Park Chan-Wook, I am a cyborg, but that’s ok.

Οι απανταχού κινηματογραφόφιλοι έχουν από καιρό συνειδητοποιήσει ότι η σημαντικότερη τα τελευταία χρόνια κινηματογραφική παραγωγή έρχεται από την Ασία. Πρόκειται για υποκειμενική εκτίμηση βεβαίως αλλά προσωπικά είμαι πεπεισμένος ότι η αδιαμφισβήτητη πολιτιστική άνθηση που παρατηρείται την τελευταία δεκαπενταετία στην Ασία, δεν έχει το αντίστοιχο της πουθενά αλλού στον κόσμο αυτήν την στιγμή. Και ούτε καν λόγος να γίνεται για την αποτελματωμένη πολιτισμικά Ευρώπη. Οι πιο διαδεδομένες ευρέως, σε παγκόσμιο επίπεδο, πτυχές της καλλιτεχνικής δραστηριότητας των ασιατών είναι ο κινηματογράφος (με σφραγίδα κυρίως κορεάτικη) και το Anime (με σφραγίδα ιαπωνική). Προσωπικά μου φαίνεται αδιανόητη μια πολιτιστική άνθηση που αφορά μόνον επιμέρους τέχνες και όχι ολόκληρο το φάσμα των τεχνών, καθώς αυτή προκύπτει αναμφίβολα από ένα συγκεκριμένο κοινωνικό υπόβαθρο καθώς και από τις εσωτερικές – ιδεολογικές διεργασίες που αυτό το τελευταίο προκαλεί. Εντούτοις, η επαφή με τις υπόλοιπες τέχνες, ιδίως αυτές του Λόγου, καθίσταται προβληματική ένεκα της απουσίας ικανοποιητικής και μαζικής γνώσης των ασιατικών γλωσσών από τον ευρωπαϊκό πληθυσμό. Ας επιστρέψουμε εντούτοις στον κινηματογράφο. Οι μεγάλοι ασιάτες σκηνοθέτες έχουν κατορθώσει το αδιανόητο: σχεδόν με κάθε ταινία τους να αλλάζουν την ιστορία του κινηματογράφου. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 ο κινέζος Wong Kar-wai με τις ταινίες Chungking Express (1994) και Fallen Angels (1995), στα τέλη της ίδιας δεκαετίας ο κορεάτικος μετεωρίτης που ακούει στο όνομα Kim Ki-duk γυρίζει μοναδικές ταινίες όπως οι The Isle (2000), Bad Guy (2001) και κυρίως το ανυπέρβλητο Address Unknown (ελληνικός τίτλος Άγνωστος παραλήπτης, 2001), το οποίο προσωπικά θεωρώ μία από τις σημαντικότερες δημιουργίες όλων των εποχών. Στα βήματα του τελευταίου ο επίσης κορεάτης Park Chan-wook το 2003 θα συνταράξει την κινηματογραφική κοινότητα με το Old boy.

Ο Park Chan-wook γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου 1963. Θα μεγαλώσει στην Seoul και θα σπουδάσει φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο Sogang, όπου θα ιδρύσει μια κινηματογραφική λέσχη. Επηρεασμένος, όπως ο ίδιος έχει ρητά δηλώσει σε συνεντεύξεις, από τον Σοφοκλή, τον Shakespeare, τον Kafka, τον Dostoevsky, τον Balzac, τον Hitchcock, τον Aldrich, τον Bergman και τον κορεάτη σκηνοθέτη Kim Ki-young, θα γυρίσει το Sympathy for Mr. Vengeance (ελληνικός τίτλος Τελευταία εκδίκηση), την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το 2002, ως πρώτος μέρος μιας τριλογίας, της Τριλογίας της εκδίκησης. Θα ακολουθήσουν οι ταινίες Old boy και Sympathy for Lady Vengeance (ελληνικός τίτλος Η εκδίκηση μιας κυρίας, 2005). Από τις τρεις αυτές ταινίες η πιο ολοκληρωμένη αυτοτελώς είναι αναμφίβολα το συγκλονιστικό, από κάθε άποψη, αριστούργημα που ακούει στο όνομα Old boy. Η πρώτη ταινία της τριλογίας το Sympathy for Mr. Vengeance είναι επίσης ένα αρκετά ολοκληρωμένο film και οπωσδήποτε πολύ δυνατή ταινία, αλλά έχω την αίσθηση ότι εκεί ακόμα ο Park δεν έχει βρει το προσωπικό του style (οι επιρροές άλλωστε από τον Kim Ki-duk είναι εμφανείς), ενώ η τελευταία ταινία της τριλογίας το Sympathy for Lady Vengeance είναι η λιγότερο άρτια ως αυτοτελής δημιουργία και η πιο προβληματική, μολονότι πανέμορφη εικαστικά, της τριλογίας. Ωστόσο, αν θα ήθελε κανείς να αντιληφθεί συνολικά το όραμα του Park, οφείλει να δει τις τρεις ταινίες μαζί, και μάλιστα την μία μετά την άλλη, ούτως ώστε να μην απολέσει την υπόγεια συναισθηματική ενότητα που τις διαπερνά, και τότε, μετά από περίπου εφτά ώρες αποκαλύπτεται μονομιάς διάφανο μπροστά στα μάτια του, κατά το καθηλωτικό τελευταίο δεκάλεπτο του Sympathy for Lady Vengeance, το ένα και μοναδικό μήνυμα του όλου εγχειρήματος και κυρίως η επιδιωκόμενη σύνθεση, έχοντας περάσει ήδη από την θέση και την αντίθεση, του δημιουργού περί του νοήματος του βασικού άξονα της τριλογίας του, δηλαδή την εκδίκηση, η οποία εν τέλει κατανοούμε ότι νοείται μακροσκοπικά (με διευρυμένη κοινωνικά και διαχρονική ιστορικά, δηλαδή, σημασία) και όχι μικροσκοπικά (δηλαδή, ατομικά).

Η τελευταία ταινία του Park, το I am a cyborg, but that’s ok (που στην Ν. Κορέα κυκλοφόρησε το 2006), αποτέλεσε οπωσδήποτε μια τεράστια έκπληξη για όσους είχαν προηγουμένως δει τις σκοτεινές και βίαιες ταινίες της τριλογίας. Κακώς βέβαια, διότι ο σκηνοθέτης με το τελευταίο δεκάλεπτο του Sympathy for Lady Vengeance μας είχε προετοιμάσει. Έτσι, εκ των υστέρων νοούμενες, οι ταινίες της τριλογίας συναποτελούν την θέση και την αντίθεση, προετοιμάζοντας μας για την σύνθεση του I am a cyborg, but that’s ok. Από μόνος του ο τρόπος που επικοινωνούν εσωτερικά οι δημιουργίες του Park, συμπληρώνοντας και επεκτείνοντας, ως ένα ενιαίο work in progress, η μία την άλλη, είναι ήδη αρκετά εντυπωσιακός.

Η ταινία λαμβάνει χώρα σε ένα φρενοκομείο και επικεντρώνεται στην σχέση της Young-goon, μιας νεαρής κοπέλας που νομίζει πως είναι cyborg, και του Il-soon, ενός νεαρού που νοσηλεύεται για αντικοινωνική συμπεριφορά και σχιζοφρένεια (εντούτοις ο Park, αφήνει να αιωρείται στο χώρο το ερώτημα αν ο Il-soon είναι πραγματικά σχιζοφρενής ή υποδύεται τον σχιζοφρενή για να αποφύγει την φυλάκιση, παραπέμποντας έτσι εμμέσως και στο One Flew Over the Cuckoo’s Nest (1975) του Miloš Forman). Στα αδιαφιλονίκητα πλεονεκτήματα της ταινίας συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνείες των δύο νεαρών, της Su-jeong Lim ( στο ρόλο της Young-goon) και του ινδάλματος στην Κορέα Rain ( πραγματικό όνομα Jeong Ji Hoon, στο ρόλο του Il-soon).

Σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον άλλο, καθώς ο κάθε ένας ζει σε μία αποκλειστικά δική του πραγματικότητα, και κυρίως σε έναν κόσμο όπου οι υποτιθέμενοι αρμόδιοι για την επίβλεψη και την φροντίδα των τροφίμων, με την στενόμυαλη λογική τους, αδυνατούνε να τους κατανοήσουν, οι δύο νεαροί μεταξύ τους θα διαμορφώσουν προσωπικούς, εντελώς δικούς τους κώδικες επικοινωνίας, θα έρθουν ο ένας κοντά στον άλλο, θα ερωτευτούν και μέσω μιας μοναδικής αλληλεγγύης (με το σύνολο των τροφίμων, στοιχείο πολύ σημαντικό), θα βρουν μόνοι τους λύσεις στα προβλήματα τους, λύσεις που οι αρμόδιοι με μιαν χαρακτηριστική έλλειψη κατανόησης αδυνατούνε να τους εξασφαλίσουν. Το εντυπωσιακότερο όμως στην ταινία είναι η ατμόσφαιρα της. Ο Park ισορροπώντας λεπτά ανάμεσα στο ρεαλισμό και το παράλογο, στο όνειρο και στον εφιάλτη, κατορθώνει να μεταφέρει για πρώτη φορά στον κινηματογράφο μίαν αίσθηση μαγική που μέχρι τώρα συναντούσαμε μόνο στις ταινίες anime του μεγάλου Hayao Miyazaki. Επιτυγχάνοντας έτσι να υπερβεί τον διάχυτο μηδενισμό που επέβαλλε στην επιμέρους αλλοτριωμένη ύπαρξη μια κοινωνία που περιθωριοποιεί και ποινικοποιεί το διαφορετικό, ο Park κατορθώνει να κάνει τον θεατή να βγει από την κινηματογραφική αίθουσα με μια διάθεση να επικοινωνήσει, να ερωτευτεί, να δημιουργήσει. Κατανοώντας και εκφράζοντας έτσι μια διάχυτη αγωνία των σύγχρονων καλλιτεχνών για το περιεχόμενο και τη μορφή μιας νέας τέχνης, ο Park συνενώνει το αισθητικό με το ηθικό και το υπαρξιακό, το ατομικό με το συλλογικό, και καλεί, όποιον είναι πρόθυμος να ακούσει το κάλεσμα, για μιαν έξοδο στον κόσμο· μιαν έξοδο από το κλουβί, από τα πεπερασμένα όρια της εγκλωβισμένης ατομικότητας. Θυμίζοντας αρκετά και τους προβληματισμούς του Neon Genesis Evangelion (TV series) προτάσσει την έκθεση στον κόσμο ως αναπόδραστο προαπαιτούμενο της επικοινωνίας, την ίδια την επικοινωνία ως προαπαιτούμενο της ολοκλήρωσης. Και το πιο γοητευτικό, και γι αυτό καθόλου ανώδυνο, μονοπάτι προς μια τέτοια πορεία δεν είναι άλλο από τον έρωτα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: