Συνομιλίες, II ( Die Zauberflöte… )

Marc Chagall (1887-1985), Die Zauberflöte

Walt Whitman (1819-1892)


The Mystic Trumpeter

1

Hark, some wild trumpeter, some strange musician,

Hovering unseen in air, vibrates capricious tunes to-night.


I hear thee trumpeter, listening alert I catch thy notes,

Now pouring, whirling like a tempest round me,

Now low, subdued, now in the distance lost.

2

Come near bodiless one, haply in thee resounds

Some dead composer, haply thy pensive life,

Was fill’d with aspirations high, unform’d ideals,

Waves, oceans musical, chaotically surging,

That now ecstatic ghost, close to me bending, thy cornet echoing,

pealing,

Gives out to no one’s ears but mine, but freely gives to mine,

That I may thee translate.

3

Blow trumpeter free and clear, I follow thee,

While at thy liquid prelude, glad, serene,

The fretting world, the streets, the noisy streets of day withdraw,

A holy calm descends like dew upon me,

I walk in cool refreshing night the walks of Paradise,

I scent the grass, the moist air and the roses;

Thy song expands my numb’d imbonded spirit, thou freest,

launchest me,

Floating and basking upon heaven’s lake.

4

Blow again trumpeter! and for my sensuous eyes,

Bring the old pageants, show the feudal world.

What charm thy music works! thou makest pass before me,

Ladies and cavaliers long dead, barons are in the castle halls, the

troubadours are singing,

Arm’d knights go forth to redress wrongs, some in quest of the

holy Graal;

I see the tournament, I see the contestants incased in heavy

armor seated on stately clamping horses,

I hear the shouts, the sounds of blows and smiting steel;

I see the Crusaders’ tumultuous armies – hark, how the cymbals

clang,

Lo, where the monks walk in advance, bearing the cross on high.

5

Blow again trumpeter! and for thy theme,

Take now the enclosing theme of all, the solvent and the setting,

Love, that is pulse of all, the sustenance and the pang,

The heart of man and woman, all for love,

No other theme but love – knitting, enclosing, all-diffusing love.

O how the immortal phantoms crowd around me!

I see the vast alembic ever working, I see and know the flames

that heat the world,

The glow, the blush, the beating hearts of lovers,

So blissful happy some, and some so silent, dark, and night to

death;

Love, that is all the earth to lovers – love, that mocks time and

space,

Love, that is day and night – love, that is sun and moon and stars,

Love, that is crimson, sumptuous, sick with perfume,

No other words but words of love, no other thought but love.

6

Blow again trumpeter! conjure war’s alarums.

Swift to thy spell a shuddering hum like distant thunder rolls,

Lo, where the arm’d men hasten – lo, mid the clouds of dust th

glint of bayonets,

I see the crime-faced cannoneers, I mark the rosy flash amid the

smoke, I hear the cracking of the guns;

Nor war alone – thy fearful music-song, wild player, brings every

sight of fear,

The deeds of ruthless brigands, rapine, murder – I hear the cries

for help!

I see ships foundering at sea, I behold on deck and below deck

the terrible tableaus.

7

O trumpeter, methinks I am myself the instrument thou playest,

Thou melt’st my heart, my brain – thou movest, drawest, changest

them at will;

And now thy sullen notes send darkness through me,

Thou takest away all cheering light, all hope

I see the enslaved, the overthrown, the hurt, the opprest of the

whole earth,

I feel the measureless shame and humiliation of my race, it

becomes all mine,

Mine too the revenges of humanity, the wrongs of ages, baffled

feuds and hatreds,

Utter defeat upon my weighs – all lost – the foe victorious,

(Yet ‘mid the ruins Pride colossal stands unshaken to the last,

Endurance, resolution to the last.)

8

Now trumpeter for thy close,

Vouchsafe a higher strain than any yet,

Sing to my soul, renew its languishing faith and hope,

Rouse up my slow belief, give me some vision of the future,

Give me for once its prophesy and joy.

O glad, exulting, culminating song!

A vigor more than earth’s is in thy notes,

Marches of victory – man disenthral’d – the conqueror at last,

Hymns to the universal God from universal man – all joy!

A reborn race appears – a perfect world, all joy!

Women and men in wisdom innocence and health – all joy!

Riotous laughing bacchanals fill’d with joy!

War, sorrow, suffering gone – the rank earth purged – nothing

but joy left!

The ocean fill’d with joy – the atmosphere all joy!

Joy! joy! in freedom, worship, love! joy in the ecstasy of life!

Enough to merely be! enough to breathe!

Joy! joy! all over joy!


Από την έκτη – και τελευταία – έκδοση της συλλογής Leaves of Grass (1891).

Max Slevogt (1868-1932), Szene aus Mozarts Zauberflöte

Κ. Π. Καβάφης (1863-1933)

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί

αόρατος θίασος να περνά

με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –

την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου

που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου

που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος

αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.

Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν

ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·

μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,

πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,

κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι

με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,

ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,

τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,

κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

The arrival of the Queen of the Night. Stage set by Karl Friedrich Schinkel (1781-1841) for an 1815 production of Mozart’s Magic Flute

Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985)

Ο μυστικός ποιητής

hommage à raveL

η σκιά της λίμνης

απλώνονταν μεσ’ στο δωμάτιο

και κάτω από κάθε καρέκλα

κι ακόμη κάτω απ’ το τραπέζι

και πίσω απ’ τα βιβλία

και μεσ’ στα σκοτεινά βλέμματα

των γύψινων προπλασμάτων

ακούγονταν σαν ψίθυρος

το τραγούδι της

μυστικής ορχήστρας

του νεκρού ποιητή

και τότε μπήκε η γυναίκα που περίμενα

τόσον καιρό ολόγυμνη

μεσ’ στ’ άσπρα ντυμένη

κάτω απ’ το φως του φεγγαριού

με τα μαλλιά λυμένα

με κάτι μακριά πράσινα χορτάρια μέσα στα μάτια

που κυματίζανε αργά

ωσάν τις υποσχέσεις

που δεν δοθήκανε ποτές

σε μακρινές άγνωστες πόλεις

και σ’ άδεια

ερειπωμένα

εργοστάσια

κι έλεγα να χαθώ κι εγώ

σαν το νεκρό ποιητή

μέσα στα μακριά

μαλλιά της

με κάτι λουλούδια

π’ ανοίγουν το

βράδυ

και κλείνουν

το πρωί

με κάτι ψάρια ξερά

που κρέμασαν

μ’ ένα σπάγγο

ψηλά

στην καρβουναποθήκη

κι έτσι να φύγω

μακριά

απ’ την οχλαγωγή

και το θόρυβο

του σκοπευτηρίου

να φύγω μακριά

μεσ’ στα σπασμένα

τζάμια

και να ζήσω

αιώνια

πάνω στο ταβάνι

έχοντας όμως

πάντα

μέσα στα μάτια

τα μυστικά τραγούδια

της νεκρής ορχήστρας

του

ποιητή

(Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν, 1938)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: