Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993 (Επίμετρο: Δύο εκτός τόπου και χρόνου αριστουργήματα)

James Ensor, L’Homme de Douleurs (1891)

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

(1931 – 1996)

——————————-

Ωδές στον Πρίγκηπα

——————————

Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει

—————

Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει στις χιονισμένες πλαγιές

κι εσύ οδεύεις ψηλότερα. Τα χέρια σου αγκάλιασαν

το τιμόνι. Τα μάτια σου πάγωσαν λίμνες και δάση

κοιτούν κουρασμένα τις άσπρες κορυφογραμμές

ώσπου ο ουρανός ν’ αστράψει τη νύχτα της Γέννησης

χρωματιστά παιδάκια στη δακρυσμένη σου σκέψη

———————

Κι εμένα με στέλνεις στις λασπωμένες ακτές. Να εξάψω

τις φωλιές της αντίστασης στα χωριά και στα πνεύματα

μιας ηλιόλουστης χειμωνιάτικης μέρας. Μεθυσμένος

από μιαν ολονυχτία σε μισοφώτιστα μπαρ

να ορκιστώ πίστη κι ύστερα να πεθάνω

για σένα

————————

Πρίγκιπα, γύρισα κι είδα τον ήλιο άρρωστο στις πορτοκαλιές

είδα τα νυχτολούλουδα στο παλάτι σου και τις κατάκλειστες γρίλιες

και τ’ άλογα σου συλλογισμένα να βόσκουν στη χλόη.

Γιατί τα κτήματα δόθηκαν για το τίποτα, τα οικόσημα

της αιώνιας βασιλείας σου στο εφήμερο αίσθημα.

Στις μαρμάρινες σκάλες, στα ανάκλιντρα μιας επίχρυσης

δόξας με πήραν τ’ αναφιλητά

το αίμα σου μας δόθηκε, Πρίγκιπα, δε μας ανήκει

————————

Κι αυτό, για να υμνήσω

———————-

Κι αυτό, για να υμνήσω μια σου μπούκλα, Πρίγκηπα

————-

Πάνω στο οδόστρωμα και στις βεράντες των σπιτιών

στις γυάλινες κατασκευές της προκυμαίας, έβλεπα

τη θάλασσα των καστανών μαλλιών να γίνεται ατμός

μέσα σε παραδείσιους κήπους. Όλα για σένα

από μαλακό κερί και τέφρα

—————-

Κι όμως, καθώς βυθίζω μέσα τους τα δάκτυλα, δε φτάνω

πουθενά. Σαν το μικρό παιδί που μεγαλώνει

άξαφνα. Χάνει προνόμια και σκληρά παιχνίδια. Αφήνεται

σε δισκοθήκες και σε μπαρ. Πεθαίνοντας

πάνω σε φύλλα φθινοπωρινά τρέφεται αλόγιστα

με παραισθησιογόνα

—————-


Ανέραστος Σεπτέμβρης

—————-

Ποιος είναι αυτός που περιμένεις πάντοτε σκυφτός

βαδίζοντας ανέμελα στον μελιχρό Σεπτέμβρη

πάντα σε προσπερνούν κι όμως μένει το άρωμα

των χιλιομέτρων μέσα στα φώτα των σταθμών

και οι χλιαρές ανάσες στο μυαλό και η θάλασσα

——————

Δεν θα μπορέσουν πια ποτέ να σε ιδούν

μέσα στα μάτια, καθώς άλλοτε· ούτε παραμερίζοντας

ένα ένα τα κλαδιά της αγροικίας για να ιδείς την πόλη

θα βρεις σημάδια μες στον φθινοπωρινό ουρανό

καθώς ξυπνάς μες την κατάνυξη της παγωμένης γης

της βρώμικης ελπίδας, της χυδαίας μέθης.

Το ξέρουν πια γιατί το πρόσωπο αποστρέφεις

και τους ταΐζεις με ναρκωτικά και στέργεις

να χάσουν την υπόλοιπη ζωή

μα φτάνει

και η μουσική στο αίμα ας πνιγεί γιατί κοχλάζουν

θόρυβοι μιας χειμωνιάτικης ατμόσφαιρας με μηχανές

καπνούς, μια κίνηση αλλιώτικη καθώς θα ταξιδέψεις πάλι

————————

Τίποτα δεν μου ανήκει

—————–

Καθώς πια τίποτα δεν μου ανήκει μέσα στ’ ανάκτορα

ούτε καν το χρυσάφι της οροφής και τα μάρμαρα

και οι κονσόλες παγώσανε και τα μαλλιά σου σέρνονται πίσω

από τα σφιγμένα κρύσταλλα

και οι πλαφονιέρες σταλάζουν την τέφρα του χειμωνιάτικου

ήλιου

καθώς οι λειμώνες δεν βρίσκουνε πια την παλιά τους λαλιά

———————

Βλέπω πως λάθεψα γυρίζοντας έξω από θέρετρα

στο πυκνό δάσος των πολυκατοικιών δίπλα στη θάλασσα

όπου βυθίζομαι για να σ’ αγγίξω μόλις

επειδή σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όλα τα κτίσματα

και αν δεν σε γνώριζα θα ‘ταν όλα εφήμερα

γιατί οι βιτρίνες είναι μια λάσπη, τα εργοστάσια μια θλίψη

και η πόλη

αφήνει να πέσουν οι κάλυκες της πλαστικής μου καρδιάς

πάνω σε φύλλα από δάκρυα

———————

Τίποτα δεν μου ανήκει, καμιά παλινόρθωση

τα μάγουλα σου στο χιονισμένο αυχένα των βουνών

καθώς η ματιά μου βυθίζεται στην άπειρη έκταση

αφήνοντας πια τ’ αυτοκίνητα στα δικά τους τραγούδια

———————

Γιατί η δίψα για το ατόφιο χρυσάφι είναι τα μάτια σου

και η πείνα για καθαρό αλουμίνιο τα χέρια σου

φιλιόμαστε σε σκοτεινές δισκοθήκες και σου εξηγώ

———————-

Κι όταν χαράξει πως τάχα να πάμε αντίθετα

θα γυρίζουμε με ρούχα παλιά στα νεόκτιστα

μια άσπρη κορνίζα, βιβλία και θέρμανση στις γωνίες

———————–

Γι αυτούς

——————

Θα γδέρνουν, Πρίγκηπα. Αυτοί θα γδέρνουν πάντοτε

τα μαλακά μωρά και τριαντάφυλλα στο γαλανό βυθό τους

σε υγρούς στηθόδεσμους σαλεύοντας τα λάβρα χείλη

μαζεύουνε την πεθαμένη γύρη και τους κάλυκες

μιας όψιμης γιορτής. Όλα γι αυτούς.

Για μας το ατέλειωτο πνευματικό σκοτάδι

—————

***

————-

Οι Ωδές στον Πρίγκιπα γράφτηκαν από το καλοκαίρι του 1971 ως το φθινόπωρο του 1975 στη Θεσσαλονίκη και εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1981.

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Αφιέρωμα: Ελληνική Ποίηση 1977 – 1993 (Επίμετρο: Δύο εκτός τόπου και χρόνου αριστουργήματα)”

  1. Le grand écrivain Says:

    βρήκα αυτό το link και σκέφτηκα ότι μπορεί να ενδιαφέρει, οπότε…

    http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2007/07/24.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: