Juan Ramón Jimenez (1881 – 1958)

Το αδημιούργητο πλήρες

και το δημιουργημένο

Αυτή η νύχτα είναι στ’ αλήθεια νύχτα. Ο ουρανός

μ’ αστέρια στ’ αλήθεια με κοιμίζει το υψηλό και το

αθάνατο· αυτή τη νύχτα στ’ αλήθεια βρίσκομαι πάνω,

στ’ αλήθεια πιστεύω πως αν τιναχτώ σαν μια φωτιά φτάνω

σ’ ένα στόμα μοναδικό.

Αυτή τη νύχτα στ’ αλήθεια αγαπώ, στ’ αλήθεια

χαμογελώ και στ’ αλήθεια ψάλλω, και στ’ αλήθεια

κραυγάζω και στ’ αλήθεια νιώθω εντός μου τον Θεό, τη μάνα

και τον αδελφό, τον άνθρωπο πλήρη, το ζώο, το πράγμα,

το αδημιούργητο πλήρες και το δημιουργημένο.

Αυτή τη νύχτα, το γλαυκό στ’ αλήθεια μου πνίγει

το παρελθόν, η μέρα-νύχτα, ωσάν νερό απέραντα

χαλαρό, που είναι πλήρης και είναι γνωστό πως είναι

πλήρης.

Προς άλλη γυμνότητα

Μη φεύγεις σ’ εσένα, ρόδο γυμνό, μήπως κι αν δεν

πας προς εσένα, μ’ αφήσεις πάντα μ’ εμένα, εμένα

μ’ εμένα.

Κατάκτησε με, πάρε με, ξαναφέρε με, άσε μου

λιγότερο εγώ, τίποτα εγώ, τίποτε για το άμορφο χώμα.

Ρόδο γυμνό, έσχατο και πρώτο, ρόδο σχηματισμένο

και ακεραιωμένο, ενσάρκωσε με στο είναι σου, με το

έργο ακόμη, με το θάνατο πια.

Σ’ εσέ κληροδοτούμαι, ρόδο. Σε γνωρίζω, γυμνό,

ανάπαυση μου· ας είσαι συ το άθροισμα, για μένα, ρόδο,

σχεδόν γυναίκα πια και έργο πλέον, γυναίκας,

θανάτου και έργου.

Η όαση

Πράσινο αύγασμα πάνω σε σκοτεινό πράσινο. Φωλιά

βαθειά, φύλλων και μουρμουρίσματος, όπου το πουλί

σφύζει, το νερό ζει και ο άντρας με τη γυναίκα σωπαίνουν,

σκεπασμένοι (το χρυσαφένιο κέντρο ανοιχτό

γύρω από την μοναδική γυμνότητα) από το καμπύλο

γλαυκό φωτός μοναχικού όπου η αιωνιότητα ενοικεί.

Πτέρυγα ζωντανή, στέρεη πληρότητα, για φυσικό

αναπαμό της αγωνίας, με όλο αυτό που είναι, υπήρξε

μπορεί να είναι, ανοιχτό σε πυκνό άθροισμα· σύντμηση

του νότιου παράδεισου, καρπός κάπως παραχρονισμένος

(καταφύγιο της μοναδικής γυμνότητας) όπου

ενοικεί η αιωνιότητα.

Χρώμα, χυμός, ψιθυρισμός, καμπύλη, μυρουδιά

πλούσια πληρώνουν με θερμή και δροσερή ευρύτητα,

πλήρωμα δόξας και μοίρας, η τυχαία εισδοχή σ’ ένα

απέραντο εκμαγείο (που βρέθηκε τυχαία σε ώρες κι

αιώνες, για την μοναδική γυμνότητα) ορυχείο ελεύθερο

αιωνίου και μοναδικού φωτός όπου ενοικεί η αιωνιότητα.

Από τη συλλογή Προς άλλη γυμνότητα ( Hacia otra desnudez), 1936.

Μετάφραση Κ. Τσιρόπουλος.

Το παν εσώτερο

Έχω φτάσει σε μια γη αφίξεων.

Με καρτερούσαν οι δικοί σου, επιθυμητέ θεέ·

με καρτερούσαν οι δικοί μου

που, στον πόθο μου τόσων δικών σου χρόνων,

με καρτερούσαν μαζί μ’ εσένα,

μ’ εμένα σε καρτερούσαν.

Και τι φως ανάμεσα τους:

μ’ έναν ήλιο κατακόρυφο απροσδόκητο που

κλαυσιγελούσε

πάνω σε μιαν αυγή με τους πύργους της αντίθεση

κόκκινου

σε μια νύχτα επιθυμίας μαγευτικής

σ’ ένα δειλινό αλαργινού λυκόφωτος,

ανάμεσα σ’ ένα μεσημέρι μολύβδου προστατευτικού

από ένα χάραμα συννεφώδες κι ένα αστέρι!

Τι φως ανάμεσα σε μάτια, χείλη, χέρια·

τι άνοιξη σφύζουσα·

πως εσύ ανάμεσα τους, εσύ εν ημίν·

τι φως, τι προοπτικές

στήθους και μετώπου (νεαρού, ώριμου, παιδιού)·

τι άσμα, τι λόγος,

τι αγκάλιασμα, τι φίλημα·

τι ύψωση εσού εν ημίν

ώσπου να φτάσουμε σε σένα,

σ’ αυτό το εσύ που θέτεις επάνω σου

ώστε όλοι να φτάσουν από την κλίμακα

σάρκας και ψυχής

στη γρηγορούσα συνείδηση που είναι το άστρο

που συγκληρώνει και πληρώνει, ενοποιώντας,

όλα τα άστρα στο αιώνιο παν!

Το αιώνιο παν που είναι το παν εσώτερο.

Είμαι ζώο βάθους

«Σε βάθος αγέρα» (είπα) «βρίσκομαι»,

(είπα) «είμαι ζώο βάθους αγερινού» (επί γης),

τώρα πάνω σε θάλασσα· περασμένος, ως ο αγέρας,

από έναν ήλιο

που είναι κάρβουνο εκεί ψηλά, το εκτός μου, και μου

φωτίζει

με το κάρβουνο του την δεύτερη καθορισμένη μου

περιοχή.

Αλλά εσύ, θεέ, βρίσκεσαι επίσης στο βάθος αυτό

και στο φως αυτό βλέπεις, που έρχεται από άστρο

άλλο·

εσύ βρίσκεσαι και είσαι

το μέγα και το ελάχιστο που είμαι γω,

σε μιαν αναλογία που είναι η δική μου,

άπειρη προς ένα βάθος

που είναι το ιερό πηγάδι του εαυτού μου.

Και στο πηγάδι αυτό βρισκόσουν πριν εσύ

με το άνθος, το χελιδόνι, τον ταύρο

και το νερό· με την αυγή

σε έναν ερχομό πορφυρό ζωής ανανεωμένης·

στον ζέφυρο, σε μια φυγή ένδοξου χρυσού.

Σ’ ετούτο το πηγάδι το καθημερινό ήσουν εσύ μαζί μου,

μαζί μου παιδί, νέος, ώριμος, και γω πνιγόμουν

μη γνωρίζοντας σε, πνιγόμουν χωρίς να σε

σκέφτομαι.

Το πηγάδι αυτό που ήταν, μόνο και τίποτε άλλο,

παρά το κέντρο της γης και της ζωής της.

Και συ ήσουν στο μαγικό πηγάδι το πεπρωμένο

όλων των πεπρωμένων του ωραίου αισθησιασμού

που ξέρει πως η σε πληρότητα απόλαυση

της αγαπητικής συνείδησης

είναι η μέγιστη αρετή που μας υπερβαίνει.

Ήσουν αυτό για να με κάνεις να σκεφτώ πως εσύ

ήσουν εσύ,

για να με κάνεις να νιώσω πως εγώ ήμουν εσύ,

για να με κάνεις να απολαύσω πως εσύ ήμουν εγώ,

για να με κάνεις να κραυγάσω πως εγώ ήμουν εγώ

στο βάθος αγέρα όπου βρίσκομαι,

όπου είμαι ένα ζώο βάθους αγέρα

με φτερά που δεν πετούν στον αγέρα,

που πετούν στο φως της συνείδησης

υπέρτερης από κάθε όνειρο

αιωνιότητας και απείρου

που βρίσκονται πέραν, ακριβώς όπως τώρα εγώ,

του αγέρα.

Από τη συλλογή Θεός που επιθυμείται κι επιθυμεί (Dios desendo y deseante,1949επαυξημένη έκδοση της συλλογής Ζώο βάθους (Animal de fundo), 1947).

Μετάφραση Κ. Τσιρόπουλος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: