οποίον είχε μέχρι εκείνην τη στιγμή ταυτιστεί ο θεατής είναι υπεύθυνος για τον θάνατο της οικογένειας του ταγματάρχη – κυνηγού, πράξη προφανώς καταδικαστέα στην συνείδηση του θεατή. Στην μάχη που ακολουθεί όμως, ο αντίπαλος του, ο κυνηγημένος χαρίζει την ζωή του και του προσφέρει νερό για να καταφέρει να πάει στην επόμενη πόλη και να τελειώσει εδώ η ιστορία εκδίκησης (και να ξεκινήσει μια νέα που αρχίζει με το μοτίβο του νερού – το νερό εξισώνεται με την ζωή). Η σκηνή αφήνει μετέωρο το θεατή. Δεν υπάρχει ούτε καλός ούτε κακός. Η ταύτιση έχει καταρρεύσει πλήρως. Το κλασικό ερώτημα, με ποιον τρόπο ο καλός θα καταφέρει να σκοτώσει τον κακό ή το πως θα αποκατασταθεί η διασαλευθείσα τάξη του κόσμου (κλασικός ήρωας του western και κλασική κατάληξη του είδους ειδικά στην πρώτη του περίοδο) δεν υφίσταται πλέον. Ποιος θα νικήσει σ’ αυτόν τον αγώνα ζωής και θανάτου; Ποιος θα δικαιωθεί μπρος τα μάτια του θεατή, ο μετανοημένος και φιλεύσπλαχνος κυνηγημένος ή ο αμετανόητος για δικαιοσύνη – εκδίκηση κυνηγός; Οι δυο ταυτίζονται πλέον και σε συνειδητό επίπεδο (δεν υπάρχει αθώος, καλός ή κακός). Το μόνο που μας απομένει είναι η λύση.

Το τρίτο μέρος αρχίζει με την διαδοχική συνάντηση των δυο με τον Ινδιάνο, (μια αναφορά στο Dead Man, ο Ινδιάνος ως μύστης ενός διαφορετικού τύπου ύπαρξης) και το άνοιγμα της ιστορίας σε ένα νέο επίπεδο. Η εμφάνιση του, η συνδιαλλαγή, τα λόγια του, προετοιμάζουν το ιδιαίτερο «τοπίο» της τελικής μάχης και μας προοικονομεί την μορφή της λύσης που θα ακολουθήσει. Ο Ινδιάνος από μια περίεργη πλεονεκτική θέση φέρνει και την οριστική ισορροπία στους δυο πρωταγωνιστές για την τελική τους αναμέτρηση. Η είσοδος στην έρημο γίνεται επί ίσοις όροις πλέον. Μπροστά τους τώρα η απέραντη έρημος, άχρονη κι αμείλικτη. Στην έρημο φανερώνεται στον καθένα ξεχωριστά η περίεργη αυτή περιπλανώμενη εμπόρισσα. Εμπορικές συμφωνίες και λόγια επισφράγισης ακολουθούν τις περίεργες δοσοληψίες των πρωταγωνιστών μαζί της. Ο τρόπος εμφάνισης της είναι και το επισφράγισμα της μεταφοράς της ταινίας σε ένα μεταφυσικό επίπεδο ή καλύτερα σε υπαρξιακό επίπεδο όπου ο χώρος, η ατμόσφαιρα και οι προοπτικές γίνονται ο καθρέφτης των ηρώων. Είναι η τελευταία νησίδα του πολιτισμού τους πριν τους αφήσει μόνους στην άνυδρη έρημο χωρίς νερό κι ελπίδα (το νερό είναι ζωή λέει ο Ινδιάνος). Η τελική μάχη πλέον παύει να έχει το οποιοδήποτε νόημα, πραγματοποιείται καθαρά και μόνο από κεκτημένη ταχύτητα. Ο πόλεμος, προσωπικός ή συλλογικός, με ό,τι εκφράζει, όχι μόνο έχει τελειώσει αλλά και τους έχει τελειώσει. Η πορεία προς τη λήθη έχει αρχίσει και μαζί της θα πάρει τα τελευταία απομεινάρια του παρελθόντος, προϊόντα αυτής της εποχής που αποχωρεί από το προσκήνιο της ιστορίας. Η έρημος είναι οι ίδιοι οι ήρωες, κι οι δυο θύματα των περιστάσεων, δυο φαντάσματα. Η αποχώρηση τους σε ένα ψεύτικο φόντο υποσκάπτει και τις όποιες τυχόν αισιόδοξες ερμηνείες που θα μπορούσαν να ξεπηδήσουν από το τέλος. Σβήνουν – εξατμίζονται μες στο τοπίο σαν το νερό, θύματα κι οι δυο των περιστάσεων.

Αυτή, λοιπόν, η ενδιαφέρουσα ταινία δομήθηκε σαν ένα κλασικό western. Σε πρώτο επίπεδο είναι μια τυπική ιστορία εκδίκησης με ένα αναπάντεχα φιλειρηνικό φινάλε. Συμφιλιωμένοι παίρνει ο καθένας το δρόμο του. Μια ταινία η οποία βλέπεται από τον καθένα αφού οι κώδικες και το σύμπαν ενός western είναι γνωστό σε όλους. Ο σκηνοθέτης όμως δανειζόμενος την μορφή του συγκεκριμένου είδους κάνει μια πολυεπίπεδη ταινία. Είτε θέλει να διερευνήσει την λογική της οφθαλμού αντί οφθαλμού εκδίκησης, είτε τη λογική ύπαρξης του ανθρώπου στην σύγχρονη κοινωνία (μια «άγρια Δύση», όπου όλες οι σχέσεις είναι σχέσεις εμπορικής συνδιαλλαγής, όπου οι τυχόν προσωπικές διάφορες δεν παύουν να είναι ένα αποτέλεσμα ενός πολύ συγκεκριμένου τρόπου συνύπαρξης μέσα στην κοινωνία και που οδηγεί τελικά στην προσωπική χρεοκοπία), η ταινία ‘λειτουργεί’ για κάθε θεατή κι ο καθένας μπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα και με βάση τις προσωπικές αντιλήψεις του και τους προσωπικούς του προβληματισμούς. Ο καθένας μπορεί να συμπεριφερθεί απέναντι στην ταινία με τον τρόπο που αυτός αντιλαμβάνεται και θέλει. Το παιχνίδι όμως δεν παίζεται ερήμην του θεατή (ένας από τους κυρίως λόγους αποτυχίας του ΝΕΚ, που καταντούσαν οι συνεντεύξεις και τα κείμενα που αφορούσαν τις ταινίες τους, να είναι στο τέλος πιο ενδιαφέροντα από τις ίδιες τις ταινίες).

Στον 21ο αιώνα, στο επίπεδο των τεχνών κι όχι μόνο, ο άνθρωπος – δημιουργός δείχνει μετέωρος κι αμήχανος, αδύναμος μπροστά στην σύγχρονη πραγματικότητα που δείχνει να τον υπερβαίνει. Θεατής παθητικός ακόμα κι όταν έχει τάσεις δημιουργίας και δράσης. Η απροσδιοριστία του κι η συναίσθηση του αδιέξοδου τον έχουν καταβάλει. Οι τρόποι αντίδρασης του δείχνουν επικίνδυνα παροπλισμένοι. Η ανακύκλωση και το αναπόφευκτο ‘βάλτωμα’ είναι σημείο των καιρών και μας καλούν στην ανυπαρξία. Οι πρωτοπορίες δείχνουν μακρινές κι ανύπαρκτες. Παρόλα αυτά η θέληση (ή η τύχη ενδεχομένως) για απεγκλωβισμό ορισμένων δημιουργών είναι εκείνες ακριβώς οι μεμονωμένες εκλάμψεις που οφείλουμε να πάρουμε υποψιν μας και να τις αξιοποιήσουμε.

Η σημερινή εποχή είναι το σταυροδρόμι (ας ελπίσουμε ότι δεν είναι η αρχή μιας ολοκληρωτικής εποχής), και η ρήξη μοιάζει να μεταφέρεται σε ένα (αβέβαιο) μέλλον. Το αφηγηματικό μοντέλο κλασικών ειδών, όπως το western, όπου μαζί με τον τρόπο αφήγησης μας δανείζει κι ένα ολόκληρο σύμπαν, παρουσιάζεται ως ένα πρόσφορο έδαφος για να πατήσει ο δημιουργός και να ξεκλειδώσει την εποχή. Ο κορμός είναι έτοιμος, ο σκελετός κι οι κώδικες γνωστοί από το παρελθόν. Εκεί πάνω μπορεί να βασιστεί για να υπερβεί – εξυψωθεί στο παρόν, στην σημερινή υπέρ-άφθονη κενή εποχή. Πρέπει να πάψει η προσπάθεια να διερευνήσουμε την εποχή με τους όρους προηγούμενων αιώνων.

Για να μπορέσει μια μορφή ν’ αποκτήσει βαρύνουσα συλλογική σημασία, πρέπει να μετασχηματιστεί από φαινόμενο μοναδικό σε φαινόμενο τυπικό. Η διαμόρφωση ενός τύπου γίνεται με άλμα λέει ο Άσγκερ Γιορν. Οφείλουμε, ως γενιά, πιστεύω, να προετοιμάσουμε το έδαφος, να γίνουμε οι πρόδρομοι. Η καλλιτεχνική αμφιβολία εκφράζεται με δράση κι αυτή την βαρύνουσα συλλογική σημασία πρέπει να εκμεταλλευτούμε. Ο παροπλισμός δεν αντέχεται πλέον. Τα μέσα του παρελθόντος μας καλούν για μια εκ νέου επανανοηματοδότηση κι επαναπροσδιορισμό. Να βρούμε τη θέση τους στο σήμερα για να μπορέσουμε να περάσουμε στο αύριο με εκρήξεις. Τα στρατηγήματα του σήμερα να γίνουν οι πυροδοτικοί μηχανισμοί του περάσματος στην επόμενη εποχή ρήξης και επανάστασης. Για την ελευθερία… για μιαν άλλη ζωή…

G. Jesus

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: