Αφιερώματα: Μέρος Β': Ο Άγγελος του Παράξενου

Ο Άγγελος του Παράξενου

Μία Ανθολογία του Φανταστικού για το περιοδικό Βακχικόν


Εισαγωγή – Μετάφραση – Σχόλια


Ζ. Δ. Αϊναλής


Περιεχόμενα[1]


Sir Walter Scott (1771 – 1832), Το ταπετσαρισμένο δωμάτιο

Washington Irving (1783 – 1859), Ο Μύθος του Ακέφαλου Καβαλάρη

Nathaniel Hawthorne (1804 – 1864), Ο νεαρός Goodman Brown

Edgar Allan Poe (1809 – 1849), Χειρόγραφο που βρέθηκε σε μπουκάλι

Edgar Allan Poe, Η πτώση του οίκου των Usher

Edgar Allan Poe, Ο Άγγελος του Παράξενου

J. S. Le Fanu (1814 – 1873), Η διαθήκη του δικαστή Toby

Bram Stoker (1847 – 1912), Το σπίτι του δικαστή

Vernon Lee (1856 – 1935), Μια μοχθηρή φωνή

M. R. James (1862 – 1936), Ο θησαυρός του Abbot Thomas

Algernon Blackwood (1869 – 1951), Η παράνοια του Jones

H. P. Lovecraft (1890 – 1937), Herbert West – Ο Μετεμψυχωτής


Εισαγωγή

Let the Priests of the Raven of dawn, no longer in deadly black, with hoarse note curse the sons of joy. Nor his accepted brethren, whom, tyrant, he calls free, lay the bound or build the roof. Nor pale religious lechery call that virginity that wishes but acts not!
For every thing that lives is Holy.
William Blake, The Marriage of Heaven and Hell


Στην ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού υπήρξαν τρεις ιστορικές περίοδοι που με την διανοητική τους εργασία και την πνευματική τους παραγωγή αλλάξαν ριζικά τον τρόπο θέασης του κόσμου και του ανθρώπου εντός του κόσμου αυτού (τουλάχιστον του ευρωπαϊκού κόσμου). Το χαρακτηριστικό των περιόδων αυτών είναι ότι είναι παραγωγικές. Οι περίοδοι αυτοί είναι βεβαίως αρκετά γνωστοί. Πρόκειται για τον ‘μεγάλο’ 5ο προχριστιανικό αιώνα στην αρχαία Αθήνα (510 – 359 π.Χ.), για τον ‘μεγάλο’ 4ο χριστιανικό αιώνα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (312/313 – 476), τον ‘μεγάλο’ 14ο αιώνα της Ιταλικής Αναγέννησης, και, τέλος, τον ‘εκτενή’, κατά την έκφραση του E.J. Hobsbawm, 19ο ευρωπαϊκό αιώνα (1789 – 1914). Το χαρακτηριστικό όλων ανεξαιρέτως των περιόδων που ακολουθούν τέτοιους είδους πολιτισμικές εξάρσεις, ανεξαρτήτως της διάρκειας τους μέσα στον χρόνο, είναι ότι είναι αναλυτικές. Μετά την εποχή της κλασικής φιλοσοφίας/τέχνης ακολουθεί πάντα μια εποχή αλεξανδρινής φιλολογίας, τη θέση του καλλιτέχνη αναλαμβάνει ο θεωρητικός, του στοχαστή ο βιβλιοθηκάριος. Αν θα έπρεπε να μεταφράσω σε νιτσεϊκούς όρους τους παραπάνω όρους, θα έλεγα μάλλον πως οι παραγωγικές εποχές ταυτίζονται με τις περιόδους εκείνες όπου το επικρατών στοιχείο στην ανθρώπινη δραστηριότητα καθίσταται το διονυσιακό, ενώ αντίστροφα κατά τη διάρκεια των αναλυτικών εποχών υπερτερεί το στοιχείο εκείνο, που φέρει ταυτόχρονα και την ευθύνη της διάλυσης του διονυσιακού, που εύγλωττα ο Nietzsche βάπτισε ως σωκρατισμό.

Όσο περισσότερο πίσω προχωρούμε μέσα στον χρόνο διαπιστώνουμε ότι γίνεται ολοένα και δυσκολότερο να διακρίνουμε και να συλλάβουμε εναργώς όλα τα χαρακτηριστικά που χαρακτηρίζουν τέτοιου είδους εποχές. Αν όμως σταθούμε στον πλέον πρόσφατο, από την δική μας ιστορική αφετηρία, 19ο αιώνα θα έχουμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε πως τέτοιες παραγωγικές εποχές κάθε άλλο παρά μονοκόμματες ή μονοδιάστατες είναι. Εκτός από παραγωγικές οι εποχές αυτές είναι ταυτόχρονα και πρωτεϊκές, εποχές μεταβλητές, υπό διαμόρφωση, κάθε άλλο δηλαδή παρά από σταθερότητα χαρακτηρίζονται. Περισσότερο από μια ευδιάκριτη επικράτηση του διονυσιακού στοιχείου (ή της ιδανικής εκείνης ισορροπίας μεταξύ απολλώνιου και διονυσιακού που επισφραγίζει τα μεγαλύτερα έργα τέχνης), παρατηρούμε μια λυσσαλέα πάλη μεταξύ του καθεστηκώτος πάντα σωκρατισμού εναντίον του εξεγερτικού διονυσιακού. Και ίσως ίσως η μοναδική ιδιαιτερότητα τέτοιου είδους εποχών να πηγάζει ακριβώς από την λυσσαλέα διαμάχη που δίνουν αναμεταξύ τους για επικράτηση οι διονυσιακές δυνάμεις του ανθρώπου ενάντια στα σωκρατικά χαλινάρια του. Οι εποχές αυτές κατά συνέπεια δεν μπορούν παρά να χαρακτηρίζονται συνολικά από μια διχοτομούσα αντίφαση. Ο «θεωρητικός» άνθρωπος πλάι στον άγριο, ο Diderot πλάι στον De Sade. Την ίδια εποχή όπου γεννιέται ο Διαφωτισμός γεννιέται και ο συμμετρικός αντίποδας του ο Ρομαντισμός. Πλάι σε έναν Comte κάνει την εμφάνιση του ένας Nietzsche. Και το γεγονός ότι το διονυσιακό στοιχείο είναι εξεγερτικό ενώ το σωκρατικό καθεστηκώς, επεξηγεί ιδανικά γιατί πάντα τέτοιου είδους περίοδοι λήγουν με την ‘ήττα’ του διονυσιακού και μιαν εκ νέου, ακόμη ισχυρότερη από πριν, επαναθέσμιση, με τρόπο διαφορετικό, του σωκρατισμού. Όλες οι παραγωγικές εποχές έχουν κάτι το προμηθεϊκό, μια τιτάνια εξέγερση χάριν της ανθρωπότητας που η μοίρα της είναι να σταυρωθεί επάνω σε κάποιον βράχο του Καυκάσου… Και δυστυχώς για μας σήμερα, ενάμισι σχεδόν αιώνα μετά την Γέννηση της Τραγωδίας, είναι αδύνατον πια να άδουμε, μαζί με τον Nietzsche, το υπέροχο τραγούδι του τέλους του σωκρατικού ανθρώπου, τέλους που κι ο ίδιος ο Nietzsche άλλωστε διατύπωνε περισσότερο ως απαίτηση παρά ως διαπίστωση…

Το διονυσιακό επιφέρει σχεδόν νομοτελειακά μαζί του την άρνηση του υπάρχοντος· την άρνηση της φαινομενικότητας της ενθάδικης ύπαρξης ως αποκλειστικής πραγματικότητας. Έτσι πλάι στον Διαφωτισμό που με την οπτιμιστική ματιά του και την αφελή, προσηνή του πίστη στην πρόοδο θα γίνει, και μάλιστα σε ένα βαθμό συνειδητά, το διανοητικό δεκανίκι του ανερχόμενου αστικοκαπιταλιστικού οικονομικού συστήματος (του Διαφωτισμού εκείνου που οι σύγχρονοι απόγονοι του βρίσκονται σήμερα να διδάσκουνε στις απανταχού καθηγητικές έδρες των Πανεπιστημίων) θα ανδρωθεί με τρομερή βιαιότητα το Sturm und Drang και ο γερμανικός Ρομαντισμός που θα επιδιώξει ακριβώς να αρνηθεί την φαινομενικότητα ενός τρόπου πραγματικότητας που παρουσιάζεται ως η αποκλειστικά πραγματική. Μια άρνηση που θα εκφραστεί κυρίως καλλιτεχνικά (αλλά σε πολλές περιπτώσεις και φιλοσοφικά), και που περνώντας από όλα τα διάμεσα στάδια, θα περάσει από εκείνο της ημι-συνειδητότητας (Ρομαντισμός) αρχικά σε αυτό της συνειδητότητας (Μοντερνισμός) τελικά.

Την διάσταση αυτή της de facto αποδοχής και της εκ διαμέτρου αντίθετης θεμελιακής άρνησης της ‘πραγματικότητας’ ως τέτοιας στην νεότερη εποχή δεν την εκφράζει κανένα άλλο είδος καλύτερα, σε ότι αφορά τουλάχιστον τα νεότερα ιστορικά λογοτεχνικά είδη, από την λογοτεχνία του φανταστικού (είτε αυτή ενσαρκώνεται κυρίως μέσα από το Gothic κατά τον 18ο – 19ο αι. είτε μέσα από το Horror και το Cyberpunk σήμερα). Το γεγονός ότι πολλές φορές οι κυριότεροι εκπρόσωποι και πρωτεργάτες της κατά τον 19ο αι. υπήρξαν και ηγετικές φυσιογνωμίες του Ρομαντισμού (Poe, Blake, Coleridge, Gautier, Novalis) κάθε άλλο παρά τυχαίο μπορεί να χαρακτηριστεί. Το κοινό νήμα που συνενώνει τις δύο απώτατες άκριες της λογοτεχνίας του φανταστικού (τόσο στην πρώιμη Gothic εκδοχή της όσο και στην νεότατη Cyberpunk εκδοχή της) είναι η ‘πίστη’, σε πείσμα ενός ολοκληρωτικού και ισοπεδωτικού ρασιοναλισμού, ότι η ‘πραγματικότητα’ δεν είναι αυτή που φαίνεται και ότι το υποκείμενο εντός της δεν μπορεί κατ’ ανάγκη να την συλλάβει, να την κατανοήσει και να την επεξηγήσει ορθολογικά. Η βασική διαφορά τους, αντίθετα, είναι αυτή η πίστη στο ‘ιερό’, στην φρικώδη υπερβατικότητα, που χαρακτηρίζει το Gothic και η οποία απουσιάζει ολοσχερώς από το Cyberpunk (όσο και από το σύγχρονο Horror, ως μετεξέλιξη του Gothic), το οποίο μπολιασμένο με τα διδάγματα του μοναδικού αυθεντικού λογοτεχνικού είδους του 20ου αι., το Noir, χαρακτηρίζεται από τον απόλυτο κυνισμό και τον μηδενισμό. Στο Gothic το λογοτεχνικό υποκείμενο αναγκάζεται να δει πίσω από τα πέπλα της ‘πραγματικότητας’ την συσκοτισμένη ύπαρξη ενός άλλου, παράλληλου κόσμου, ο οποίος το υπερβαίνει και τον οποίο αδυνατεί να κατανοήσει και που γι αυτόν ακριβώς το λόγο φοβάται. Αντίθετα, στο Cyberpunk το λογοτεχνικό υποκείμενο έχοντας βιώσει ‘το πρόωρο τέλος των ψευδαισθήσεων’ της μετά-μεταμοντέρνας νεωτερικότητας είναι υποχρεωμένο να απορρίψει την ‘πραγματικότητα’ ακριβώς επειδή αυτή εκλαμβάνεται ως ‘φαινομενική’, ως ‘σχετική’, μόνο που στη θέση της δεν έχει πλέον τίποτ’ άλλο να βάλει. Το λογοτεχνικό υποκείμενο στο Cyberpunk δεν έχει καν την ‘πολυτέλεια’ καταφυγής σε έναν άλλο, έστω και φρικτό και τρομακτικό κόσμο. Αρνείται την ‘πραγματικότητα’ ενστικτωδώς αλλά πλέον αδυνατεί να της ξεφύγει έστω και για να πορευτεί αυτοκαταστροφικά και με τραγική μεγαλοπρέπεια προς το χαμό του όπως ένας Victor Frankenstein ή ένας Herbert West.

Όσον αφορά τώρα το ίδιο το Gothic ως είδος, το στοιχείο εκείνο που προκαλεί κατάπληξη είναι η εξ αρχής στοχευμένη, αν και σε πολλές περιπτώσεις ίσως ασυνείδητη, αντίθεση όλων των εκπροσώπων του εναντίον του ‘σωκρατικού’ κεκτημένου του Διαφωτισμού. Σε αυτή την πρώιμη φάση του ύστερου 18ου αι. και του πρώιμου 19ου αι., όπου το Gothic δεν έχει εμφανώς αυτονομηθεί από τον Ρομαντισμό, αλλά αντίθετα συμπλέκεται μαζί του, μπορούμε να διακρίνουμε στην καλλιτεχνική πράξη των περισσότερων εκπροσώπων του μερικές πολύ συγκεκριμένες πτυχές αντίδρασης. Αντίδρασης πρώτα απ’ όλα εναντίον ενός ολοκληρωτικού ρασιοναλισμού, αλλά κι ακόμα αντίδραση εναντίον του κρατικού αυταρχισμού, της ‘επίσημης’ λογικής, τον διδακτισμό, τον ωφελιμισμό και τον οπτιμισμό των Διαφωτιστών, την πρόταξη του αποσπασματικού και ανολοκλήρωτου εναντίον του κλασικιστικού ολοκληρωμένου, ομοιόμορφου κι αυτοτελούς[2]. Ανέφερα παραπάνω δύο ήρωες που σηματοδοτούν ίσως την αρχή και το τέλος της εξέλιξης της αντίδρασης αυτής, τον Frankenstein και τον West. Δεν είναι προφανώς τυχαίο ότι πολλοί λογοτέχνες επιλέγουν ως ήρωα έναν φυσικό επιστήμονα (φυσικό, χημικό, γιατρό) ή έναν άνθρωπο πλήρως γαλουχημένο από το πνεύμα του Διαφωτισμού, και ο οποίος ενώ στην αρχή ξεκινάει χλευάζοντας το οτιδήποτε δεν μπορεί να ερμηνευθεί φυσικά-ορθολογικά, απορρίπτοντας το ως καθαρή δεισιδαιμονία, καταλήγει στο τέλος να καταστρέφεται από την βίαιη ενόρμηση του υπερβατικού, για το οποίο εν μέρει ο ίδιος και εν αγνοία του άνοιξε τις πύλες προκειμένου να εισέλθει, στη ζωή του (ο Frankenstein της Shelley, ο ήρωας του MS found in a bottle του Poe, ο Herbert West του Lovecraft). Άλλοι συγγραφείς επιλέγουν μια διαφορετική τακτική προκειμένου να επιτεθούν στο Διαφωτισμό. Έτσι, ο Beckford στο Vathek φαίνεται συνειδητά να υποσκάπτει το discours του Διαφωτισμού. Ενώ αρχικά, λοιπόν, η νουβέλα δίνει την εντύπωση πως δεν πρόκειται για τίποτα άλλο παρά ένα επίδοξο pastiche του Χίλιες και Μια Νύχτες και του Contes Philosophiques του Voltaire, γρήγορα μεταλλάσσεται σε ένα ‘σκοτεινό’, βυρωνικό έργο, που τίποτα δεν διατηρεί από την πρότερη ‘φωτεινή’ βολτερική του υφή και απλοϊκότητα[3]. Εδώ, λοιπόν, χρησιμοποιείται συνειδητά ως πρότυπο του πρώτου μέρους του έργου ένας ‘εστεμμένος’ διαφωτιστής συγγραφέας απλά και μόνο για να αναιρεθεί διαβρωτικά η σκέψη του στη συνέχεια μέσω της ipso facto κατάρριψης της κοσμολογίας του.

Αν όμως ο συγγραφέας δεν μπορεί να βιώσει αλλιώς την πραγματικότητα παρά μόνο αρνούμενος την και επιλέγοντας, ως εκ τούτου, ως συγγραφική τακτική την άρνηση του υπάρχοντος ως τέτοιου, στον ήρωα δεν απομένει τελικά παρά μονάχα ο τρόμος. «There may be a devilish Indian behind every tree», μονολογεί ο ήρωας του Hawthorne στο Young Goodman Brown. Διότι ο τρόμος έχει τις καταβολές του πάντα στο άγνωστο. Και εκεί ακριβώς είναι που συγκλίνουν τα δύο ξεχωριστά νήματα, γεννώντας έτσι την λογοτεχνία του φανταστικού, όταν το υποσυνείδητο ανικανοποίητο του ιστορικού συγγραφέας συναντά τον ιστορικό τρόμο του φανταστικού λογοτεχνικού υποκειμένου. Όταν ένας συγγραφέας καταφεύγει, συνειδητά ή ασυνείδητα, μικρή σημασία έχει, στο ‘άγνωστο’ για να ερμηνεύσει αυτό που βιώνει στην ‘πραγματικότητα’ του ως γνωστικό ακατανόητο, ως αποσπασματικό, κατακερματισμένο και χασμώδες, και το οποίο το απορρίπτει ακριβώς ως τέτοιο, βρίσκοντας διέξοδο σε έναν παράλληλο, υπερβατικό και φανταστικό κόσμο, τις συνέπειες των επιλογών του τις γεύονται αναπότρεπτα οι ήρωες του. Και αυτό που γεύονται δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο τυφλός τρόμος. Έναν τρόμο τυφλό που εκπορεύεται και από το εγγενές δέος του ανθρώπου μπροστά στον δραματικό διχασμό της ανθρώπινης φύσης, καταδικασμένης να κινείται από τα φωτεινότερα μονοπάτια στις σκοτεινότερες αβύσσους, από τις αγνότερες προθέσεις στα πιο ανεξέλεγκτα πάθη, από την γαλήνη του στοχασμού στην τρικυμία του πάθους, καταδικασμένης να παρατηρεί σιωπηλή και ανίκανη την απελπισμένη μονομαχία, το διηνεκές πέρασμα από τον Ariel στον Caliban και τανάπαλιν. Έναν τρόμο τυφλό που φωλιάζει μέσα στα ερείπια μεσαιωνικών κάστρων, σε πανοπλίες, σε ήχους παράδοξους σαν τρίξιμο αλυσίδων μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, σε πανώριες αλλά κι επικίνδυνες γυναικείες νυχτερινές φιγούρες που περιφέρονται αθόρυβα μέσα στα λευκά νυχτικά τους σε αραχνιασμένα δωμάτια, στις σκιές που γεννά το σεληνόφως και οι οποίες δραπετεύουν από τις ίδιες ακριβώς εκείνες αραχνιασμένες κάμαρες για να χαθούν για πάντα στο σκοτάδι, σε πλοία φαντάσματα, σε πηγάδια στοιχειωμένα, στις αχανείς άγνωστες εκτάσεις του Νέου Κόσμου, με τη δική τους μυθολογία και τη δική τους αυθυπόσταση, σε αποτρόπαια πειράματα και σε φαουστικά homunculi, σε Golem και σε Περιπλανώμενους Ιουδαίους

Αυτή η τόσο γνωστή και εν μέρει στερεοτυπική και καταφανώς γκροτέσκα «σκηνοθεσία του τρόμου», όπως αυτή εκτίθεται στο Gothic, δεν είναι βέβαια εξολοκλήρου επινόηση του 18ου και του 19ου αι. Συνδέει, αντίθετα, ως ρεύμα υπόγειο, τα πιο απομακρυσμένα χρονικά και διαφορετικά μεταξύ τους λογοτεχνικά είδη, από το ελληνιστικό/ρωμαϊκό μυθιστόρημα για να περάσει από κει στους μεσαιωνικούς Βίους Αγίων κι από κει στο Ελισαβετιανό δράμα, τον Shakespeare και τον Marlowe, έχοντας περάσει ήδη προηγουμένως απ’ τον Chaucer και για να καταλήξει κάποτε στον Milton. Η μόνη διαφορά είναι πως τώρα πια ο τρόμος και το υπερβατικό στοιχείο γίνονται οργανικό στοιχείο του Ωραίου[4], και συνεπώς ως αναπόσπαστο τμήμα μιας συλλογικής Αισθητικής εκφράζουν συλλογικά και συμμετέχουν στην μεταβολή και μιας Ηθικής αιώνων. Κανένας λογοτέχνης μέχρι τον 18ο αι. δεν απέδωσε στον τρόμο χαρακτήρα Ωραίου. Αντίθετα, ο τρόμος και το υπερβατικό στοιχείο, ο Φόβος, το Κακό, υπήρχαν, ήταν πολύ ζωντανά για να γίνουν αντικείμενο της Αισθητικής, και ακριβώς γι αυτόν το λόγο χρησιμοποιούνταν ως ο αντίποδας, ως το σκοτεινό και το απαγορευμένο. Ο καλλιτέχνης δεν τα επικαλούνταν απλά και μόνο για να «λυτρώσει το βλέμμα από τη φρίκη της νύχτας», για να ξορκίσει το Κακό, ν’ απολυτρώσει απ’ το Φόβο, αλλά τα αξιοποιούσε ακριβώς εξαιτίας της λειτουργικά χρηστικής τους αξίας ως αναπόσπαστα συστατικά του εξορκισμού. Μόνο όταν έπαψαν να υπάρχουν, μόνο όταν πέθαναν και εξορκίστηκαν ως συστατικά στοιχεία του συλλογικού ασυνείδητου μπόρεσαν να καταστούν στοιχεία αισθητικά, και τα οποία πλέον επικαλούνταν ακριβώς για τη δημιουργία αισθητικού αποτελέσματος. Ένα μυθιστόρημα σαν το Δράκουλα, μια ταινία σαν τον Εξορκιστή, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι θα μπορούσε να υπάρχει το Μεσαίωνα cinéma, δεν θα μπορούσαν επ’ ουδενί λόγω να έχουν υλοποιηθεί το Μεσαίωνα. Τα Άνθη του Κακού δεν θα μπορούσαν να έχουν λατρευτεί. Μόνο όταν ο Θεός κι ο μη-Θεός, τ’ ανάποδο του, πέθαναν μπόρεσε να δημιουργηθεί ο απαραίτητος εκείνος ζωτικός χώρος για την αισθητική, δηλαδή ηθικά νεκρή, εκμετάλλευση τους. Ο σύγχρονος αναγνώστης δεν καλείται κατ’ επέκτασιν να αναμετρηθεί με τον τρόμο, να τον νικήσει προκειμένου να μπορέσει να ζήσει απολυτρωμένος από «τους σπασμούς των αναδεύσεων της θέλησης με το σωτήριο βάλσαμο της ψευδαίσθησης». Δεν τον εγκολπώνει προκειμένου να τον αναιρέσει. Αντίθετα, τον αναζητά χάριν της ιδίας του τέρψης (τέρψης εν πολλοίς ασυνείδητης που προκαλείται από την στιγμιαία αφύπνιση εντός του των επιβιωσάντων εκείνων σπαραγμάτων μιας θέασης ενός κόσμου οριστικά παρελθόντος), προκειμένου να ξεφύγει από την ανία, διαρκώς γιγαντούμενη,  της αφόρητα επίπεδης παροντικής ζωής του σ’ έναν κόσμο άλλον, εντελώς διαφορετικό, μυστηριακό και πλέον οριστικά χαμένο…

« L’art touche-t-il à sa fin ? La poésie périt-elle pour s’être regardée en face, de même que celui qui a vu Dieu meurt ? », αναρωτιέται ο Maurice Blanchot στο Le livre à venir. Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι σχετική. Εξαρτάται από το τι τέχνη θέλουμε, τι λογοτεχνία ζητάμε… και ούτε καν, καθώς το ερώτημα δεν τίθεται σωστά… σε καμιά άλλη εποχή η τέχνη δεν ήταν τόσο ξεκομμένη από την καθημερινή ζωή, σε καμιά άλλη εποχή δεν υπήρχε η τέχνη για την τέχνη, σε καμιά άλλη εποχή δεν υπήρχε αυτονομημένη Αισθητική – με ή χωρίς Α κεφαλαίο… κι όμως σήμερα μετά την ολοκληρωτική παγίωση του θεωρητικού ανθρώπου ως κυρίαρχου ανθρωπολογικού μοντέλου, και μετά τα πρώτα πανηγυρίσματα για την ‘αυτονόμηση’ της τέχνης, γρήγορα φάνηκε το προϊόν τέλμα στις πραγματικές, αποθαρρυντικές του διαστάσεις… διότι όταν η τέχνη καθίσταται ένα απλό διατροφικό συμπλήρωμα μιας φτωχής σε θρεπτικές ουσίες χορτοφαγικής ζωής, τότε και η ζωή δεν μπορεί παρά να αποκαλύπτει τη δραματική αδυναμία της, την πιέζουσα ελλειμματικότητα της. Όταν η ζωή, στερούμενη βιώματος, καθίσταται άπορη ηδονοβλεψία, τότε κι η τέχνη δεν μπορεί παρά να γίνει εξ ανάγκης ηδονοβλεπτική. Η τέχνη είναι επικοινωνία και ως εκ τούτου καλλιτέχνης και κοινωνία δεν μπορεί παρά να βρίσκονται σε μόνιμη διάδραση. Ο διαβόητος μπωντλερικός hypocrite lecteur δεν μπορεί παρά να είν’ αδερφός και όμοιος του συγγραφέα καθόσον δεν νοείται τέχνη αποκομμένη από την κοινωνία. Τα τελευταία 50 χρόνια κατά καιρούς ακούμε καλλιτέχνες ή ‘θεωρητικούς’ να μεμψιμοιρούν για το «θάνατο της τέχνης» την στιγμή εκείνη που θα έπρεπε να πενθούν για το θάνατο της ίδιας της ζωής. Ας σκοτώσουμε μέσα μας τον θεωρητικό άνθρωπο! Αυτό το σκυφτό, ραχιτικό καμπουριασμένο πλάσμα το τόσο στερημένο από χαρά κι από ζωή, ας επανασυνδεθούμε με τις μυστικές, λησμονημένες πηγές της ζωής, ας καταστήσουμε την τέχνη οργανικό μέρος της ζωικής μας καθημερινότητας με τον ίδιο τρόπο που τρώμε, αφοδεύουμε, αναπνέουμε, κάνουμε έρωτα και πεθαίνουμε και τότε ίσως και να δούμε ξανά την ζωή που θέλουμε να βλασταίνει και να μας υπαγορεύει μόνη της μια τέχνη ζωντανή, δυναμική, οργανικά συνδεδεμένη με το ανθρώπινο σύνολο και τις φαινομενικότητες του… ας επιχειρήσουμε να μετατρέψουμε σε όνειρο τη ζωή και τη ζωή σε όνειρο… ας μην αρκεστούμε να θρηνούμε για τη ζωή που δεν ζήσαμε και την τέχνη που δεν κατορθώσαμε… ας συρράψουμε συλλέγοντας μέλη από κοιμητήρια σκοτεινά ακοίμητοι τις νύχτες έναν καινούργιο Φρανκενστάιν, μία καινούργια ζωτική Μυθολογία, κι αφού φυσήξουμε μία πνοή στα χείλη της καινούργια ας την αφήσουμε να μας καθοδηγήσει, να μας πάρει στους τερατώδεις ώμους της και να πορευτούμε έτσι μαζί της βαθιά μες τα διαστήματα της Νύχτας… και ίσως τότε να δούμε κάπου στο βάθος να ξημερώνει μια νεότητα νέα… κοριτσάκια κι αγοράκια ολόγυμνα και ανθηφόρα, παίζοντας, χορεύοντας και τραγουδώντας, ορθάνοιχτες να μας τείνουν τις αγκάλες τους γελώντας…

Παρίσι,

Φλεβάρης 2009


Edgar Allan Poe

(1809-1849)

Χειρόγραφο που βρέθηκε σε μπουκάλι

(1833)

Qui n’a plus qu’un moment à vivre
N’a plus rien à dissimuler.[5]

Quinault Atys

Για τον τόπο μου και για την οικογένεια μου λίγα πράγματα έχω να διηγηθώ. Ανάρμοστες συμπεριφορές και του χρόνου το μάκρος με απομάκρυναν απ’ τον έναν και μ’ αποξένωσαν απ’ τον άλλον. Η πατρική περιουσία μου μου επέτρεψε να λάβω μιαν εκπαίδευση διόλου ευκαταφρόνητη, ενώ η στοχαστική κλίση του μυαλού μου μου επέτρεψε να συστηματοποιήσω τις ιστορίες εκείνες που οι πρώιμες σπουδές μου είχαν επιμελώς σωρεύσει. Περισσότερο από όλα μου τα αναγνώσματα, οι εργασίες των Γερμανών ηθικών μου χάρισαν πραγματική ευδαιμονία, όχι τόσο εξαιτίας κάποιου νοσηρά προμελετημένου θαυμασμού της δικής τους εύγλωττης τρέλας, όσο κυρίως εξαιτίας της άνεσης με την οποία η έξις των εγγενώς δύσκαμπτων συλλογισμών μου μου επέτρεπε να ανιχνεύω την πλάνη τους. Δεν ήταν λίγες οι φορές που επικρίθηκα για το άγονο της διανοίας μου, ενώ η απουσία φαντασίας μου καταλογιζόταν περίπου σαν έγκλημα, την ίδια στιγμή που ο πυρρωνισμός των απόψεων μου με καθιστούσε παντού και πάντα διαβόητο. Μάλιστα, μια έντονη εκτίμηση της φυσικής φιλοσοφίας, έχει, φοβούμαι, σημαδέψει ανεξίτηλα τη σκέψη μου με κείνο το αρκετά τυπικό σφάλμα της εποχής μας, εννοώ, δηλαδή, την τάση να επιχειρούμε να υποτάξουμε τα γεγονότα, ακόμη και τα λιγότερο ως προς αυτό ενδεδειγμένα, στις αρχές τις συγκεκριμένης επιστήμης. Για να μην μακρηγορώ, ουδείς άνθρωπος θα ήταν λιγότερο επιρρεπής από μένα ως προς το να απομακρυνθεί από την τετράγωνη λογική της αλήθειας παρασυρμένος από το ignes fatui της δεισιδαιμονίας. Θεώρησα πρέπων να το τονίσω αυτό ήδη από μιας αρχής φοβούμενος μήπως και την ασύλληπτη ιστορία που έχω να σας διηγηθώ την εκλάβετε ως αποκύημα μιας ακατέργαστης φαντασίας κι όχι εμπειρία θετική μιας συνείδησης στην οποία η ρέμβη της φαντασίας στάθηκε σ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξης της νεκρό γράμμα, κατάσταση σχεδόν μηδενική.

Έπειτα από πλήθος χρόνια σπαταλημένα σε ταξίδια μακρινά σάλπαρα το έτος 18-  απ’ το λιμάνι της Μπατάβια, στο πλούσιο και πολυάνθρωπο νησί της Ιάβα, για ένα ταξίδι στο Αρχιπέλαγος. Έφευγα σαν ταξιδιώτης μην έχοντας κανένα άλλο κίνητρο εξόν από ένα είδος νευρικής διάθεσης ανικανοποίητου κι αειφυγίας που ανέκαθεν στοίχειωνε την ύπαρξη μου σαν δαίμονας.

Το πλοίο μας ήταν ένα υπέροχο σκαρί με εκτόπισμα τετρακοσίων περίπου τόνων, επιχαλκωμένο, κατασκευασμένο από ξύλο τηκ του Μαλαμπάρ και ναυπηγημένο στη Βομβάη. Ήταν φορτωμένο με βαμβακερό μαλλί και λάδι απ’ τα νησιά Λάκαντιβ. Το φορτίο περιλάμβανε ακόμη ψάθινες ίνες, ακατέργαστη ζάχαρη, γάλα καρύδας, καρύδες και μερικά κασόνια όπιο. Το εμπόρευμα, όμως, ήταν κάπως αδέξια φορτωμένο με αποτέλεσμα το πλοίο να παρουσιάζει μιαν ελαφριά κλίση.

Ο απόπλους συνοδεύτηκε από ένα υποτονικό, αδύναμο αεράκι με αποτέλεσμα για μέρες ολόκληρες να μην αντικρίζουμε παρά την ανατολική ακτή της Ιάβα, δίχως κανένα άλλο περιστατικό να ξεγελά έστω και λίγο την αβάσταχτη μονοτονία του ταξιδιού πέρα από το περιστασιακό συναπάντημα με καμιά ασήμαντη βραχονησίδα.

Μια βραδιά, γερμένος στην κουπαστή, παρατήρησα στα βορειοδυτικά ένα πολύ παράξενο μοναχικό σύννεφο. Ήταν αξιοπρόσεχτο όχι μόνον χάριν της απόχρωσης του μα κι επειδή ήταν το πρώτο σύννεφο που απαντούσαμε αφότου αναχωρήσαμε απ’ τη Μπατάβια. Το παρατήρησα εντατικά ίσαμε το μούχρωμα, οπότε και απλώθηκε δια μιας σ’ όλο το πλάτος του στερεώματος απ’ τ’ ανατολικά έως τα δυτικά σχηματίζοντας στον ορίζοντα μια λεπτή λωρίδα υδρατμών, θυμίζοντας έτσι από μακριά απόμερο ακρογυάλι. Η προσοχή μου, όμως, μετά απ’ αυτό αμέσως αποσπάστηκε από την κόκκινη, γεμάτη αίμα, εμφάνιση του φεγγαριού και την ιδιάζουσα εμφάνιση της θάλασσας. Διότι η τελευταία υφίστατο μια ραγδαία μεταβολή και το νερό φάνταζε πολύ περισσότερο του συνηθισμένου διαφανές. Μολονότι μπορούσα πολύ εύκολα να διακρίνω τον πυθμένα, ανασύροντας το μολύβι του βυθόμετρου με κατάπληξη διαπίστωσα πως το πλοίο βρισκόταν στις δεκαπέντε οργιές βάθος. Αμέσως ο αέρας έγινε ανυπόφορα θερμός και η ατμόσφαιρα γέμισε με ελικοειδής αναθυμιάσεις όμοιες μ’ εκείνες που αναδίνει το καυτό σίδερο. Καθώς η νύχτα έπεφτε εξέπνευσε και η τελευταία πνοή του ανέμου και επικράτησε μια, πέρα πάσης φαντασίας, ολοκληρωτική άπνοια. Η φλόγα ενός κεριού που έκαιγε στην πρύμνη έστεκε ακίνητη, ενώ μια μακριά τρίχα, που επί τούτου κράτησα ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρα, κρεμάστηκε ακίνητη, ανίκανη να προδώσει το παραμικρό ίχνος δόνησης. Εν πάση περιπτώσει, καθώς ο καπετάνιος διεμήνυσε ότι αδυνατούσε να διακρίνει οποιαδήποτε ένδειξη κινδύνου και καθώς κατευθυνόμασταν ήδη προς την ακτή, διέταξε να κατεβάσουμε τα ιστία και να ρίξουμε την άγκυρα. Σκοπιά δεν ορίστηκε καμιά και το πλήρωμα αποτελούμενο σχεδόν εξ ολοκλήρου από Μαλαισιανούς ξαπλώθηκε φαρδιά πλατιά, όχι δίχως κάποια προκλητικότητα, στην κουβέρτα. Εγώ κατέβηκα κάτω με μιαν ακαθόριστη αίσθηση ανησυχίας να έχει φωλιάσει στη ψυχή μου. Πράγματι, κατά τα φαινόμενα δικαιολογούμουν να φοβούμαι για κανέναν σιμούν[6]. Εξομολογήθηκα στον καπετάνιο τους φόβους μου αλλά εκείνος αδιαφορώντας παγερά, με παράτησε μόνο με τις ανησυχίες μου δίχως να καταδεχτεί καν να μου δώσει μιαν απάντηση. Η αγωνία μου μολαταύτα με εμπόδιζε να κοιμηθώ και γύρω στα μεσάνυχτα είπα ν’ ανέβω στο κατάστρωμα πάλι. Με το που έβαλα το πόδι μου στο πρώτο σκαλί της εφεδρικής σκάλας αιφνιδιάστηκα από έναν πνιχτό συριστικό, σα μουρμούρισμα, ήχο, όπως αυτόν που προκαλεί η γοργή περιστροφή του τροχού του μύλου, και προτού κατορθώσω να συλλάβω τη σημασία του, ένιωσα το πλοίο να τραντάζεται, με απαράμιλλη βιαιότητα, στο κέντρο του. Την αμέσως επόμενη στιγμή ένα πελώριο αφρισμένο κύμα μας πέταξε στα δοκάρια και σαρώνοντας ολάκερο το κατάστρωμα από την πλώρη ως την πρύμνη πλημμύρισε όλο το πλοίο.

Η τρομερή ένταση του χτυπήματος αποδείχτηκε, από μία άποψη, σωτήρια για το πλοίο. Γιατί παρόλο που έμπασε σε τέτοιο βαθμό νερά, ώστε ακόμα και τα κατάρτια να έχουνε καταποντιστεί, αναδύθηκε έπειτα από ένα λεπτό, βαρύ καθώς ήταν, από τη θάλασσα κι αφού αμφιταλαντεύτηκε για λίγο κάτω από την τεράστια δύναμη της καταιγίδας, τελικά ξαναβρήκε την ισορροπία του.

Από ποιο θαύμα γλίτωσα από το βέβαιο σχεδόν χαμό μου είναι αδύνατον να το πω. Εμβρόντητος ακόμη από τη δύναμη του νερού, βρήκα τον εαυτό μου να προσπαθεί να συνέλθει σφηνωμένο ανάμεσα στην κουπαστή και το πηδάλιο. Με τρομερή δυσκολία επανέκτησα τις αισθήσεις μου και κοιτάζοντας ζαλισμένα τριγύρω, συνειδητοποίησα που ήμασταν ακόμα ανάμεσα σε θεόρατα κύματα· τόσο τρομαχτική ήταν, πέρα κι από την πλέον οργιώδη φαντασία, η δίνη των καθώς βουνά ψηλών και αφρισμένων κυμάτων που μας είχαν από παντού περικυκλώσει. Μετά από λίγες στιγμές έφτασε στ’ αυτιά μου ο ήχος της φωνής ενός γέρου Σουηδού, ο οποίος είχε μπαρκάρει μαζί μας την τελευταία στιγμή στο λιμάνι του απόπλου. Φώναξα προς το μέρος του με όση δύναμη μου είχ’ απομείνει και σε λίγο έφτασε τρεκλίζοντας στην πρύμνη. Δεν αργήσαμε να διαπιστώσουμε πως ήμασταν, αλίμονο, οι μοναδικοί επιζώντες του δυστυχήματος. Όλοι όσοι βρισκόντανε στο κατάστρωμα, με εξαίρεση εμάς, είχαν όλοι παρασυρθεί από τη θάλασσα. Ο καπετάνιος κι οι βοηθοί πρέπει να είχαν χαθεί ενόσω κοιμόνταν, γιατί οι καμπίνες είχανε κατακλυσθεί απ’ το νερό. Οι δυο μας μόνο όμως και δίχως άλλη βοήθεια, λίγα μπορούσαμε να κάνουμε για τη σωτηρία του πλοίου και γρήγορα εγκαταλείψαμε παραιτημένοι κάθε προσπάθεια καθώς από στιγμή σε στιγμή περιμέναμε να βυθιστούμε και πάλι. Τα μαντάρια[7], βέβαια, είχαν κοπεί στα δυο ήδη με το πρώτο ξέσπασμα του τυφώνα, αλλιώς θα είχαμε κινδυνεύσει να βυθιστούμε ακαριαία. Πλέαμε με μια ταχύτητα τόσο τρομακτική στη θάλασσα ώστε από καιρού εις καιρόν το νερό να σχηματίζει εμπρός μας χάσματα μεγάλα. Το ξύλο της πρύμνης είχε ανεπανόρθωτα καταστραφεί και γενικά από κάθε άποψη είχαμε υποστεί τεράστιες ζημιές. Τουλάχιστον όμως, προς μεγάλη μας ικανοποίηση, διαπιστώσαμε όχι μονάχα ότι οι αντλίες ήταν ανέπαφες αλλά και το ότι η σταθερότητα του πλοίου δεν είχε σοβαρά επηρεαστεί. Η κυριότερη μανία της υδάτινης έκρηξης είχε κιόλας παρέλθει και πλέον διατρέχαμε σχετικά μικρό κίνδυνο από τη βιαιότητα του ανέμου. Ωστόσο, ατενίζαμε μπροστά μας προς την ποθούμενη ολοκληρωτική γαλήνη με μεγάλη είν’ αλήθεια ακόμη ανησυχία. Γιατί δεν είχαμε άδικο να φοβόμαστε πως σε τούτη την ελεεινή κατάσταση που βρισκότανε το πλοίο, θα χανόμασταν αναπόφευκτα στην πρώτη θαλασσοταραχή που θα ακολουθούσε. Αλλά αυτή μας η ανησυχία δεν φαινόταν με κανέναν τρόπο πιθανόν να επαληθευτεί άμεσα. Για πέντε ολάκερα μερόνυχτα –  κατά τη διάρκεια των οποίων κρατιόμασταν στη ζωή μόνο με μια μικρή ποσότητα ακατέργαστη ζάχαρη, την οποία και προμηθευόμασταν με μεγάλη δυσκολία από το θάλαμο της πλώρης – αυτό που είχε απομείνει από ό,τι κάποτε ήταν το πλοίο μας, έσκιζε με τέτοια ταχύτητα τα κύματα, ενάντια σε κάθε υπολογισμό, για να ακολουθήσει γρήγορα τις διάφορες εναλλαγές του ανέμου, οι οποίες δίχως βέβαια να μπορούν να συγκριθούν με την πρώτη βιαιότητα του σιμούν, παρέμεναν πολύ περισσότερο τρομακτικές από οιανδήποτε θύελλα είχα προηγουμένως αντιμετωπίσει. Η πορεία τις τέσσερις πρώτες μέρες ήτανε με μηδαμινές αποκλίσεις νότιο-ανατολικά και νότια. Πρέπει μάλιστα να είχαμε αφήσει πίσω μας ακόμα και τις ακτές της Νέας Ολλανδίας. Την πέμπτη μέρα το κρύο έγινε αβάσταχτο, μολονότι ο άνεμος φαινότανε να μας παρασέρνει μιαν ιδέα βορειότερα. Ο ήλιος ανέτειλε με μιαν αρρωστιάρικα χλωμή ακτινοβολία και σκαρφάλωνε ελάχιστα στον ορίζοντα εκχέοντας στο στερέωμα ένα αδύναμο φως. Δεν φαινότανε πουθενά το παραμικρό σύννεφο κι ωστόσο ο άνεμος δεν έλεγε να κοπάσει αλλά φυσούσε με μιαν ανήσυχη κι ασταθή μανία. Περίπου κατά το μεσημέρι, όσο μπορούσαμε να υπολογίσουμε, η προσοχή μας αιχμαλωτίστηκε ξανά απ’ την εμφάνιση του ήλιου. Δεν ανέδιδε σχεδόν καθόλου φως, καθώς τουλάχιστον θα έπρεπε, αλλά μια θαμπή και σκυθρωπή λάμψη δίχως καθόλου αντανακλάσεις θαρρείς και είχανε διαθλασθεί οι ακτίνες του. Λίγο πριν βυθιστεί στη φουσκωμένη θάλασσα ο πυρήνας του χανόταν σαν να τον έσβησε βιαστικά κάποια μυστηριώδης υπέρτερη δύναμη. Ήτανε μια θαμπή, σαν ασήμι, στεφάνη μόνη καθώς βιαζότανε να βυθιστεί μέσα σ’ έναν απύθμενο ωκεανό.

Περιμέναμε μάταια τον ερχομό της έκτης μέρας – για μένα ακόμα δεν έχει φτάσει αυτή η μέρα – για το Σουηδό δεν έμελλε ποτέ να φτάσει. Έκτοτε ήμασταν τυλιγμένοι σ’ ένα παχύ σκοτάδι, τέτοιο που ήταν αδύνατο να διακρίνουμε το οποιοδήποτε αντικείμενο στα είκοσι βήματα από το πλοίο. Αιώνια μόνο νύχτα μας περιέβαλλε αμετάβλητα δίχως ν’ αντικαθίσταται ποτέ από τη στίλβουσα λαμπρότητα της θάλασσας των τροπικών στην οποία είχαμε τόσο συνηθίσει. Παρατηρήσαμε, μολαταύτα, πως η θύελλα παρόλο που συνέχιζε να μαίνεται μ’ αδιάπτωτη μανία, δεν παρατηρούταν πλέον η συνήθης εμφάνιση αφρού κι αναταραχής που ίσαμε τότε μας συνόδευε. Όλα γύρω ήτανε τρόμος κι ερεβώδες σκοτάδι κι έρημος αποπνικτική εβένου μαύρη. Υπέρλογος τρόμος πήρε να φωλιάζει σιγά σιγά στη ψυχή του γέρο-Σουηδού ενώ κι η δική μου τυλίχτηκε μια κατάπληξη σιωπηλή. Εγκαταλείψαμε κάθε μέριμνα για το πλοίο, ως κάτι περισσότερο κι από ανώφελο, και ασφαλίζοντας τους εαυτούς μας όσο το δυνατόν καλύτερα στη βάση του πρυμναίου ιστού, ατενίζαμε πικρά τον ωκεάνιο κόσμο. Δεν είχαμε βέβαια κανένα μέσο υπολογισμού του χρόνου, ούτε και μπορούσαμε να σχηματίσουμε μια κάποια σαφή αντίληψη της κατάστασης μας. Πάρα ταύτα, ήμασταν πεπεισμένοι πως είχαμε βρεθεί νοτιότερα από οποιονδήποτε άλλο θαλασσοπόρο προηγουμένως και γι αυτόν ακριβώς το λόγο η κατάπληξη μας αύξαινε σταθερά όσο δεν απαντούσαμε τα συνηθισμένα σε τούτες τις θάλασσες εμπόδια πάγου. Εν τω μεταξύ, η κάθε στιγμή κινδύνευε να είναι η τελευταία μας έτσι που τα, συχνά γιγαντιαία, κύματα αγωνίζονταν να μας κατακλύσουν. Η θαλασσοταραχή ξεπερνούσε ό,τι είχα ποτέ φανταστεί ως πιθανό και το ότι δεν μας είχε καταποντίσει εδώ και μέρες ήταν απλά θαύμα. Ο σύντροφος μου έκανε λόγο για την ελαφρότητα του φορτίου και μου υπενθύμιζε τις εξαιρετικές ιδιότητες του σκάφους μας. Όμως εγώ δεν μπορούσα πλέον να συγκρατηθώ και κάθε στιγμή εξέφραζα τις ανύπαρκτες πια ελπίδες μας και θλιμμένα προετοιμαζόμουν για το μοιραίο, που αναπόφευκτα ήτανε να ‘ρθει δίχως τίποτα να μπορεί να το αναβάλλει έστω και για μιαν ώρα ακόμα καθώς κόμβο τον κόμβο η αναταραχή της πισώδους, αδυσώπητης θάλασσας γινόταν ολοένα απελπιστικότερα τρομακτική. Ήταν στιγμές που μας κοβότανε η ανάσα σε μιαν ακούσια ανάληψη ψηλότερα από τα αλμπατρός – κι άλλες ζαλιζόμασταν απ’ την ταχύτητα της απότομης πτώσης σ’ αυτήν την υδάτινη κόλαση όπου ο αγέρας ήτανε στάσιμος κι ήχος κανείς δεν διατάραζε την αδράνεια.

Στον πυθμένα μιας τέτοιας αβύσσου βρισκόμασταν όταν μια πνιχτή κραυγή του συντρόφου μου ξέσπασε τρομαγμένα στο σκοτάδι. «Κοίτα, κοίτα», φώναζε, ουρλιάζοντας μες τ’ αυτιά μου, «Παντοδύναμε Θεέ! Κοίτα, κοίτα». Καθώς μιλούσε αντιλήφθηκα μια θαμπή, μουντή ακτινοβολία ερυθρού φωτός που σαν να έρεε από τα χείλη του τεράστιου εκείνου χάσματος όπου είχαμε ακουμπήσει κι έριχνε μια λάμψη απόκοσμη στο κατάστρωμα. Σηκώνοντας προς τα πάνω τα μάτια μου αντίκρισα ένα θέαμα που πάγωσε το αίμα μέσα στις φλέβες μου. Σ’ ένα δυσθεόρατο ύψος ακριβώς επάνω μας και πάνω από το χείλος της απότομης κατωφέρειας αιωρούταν ένα θεόρατο πλοίο τετρακοσίων περίπου τόνων. Μόλο που υψωνότανε στην κορφή ενός κύματος εκατό τουλάχιστον φορές ψηλότερο απ’ αυτό, το μέγεθος του ξεχώριζε εμφανώς από οποιουδήποτε άλλου πλοίου της γραμμής ή και αυτής ακόμα της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών. Το τεράστιο σκαρί του ήταν ενός βαθιού, σκοτεινού μαύρου χρώματος ενώ η κοψιά του δεν έμοιαζε με καμία συνηθισμένη. Μια μονή σειρά μπρούτζινα κανόνια προεξείχε απ’ την αριστερή πλευρά του πλοίου και πυκνές σειρές φωτιές – από τους αναρίθμητους φανούς μάχης, που ταλαντεύονταν απ’ τα ξάρτια του – ξεπρόβαλαν από τις στίλβουσες επιφάνειες. Αλλά ό,τι κυρίως γέμισε τις ψυχές μας με κατάπληξη και τρόμο ήταν κυρίως ότι κατέπλεε αβίαστα υπό την πίεση της αφύσικης αυτής θάλασσας και του ανεξέλεγκτου αυτού τυφώνα. Όταν για πρώτη φορά το διακρίναμε, η πλώρη του ήταν το μόνο που φαινόταν καθώς ανέτειλε αργά απ’ το θολό κι εφιαλτικό κενό που έχασκε μπροστά του. Για μια και μοναδική στιγμή ακαριαίου τρόμου ακινητοποιήθηκε επάνω στο ιλιγγιώδες αυτό ύψος των κυμάτων, καθώς να είχε συναίσθηση της υπεροχής του, ταλαντεύτηκε για λίγο κι ύστερα κατέπεσε.

Τη στιγμή εκείνη κι εγώ δεν ξέρω τι αίσθηση αυτοσυντήρησης κατέλαβε τη ψυχή μου. Παραπατώντας κατευθύνθηκα όσο εγγύτερα προς την πρύμνη μπορούσα και περίμενα χωρίς φόβο, παραιτημένα, την επικείμενη καταστροφή. Το πλοίο μας πλέον, εγκαταλείποντας τον αγώνα, βυθιζόταν με το κεφάλι στη θάλασσα. Η ένταση του κατερχόμενου υδάτινου όγκου το χτύπησε συνεπώς ακριβώς στο μέρος εκείνο του σκελετού που ήταν ήδη ολόκληρο σχεδόν κάτω από την επιφάνεια του νερού και το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ήταν να με εκσφενδονίσει με μιαν ασύγκριτη βιαιότητα στα ξάρτια του ξένου πλοίου.

Εγώ πέφτοντας προσπάθησα να διαφύγω της προσοχής του πληρώματος· και μέσα στη σύγχυση που ακολούθησε απέδωσα ακριβώς τη σωτηρία μου στο γεγονός ότι είχα διαφύγει της προσοχής του πληρώματος. Με μικρή δυσκολία μόνο διέσχισα απαρατήρητος την απόσταση ίσαμε την καταπακτή που ήταν μισάνοιχτη και σύντομα βρήκα την ευκαιρία να κρυφτώ στο αμπάρι. Γιατί ενήργησα έτσι ούτε και γω δεν ξέρω. Ένα απροσδιόριστο συναίσθημα δέους το οποίο από την πρώτη στιγμή που αντιλήφθηκα το πλήρωμα του πλοίου με κατέλαβε, ίσως να υπήρξε η αιτία της ανεξήγητης διάθεσης μου να κρυφτώ. Ότι ήμουν απρόθυμος να εμπιστευτώ τον εαυτό μου στα χέρια ανθρώπων που μου είχαν μεταδώσει, απ’ ότι φευγαλέα μπόρεσα να διαπιστώσω, τόσες πτυχές ταυτόχρονα του ακαθόριστου, του νέου κι άγνωστου, της αμφιβολίας και του φόβου. Θεώρησα έτσι καλύτερο να μηχανευτώ μια κρυψώνα στ’ αμπάρι. Κι αυτό έκανα μετακινώντας ένα μικρό μέρος των σανίδων έτσι ώστε να μου παρέχουν ένα βολικό ησυχαστήριο ανάμεσα στις γιγαντιαίες δοκούς του πλοίου.

Ότι είχα τελειώσει τις απαραίτητες εργασίες όταν βήματα στο αμπάρι με ανάγκασαν να το χρησιμοποιήσω. Κάποιος άνδρας πέρασε ακριβώς μπροστά από την κρυψώνα μου με ασταθή κι αδύναμο βηματισμό. Από κει που ήμουν δεν μπορούσα να διακρίνω το πρόσωπο του, αλλά είχα την δυνατότητα να παρατηρήσω τη γενικότερη εμφάνιση του. Ο άνθρωπος αυτός ήταν αναμφίβολα η προσωποποίηση του γήρατος και της αδυναμίας. Τα γόνατα του τρέμαν υπό το βάρος των χρόνων κι ολόκληρο το κορμί του παρέπαιε συντριμμένο απ’ το δυσβάσταχτο τούτο φορτίο. Μουρμούριζε κάτι στον εαυτό του σ’ έναν χαμηλό, σπασμένο τόνο, ψελλίζοντας κάποιες λέξεις μιας ακατάληπτης γλώσσας και ψαχουλεύοντας στα σκοτεινά σε μια γωνιά ανάμεσα σ’ ένα σωρό από παρατημένα εργαλεία και παλιούς, ξεφτισμένους χάρτες ναυτικούς. Οι τρόποι του ήταν ένα άγριο μείγμα της δυστροπίας της δεύτερης παιδικής ηλικίας και της ιερατικής μεγαλοπρέπειας του Θεού. Έπειτα από λίγο ανέβηκε στο κατάστρωμα και δεν τον ξανάδα.

***

Ένα συναίσθημα, για το οποίο δεν έχω όνομα, κατέλαβε την ψυχή μου, μια αίσθηση που δεν επιδέχεται της παραμικρότερης ανάλυσης και για την οποία τα διδάγματα των περασμένων χρόνων είναι ανεπαρκή και, ως εκ τούτου, για τον ίδιο λόγο, φοβούμαι, πως και το ίδιο το μέλλον δεν θα έχει να μου προσφέρει κανένα κλειδί. Για μια συνείδηση σαν τη δική μου, η τελευταία αυτή σκέψη είναι αληθινά καταστροφική. Δεν πρόκειται ποτέ – το ξέρω καλά πως ουδέποτε πρόκειται – να νιώσω την ικανοποίηση της εκτίμησης της φύσης των συλλογισμών μου. Επιπλέον, είναι πραγματικά ελάχιστα εκπληκτικό το ότι οι συλλογισμοί μου αυτοί είναι τόσο ακαθόριστοι, καθώς έχουνε την αφετηρία τους σε πηγές τόσο απροκάλυπτα καινούργιες. Μια καινούργια αίσθηση, μια νέα οντότητα νιώθω να προστίθεται στη ψυχή μου…

***

Πάει καιρός που βηματίζω πάνω κάτω σε τούτο το απαίσιο πλοίο και οι ακτίνες του πεπρωμένου μου μοιάζουν ν’ αρχίζουν να συγκεντρώνονται σε κάποιο επίκεντρο. Ακατανόητοι άνθρωποι! Απορροφημένοι με μέριμνες που αδυνατώ να προσδιορίσω, με προσπερνούν δίχως να με αντιλαμβάνονται καν. Η τόση μου έγνοια ν’ αποκρύψω την ύπαρξη μου στην αρχή, αποδεικνύεται τώρα παντελώς άχρηστη. Οι άνθρωποι αυτοί δεν πρόκειται ποτέ να με δουν. Μόλις τώρα πέρασα επίτηδες μπροστά απ’ τα μάτια του δεύτερου[8]· πριν λίγο τόλμησα να τρυπώσω στην ιδιωτική καμπίνα του καπετάνιου απ’ όπου και προμηθεύτηκα την απαραίτητη γραφική ύλη με την οποία τώρα γράφω. Θα συνεχίσω, από καιρού εις καιρόν, το ημερολόγιο τούτο. Είναι αλήθεια ότι μπορεί να μη βρω ποτέ την ευκαιρία να το διαβιβάσω στον κόσμο, δεν βλάπτει όμως να προσπαθήσω. Στην χειρότερη των περιπτώσεων, την ύστατη στιγμή θα εσωκλείσω το χειρόγραφο σε μία μποτίλια και θα το ρίξω στη θάλασσα.

***

Συνέβη ένα περιστατικό που μου ‘δωσε νέα λαβή για περισυλλογή. Να είναι άραγε κάτι τέτοια πράγματα απλά και μόνο η δράση μιας ακυβέρνητης τύχης; Ανέβηκα στο κατάστρωμα και ξάπλωσα χάμω, δίχως να προσελκύσω την παραμικρή προσοχή, ανάμεσα σ’ ένα σωρό σκοινιά και παλιά ιστία. Ενώ ονειροπολούσα επάνω στη μοναδικότητα της μοίρας μου, ασυναίσθητα άρχισα να πασαλείβω με μιαν κατραμόβουρτσα το ολοκάθαρο διπλωμένο βελαστράλι[9] που κειτόταν πάνω σ’ ένα βαρέλι και τα δίχως καμιά σκέψη και πρόθεση κινήματα της βούρτσας σχηματίσανε στο τέλος τη λέξη DISCOVERY[10].

Τελευταία έκανα ορισμένες παρατηρήσεις αναφορικά με την κατασκευή του πλοίου. Μολονότι άριστα οπλισμένο, δεν είναι, πιστεύω, πολεμικό πλοίο. Τα ξάρτια, το σκαρί και ο εξοπλισμός εν γένει, δεν επιτρέπουν μια τέτοια υπόθεση. Τι δεν είναι, εύκολα μπορώ να το εικάσω· τι, όμως, στην πραγματικότητα είναι, φοβούμαι, πως μου είναι αδύνατον ν’ απαντήσω στο ερώτημα αυτό. Δεν ξέρω πως ακριβώς γίνεται, αλλά εξετάζοντας εξονυχιστικά το παράξενο σκαρί και τη μοναδική κοψιά των ιστών, το τεράστιο μέγεθος του και το υπερμέγεθες κόψιμο του καραβόπανου, την σχετικά απλή πλώρη και την απαρχαιωμένη πρύμνη, μου ‘ρχεται στο μυαλό περιστασιακά η αίσθηση οικείων πραγμάτων, και υπάρχει πάντα κι αυτό τ’ ανακάτωμα  με τέτοιου είδους θαμπές σκιές αναμνήσεων, μια απροσμέτρητη μνήμη από αλλότρια, πανάρχαια χρονικά και εποχές περασμένες…

Κοιτάζω τις δοκούς του πλοίου. Είναι κατασκευασμένο από ένα ξύλο το οποίο εγώ δεν γνωρίζω. Υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο σε τούτο το ξύλο, το οποίο μου φαίνεται μάλλον ακατάλληλο για το σκοπό που χρησιμοποιήθηκε. Θέλω να πως είναι υπερβολικά πορώδες, χαρακτηριστικό μάλλον ανεξάρτητο από την ύπουλη επενέργεια του σκόρου, που συνιστά αναγκαίο κακό σε τούτες τις θάλασσες. Χαρακτηριστικό μάλλον επίσης ανεξάρτητο κι απ’ τη σαπίλα που έτσι κι αλλιώς ακολουθεί με το χρόνο. Ίσως φαντάζει υπερβολικά περίεργη εκ μέρους μου μια τέτοια παρατήρηση, αλλά αυτά θα μπορούσαν να είναι χαρακτηριστικά της Ισπανικής βελανιδιάς, αν αυτά δεν είχαν διογκωθεί στο έπακρο εξαιτίας αφύσικων παραγόντων.

Διαβάζοντας ξανά την παραπάνω πρόταση, ένα περίεργο απόφθεγμα ενός γέρου θαλασσοδαρμένου Ολλανδού θαλασσοπόρου ήρθε ξάφνου ολοζώντανο στη μνήμη μου. «Είναι τόσο σίγουρο, συνήθιζε, να λέει, όταν καμιά αμφιβολία δεν επισκίαζε την ειλικρίνεια των λόγων του, είναι τόσο σίγουρο όσο και το ότι υπάρχει θάλασσα, ότι στη θάλασσα το πλοίο αυξάνει σε όγκο ακριβώς όπως και το ζωντανό σώμα του ναυτικού…»

Πριν από καμιά ώρα, τόλμησα να εμπιστευτώ τον εαυτό μου σε κάποια από τα μέλη του πληρώματος. Δεν μου ‘δωσαν, όπως ήταν αναμενόμενο, την παραμικρή προσοχή, και μολονότι στεκόμουν ακριβώς μπροστά τους, έδειχναν να μην έχουν καμιά απολύτως συναίσθηση της παρουσίας μου. Όπως ακριβώς κι ο πρώτος εκείνος που είχα δει στο αμπάρι, όλοι τους έφερναν τα σημάδια της πολύ προχωρημένης ηλικίας· τα γόνατα τους τρέμαν μ’ αστάθεια, οι ώμοι τους γέρναν απ’ το βάρος των χρόνων, τα ρυτιδιασμένα τους πρόσωπα κροταλίζαν στον άνεμο, οι φωνές τους ήτανε χαμηλές, τρεμάμενες και σπασμένες, τα μάτια τους βαραίναν απ’ το ρεύμα του χρόνου, και τα γκρίζα μαλλιά τους ανεμίζαν στην καταιγίδα απόκοσμα. Τριγύρω τους, σε κάθε γωνιά του καταστρώματος, κείτονταν παραπεταμένα διάφορα μαθηματικά όργανα της πιο περίεργης κι απαρχαιωμένης κατασκευής…

Ανέφερα λίγο πριν το διπλωμένο βελαστράλι. Απ’ τη στιγμή που το πλοίο εξαντλήθηκε απ’ τον άνεμο, συνέχισε τη τρομακτική πορεία του προς το νότο, με κάθε καταξεσκισμένο ιστίο διπλωμένο στο κατάστρωμα, και κυλώντας την κάθε στιγμή με απερίγραπτο θάρρος την κορυφή των ιστών του, εισχωρούσε ολοένα βαθύτερα στην πιο τρομακτική υδάτινη κόλαση που μπορεί ποτέ να φανταστεί ο νους του ανθρώπου. Είχα μόλις αφήσει την κουβέρτα, όπου το έβρισκα εντελώς αδύνατο να περπατάω, μολονότι το πλήρωμα φαινόταν να ενοχλείται ελάχιστα. Σε μένα μοιάζει θαύμα θαυμάτων το γεγονός ότι το τεράστιο φορτίο μας δεν το κατάπιαν τα κύματα μια και καλή. Είμαστε, ως φαίνεται, σίγουρα καταδικασμένοι να παραδέρνουμ’ αδιάκοπα στο χείλος της αιωνιότητας, δίχως ποτέ οριστικά να καταβυθιστούμε στην άβυσσο. Από κύματα εκατό φορές πιο μεγάλα απ’ όσο έχω ποτέ στη ζωή μου δει, εμείς ξεγλιστράμε μ’ εκείνην την χαρακτηριστική άνεση της τοξοειδούς κινήσεως που σχηματίζει η βουτιά του γλάρου στην επιφάνεια του νερού. Και πάνω απ’ τα κεφάλια μας τα θεόρατα κύματα χάσκουνε σαν δαίμονες των βυθών. Σαν δαίμονες όμως προορισμένοι απλώς να μας τρομάζουν, την ίδια στιγμή που τους είναι απαγορευμένο να μας καταστρέψουν. Τείνω να αποδώσω τούτες τις, τόσο ανέλπιστα συχνές, διαφυγές στο μοναδικό φυσικό γεγονός που θα μπορούσα να κατηγορήσω για τέτοιου είδους περιπτώσεις. Πρέπει να υποθέσω, δηλαδή, πως το πλοίο βρίσκεται υπό την επίδραση κάποιου πανίσχυρου, ορμητικού υποθαλάσσιου ρεύματος…

Αντίκρισα τον καπετάνιο πρόσωπο με πρόσωπο και μάλιστα μέσα στην ίδια την καμπίνα του, αλλά όπως ακριβώς το περίμενα δεν μου έδωσε την παραμικρή σημασία. Μολονότι στην εμφάνιση του δεν υπάρχει κάτι το οποίο θα μπορούσε να ελκύσει την προσοχή ενός συνηθισμένου παρατηρητή και να τον κάνει να θεωρήσει τον άνθρωπο αυτόν περισσότερο ή λιγότερο έναν καθημερινό άνδρα, ένα συναίσθημα ακατανόητης ευλάβειας αναμεμειγμένο με δέος και μια συναίσθηση θαύματος με καταλαμβάνει κάθε φορά που τον κοιτάζω. Το ανάστημα του είναι περίπου σαν το δικό μου, δηλαδή πέντε πόδια κι οχτώ ίντσες. Ένα μικρό αλλά καλοσχηματισμένο κορμί, όχι ιδιαίτερα γεροδεμένο ή για οποιονδήποτε άλλον λόγο αξιοπρόσεχτο. Είναι, εντούτοις, αυτή η μοναδικότητα της έκφρασης που βασιλεύει στο πρόσωπο του: είναι αυτή η έντονη, αξιοθαύμαστη, συναρπαστική και κάπως απειλητική απόδειξη του γήρατος προσωποποιημένου που άθελα μου τελείως αναστατώνει το πνεύμα μου, προκαλώντας μου ένα συναίσθημα υπόρρητο. Το μέτωπο του, μολονότι ελάχιστα ρυτιδωμένο, μοιάζει να φέρει πάνω του την σφραγίδα χιλιάδων ετών. Τα γκρίζα μαλλιά του μοιάζουνε με σημάδια του παρελθόντος και τα ακόμη περισσότερο γκρίζα μάτια του με σίβυλλες δυσοίωνες του μέλλοντος. Το πάτωμα της καμπίνας είναι διάσπαρτο μ’ ένα πυκνό στρώμα από παράξενα τετράδια, πιασμένα με αγκράφες μεταλλικές, μουχλιασμένα όργανα φυσικής και απαρχαιωμένους, λησμονημένους χάρτες. Το κεφάλι του ήταν σκυμμένο πάνω στα χέρια του και φαινότανε βυθισμένος σε μιαν εντατική περισυλλογή, μ’ ένα φλογερό, ανήσυχο βλέμμα να διατρέχει ένα παράξενο χαρτί, το οποίο εγώ εξέλαβα σαν διαταγή, και το οποίο σε κάθε περίπτωση έφερε τη σφραγίδα κάποιου μονάρχη. Μονολογούσε, καθώς κι ο πρώτος ναυτικός τον οποίο είχα δει στο αμπάρι, κάποιες χαμηλόφωνες, δύστροπες συλλαβές κάποιας άγνωστης μου γλώσσας και μόλο που ο ομιλητής ήταν σχεδόν δίπλα μου, η φωνή του έμοιαζε να φτάνει στ’ αυτιά μου από απόσταση μιλίων…

Το πλοίο και τα πάντα επάνω σ’ αυτό ήταν εμποτισμένα απ’ το πνεύμα του Χρόνου. Τα μέλη του πληρώματος γλιστρούσαν μπρος πίσω καθώς φαντάσματα αιώνων θαμμένων για πάντα. Τα μάτια τους είχαν ένα ανήσυχο κι ανησυχητικό νόημα. Κι όταν τα γερασμένα τους δάκτυλα κρατούσαν μπροστά στα μάτια μου τους φανούς, με ‘κάναν να νιώθω όπως ποτέ μου δεν είχα νιώσει στο παρελθόν, παρόλο που σ’ όλη μου τη ζωή ασχολούμουν με αρχαιότητες, κι είχα σε τέτοιο βαθμό απορροφήσει τις σκιές των πεσμένων στηλών του Balbec, της Persepolis και του Tadmor[11] μέχρι που τα έγκατα της ψυχής μου να σωριαστούνε σε ερείπια…

Όταν κοιτώ γύρω μου, νιώθω σχεδόν ντροπή για τους προηγούμενους φόβους μου. Εάν έτρεμα απ’ τη μανία του ανέμου που μας συνόδευε μέχρι τώρα, δεν θα έπρεπε τώρα να στέκω εκστατικός μπροστά στη θέα του ανέμου και του ωκεανού; Και πώς να μεταγράψω σε λόγια και την πιο μικρή έστω ιδέα αυτού για το οποίο ο προσδιορισμός του ως τυφώνα ή ως σιμούν, φαντάζει τετριμμένος κι αναποτελεσματικός; Ολόγυρα απ’ το πλοίο ήταν το σκότος μιας αιώνιας νύχτας και το χάος ενός δίχως αφρούς νερού. Αλλά περίπου σε μια λεύγα μακριά από την κάθε πλευρά του πλοίου, μπορούσες να διακρίνεις αμυδρά και κατά διαστήματα, τις επάλξεις κολοσσιαίων πύργων πάγου να υψώνονται μονοκόμματα και να χάνονται στα βάθη κάποιου παντέρημου ουρανού, μοιάζοντας με τα τείχη του σύμπαντος…

Όπως το υποψιαζόμουν, το πλοίο αποδείχτηκε τελικά πως βρισκόταν υπό την επήρεια κάποιου πανίσχυρου ρεύματος – αν μπορεί να δοθεί μια τέτοια ονομασία σ’ ένα κύμα σαν κι αυτό, το βουητό του οποίου ολολύζοντας κι αντιβοώντας όδευε προς τα νότια με την ορμητική ταχύτητα του καταρράχτη…

Να συλλάβω και να περιγράψω τον τρόμο των αισθήσεων μου είναι, νομίζω, τελείως, αδύνατον. Ωστόσο μια ισχυρή περιέργεια να διεισδύσω στα μυστήρια του απαίσιου αυτού βασιλείου δεσπόζει ακόμα και μέσα στην απελπισία μου, ικανή να με συμφιλιώσει ακόμα και με την αποτρόπαιη αυτή πτυχή του θανάτου του ίδιου. Διότι πλέον είναι κατάδηλο πως οδεύουμε προς κάποια απόκρυφη γνώση – κάποιο μυστικό επτασφράγιστο, του οποίου η ανακάλυψη δεν δύναται να έχει άλλο τίμημα πλην της καταστροφής. Ίσως το ρεύμα να μας οδηγεί στην καρδιά του Νότιου Πόλου του ίδιου. Πρέπει να ομολογηθεί ότι μια τέτοια υπόθεση οργιαστική φαίνεται να έχει κάθε πιθανότητα με το μέρος της…

Το πλήρωμα βηματίζει νευρικά στο κατάστρωμα με ανήσυχο και τρεμάμενο βήμα. Ωστόσο στα πρόσωπα τους κυριαρχεί περισσότερο μάλλον η έκφραση μιας πυρετώδους ελπίδας παρά η απάθεια και η οριστική παραίτηση της απελπισίας.

Εν τω μεταξύ, ο άνεμος εξακολουθεί να μαίνεται πάνω απ’ τα κεφάλια μας κι έτσι που κουβαλούμε ένα πλήθος ιστία, το πλοίο από καιρού εις καιρόν ανασηκώνεται ολόκληρο, σαν να πετά, επάνω απ’ την επιφάνεια του νερού. Ω τρόμος μονάχα κι άλλος τρόμος! Ο πάγος ξάφνου μ’ έναν τρομακτικό βρυχηθμό ανοίγει και σπάει αριστερά και δεξιά μας κι εμείς περιδινούμαστε ιλιγγιωδώς, μέσα σ’ ατέρμονους κύκλους ομόκεντρους, γύρω-γύρω μέσα στα όρια κάποιου γιγάντιου αμφιθεάτρου, οι κορφές των τοίχων του οποίου εξαφανίζονται στο σκότος και την απόσταση. Λίγος χρόνος όμως μ’ απέμεινε ακόμη για ν’ αναρωτιέμαι πια για τη μοίρα μου. Οι κύκλοι ολοένα στενεύουν – καταδυόμαστε μ’ ένα ρυθμό φρενήρη μες τη λαβή της δίνης – και στο μέσον το μουγκρητό και ο μυκηθμός κι ο αχός του ωκεανού και της θύελλας, το πλοίο τραντάζεται και, ω Θεέ μου, καταβυθίζεται!

M. R. James

(1862 – 1936)


Ο θησαυρός του Abbot Thomas[12]

(1904)

Ι.

Verum usque in praesentem diem multa garriunt inter se Canonici de abscondito quodam istius Abbatis Thomae thesauro, quem saepe, quanquam ahduc incassum, quaesiverunt Steinfeldenses. Ipsum enim Thomam adhuc florida in aetate existentem ingentem auri massam circa monasterium defodisse perhibent; de quo multoties interrogatus ubi esset, cum risu respondere solitus erat: ‘Job, Johannes, et Zacharias vel vobis vel posteris indicabunt'; idemque aliquando adiicere se inventuris minime invisurum. Inter alia huius Abbatis opera, hoc memoria praecipue dignum indico quod fenestram magnam in orientali parte alae australis in ecclesia sua imaginibus optime in vitro depictis impleverit: id quod et ipsius effigies et insignia ibidem posita demonstrant. Domum quoque Abbatialem fere totam restauravit: puteo in atrio ipsius effosso et lapidibus marmoreis pulchre caelatis exornato. Decessit autem, morte aliquantulum subitanea perculsus, aetatis suae anno lxxii(do), incarnationis vero Dominicae mdxxix(o).

«Χμ, υποθέτω πως θα πρέπει να το μεταφράσω αυτό», μονολόγησε ο αρχαιοδίφης καθώς τελείωνε την αντιγραφή του παραπάνω χωρίου εκείνου του μάλλον σπάνιου και δυσεύρετου βιβλίου, του Sertum Steinfeldense Norbertinum[13]. «Λοιπόν, στη βράση κολλάει το σίδερο» και ακολουθώντας το παραπάνω ρητό δεν άργησε να φιλοτεχνήσει στα γρήγορα μια μετάφραση:

Μέχρι σήμερα εξακολουθούν να διατηρούνται ζωντανές στους Κανόνες οι φήμες γύρω από τον κρυμμένο θησαυρό του Abbot Thomas, για τον οποίο οι μοναχοί του Steinfeld πολλές έρευνες έκαναν ως τώρα εις μάτην. Σύμφωνα με το θρύλο ο Thomas, όσο ακόμα βρισκόταν στην ακμή της ζωής του, έκρυψε μια σημαντική ποσότητα χρυσού κάπου εντός του μοναστηριού. Πολλές φορές, λοιπόν, ρωτήθηκε που τον είχε κρύψει κι εκείνος πάντα απαντούσε γελώντας: Μην ανησυχείτε κι ο Ιώβ, ο Ιωάννης και ο Ζαχαρίας θα το αποκαλύψουν κάποτε είτε σε σας είτε στους διαδόχους σας. Δεν ήταν μάλιστα λίγες οι φορές που προσέθετε πως δεν θα κρατούσε καμία κακία σε όποιον ενδεχομένως τον έβρισκε. Μεταξύ άλλων έργων της πολιτείας του Αββά τούτου θα ήθελα ιδιαιτέρως να αναφέρω την προσθήκη του μεγάλου παράθυρου στην ανατολική άκρη του νότιου κλίτους της εκκλησίας με φιγούρες αξιοθαύμαστα ζωγραφισμένες σε γυαλί, καθώς μαρτυρούν τα μετάλλια και οι θυρεοί. Ανακαίνισε επίσης το σύνολο σχεδόν της κατοικίας του Αββά, στην αυλή της οποίας διάνοιξε ένα πηγάδι το οποίο και διακόσμησε με όμορφα χαρακτικά από μάρμαρο. Αποδήμησε μάλλον ξαφνικά το εβδομηκοστό-δεύτερο έτος της ζωής του, το σωτήριον έτος 1529.

Το αντικείμενο που είχε μπροστά στα μάτια του εκείνη τη στιγμή ο αρχαιοδίφης ήταν ένα αντίγραφο της κατά προσέγγιση τοποθεσίας των βιτρώ του Ναού του Αβαείου του Steinfeld. Λίγο μετά το πέρας της Επαναστάσεως μία σημαίνουσα ποσότητα βιτρώ μεταφέρθηκε από τα γκρεμισμένα Αβαεία της Γερμανίας και του Βελγίου εις αυτήν ταύτην τη χώρα, με αποτέλεσμα να δύναται επί του παρόντος κανείς να τα δει να κοσμούν διάφορες από τις ενοριακές εκκλησίες μας, καθεδρικούς ναούς ή ακόμα και ιδιωτικά παρεκκλήσια. Το Αβαείο του Steinfeld υπήρξε ανάμεσα στα σημαντικότερα μοναστήρια από όσα ακούσια συνεισέφεραν στην τωρινή δική μας καλλιτεχνική ιδιοκτησία (παραθέτω τον κάπως βαρύγδουπο πρόλογο του βιβλίου που κρατούσε στα χέρια του ο αρχαιοδίφης), και το μεγαλύτερο μέρος των βιτρώ από το περί ου ο λόγος μοναστήρι δύναται δίχως ιδιαιτέρα δυσκολία να ταυτισθεί, είτε εξαιτίας των αναρίθμητων επιγραφών ήτινες ρητά αναγράφουνε την τοποθεσία είτε χάρη στους αφηγηματικούς κύκλους ήτινες απεικονίζουν.

Το απόσπασμα με το οποίο ξεκίνησα την ιστορία μου είχε όμως ήδη οδηγήσει τον αρχαιοδίφη στα ίχνη μιας άλλης ταύτισης. Σε κάποιο ιδιωτικό παρεκκλήσι – δεν έχει σημασία που – είχε ιδίοις όμμασι αντικρίσει τρεις γιγαντιαίων διαστάσεων φιγούρες, κάθε μια εκ των οποίων κάλυπτε ένα ολόκληρο φωτιστικό άνοιγμα, και προφανώς όλες ήταν έργο ενός και μόνο καλλιτέχνη. Το στυλ τους καθιστούσε σαφές ότι επρόκειτο για έργο ενός γερμανού καλλιτέχνη του 16ου αιώνα. Αλλά από εκεί πέρα οιαδήποτε άλλη ταύτιση παρέμενε μυστήριο. Απεικόνιζαν – μην εκπλαγείτε – τον ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΙΩΒ, τον ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗ ΙΩΑΝΝΗ και τον ΠΡΟΦΗΤΗ ΖΑΧΑΡΙΑ και κάθε μια κράδαινε ένα βιβλιδάριο ή πάπυρο, εγχάρακτο με μια φράση από τα γραπτά του. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού ήταν που τα παρατήρησε επισταμένως και ο αρχαιοδίφης διότι του είχε προξενήσει μεγάλη εντύπωση η κραυγαλέα διαφορά των κειμένων των βιτρώ από το επίσημο κείμενο της Βουλγκάτα[14]. Έτσι, ο πάπυρος στο χέρι του Ιώβ έγραφε:  Auro est locus in quo absconditur (αντί να γράφει conflatur)[15], στο βιβλιδάριο του Ιωάννου: Habent in vestimentis suis scripturam quam nemo novit (αντί να γράφει vestimento scriptum, ενώ και οι υπόλοιπες λέξεις είχαν παρθεί από άλλο στίχο)[16], και τέλος του Ζαχαρία:  Super lapidem unum septem oculi sunt[17] (ο μόνος δηλαδή που περιείχε το αυθεντικό κείμενο).

Μια θλιβερή αμηχανία είχε καταλάβει λοιπόν τον αρχαιοδίφη μας ο οποίος έσπαγε το κεφάλι του για να καταλάβει για ποιον λόγο αυτά τα τρία πρόσωπα θα μπορούσανε να έχουν τοποθετηθεί μαζί σε ένα και το αυτό παράθυρο. Ανάμεσα τους δεν υπήρχε η παραμικρή σχέση, ούτε ιστορική, ούτε συμβολική, ούτε δογματική και το μόνο που μπορούσε να υποθέσει ήτανε ότι πρέπει να απάρτιζαν μέρος μιας μεγαλύτερης σειρά προφητών και αποστόλων που ίσως να κάλυπτε ολόκληρη τη σειρά των φωτιστικών ανοιγμάτων κάποιας μεγάλης εκκλησίας. Αλλά το απόσπασμα αυτό από το  Sertum άλλαξε δραματικά τη κατάσταση αποδεικνύοντας ότι τα ονόματα των προσώπων που αναπαρίσταντο τώρα στα βιτρώ του παρεκκλησιού του Λόρδου Δ. βρισκόταν αδιάκοπα στα χείλη του Abbot Thomas von Eschenhausen του Steinfeld, και ότι ο συγκεκριμένος αββάς είχε προσθέσει ένα βιτρώ, περίπου το έτος 1520, στο νότιο κλίτος της εκκλησίας του Αβαείου. Δεν θα ήταν λοιπόν παράλογη η εικασία ότι οι τρεις φιγούρες ίσως να αποτελούσαν τμήμα της προσφοράς του Abbot Thomas. Επιπλέον, θα μπορούσε κανείς να την επαληθεύσει ή – ενδεχομένως – να την απορρίψει σχετικά εύκολα μέσω μιας προσεκτικής εξέτασης του γυαλιού. Και καθώς ο κύριος Somerton διέθετε άφθονο ελεύθερο χρόνο αποφάσισε να ξεκινήσει για ένα προσκύνημα στο ιδιωτικό παρεκκλήσι δίχως την παραμικρή καθυστέρηση. Η εικασία του επαληθεύτηκε στο έπακρον. Όχι μόνο το στυλ και η τεχνική του βιτρώ ταίριαζαν τέλεια με τη χρονολογία και την τοποθεσία, αλλά επιπροσθέτως σε κάποιο άλλο παράθυρο του παρεκκλησιού εντόπισε ένα βιτρώ, το οποίο είχε μεταφερθεί μαζί με τις τρεις φιγούρες, και το οποίο περιλάμβανε τα μπράτσα του Abbot Thomas von Eschenhausen.

Κατά το μεσοδιάστημα των ερευνών του τον κύριο Somerton τον είχε στοιχειώσει η ανάμνηση της πολυθρύλητης εκείνης ιστορίας για τον κρυμμένο θησαυρό, και καθώς σκεφτόταν το ζήτημα ξανά και ξανά του φάνηκε πως αν εννοούσε κάτι ο Αββάς με εκείνη την αινιγματική απάντηση που έδινε συνέχεια σε όσους τον ρωτούσαν αυτό δεν μπορούσε παρά να σημαίνει ότι το μυστικό σχετιζόταν με κάποιο τρόπο με το παράθυρο που είχε ο ίδιος τοποθετήσει στην εκκλησία του Αβαείου. Δεν γινόταν ως εκ τούτου να αρνηθεί κανείς ότι τα περίεργα κείμενα που απεικονίζονταν στους παπύρους που έφεραν οι μορφές στο παράθυρο πρέπει να ήταν μια ένδειξη που αποκάλυπτε κάτι για τον κρυμμένο θησαυρό.

Συνεπώς, κάθε χαρακτηριστικό, κάθε σημάδι που θα μπορούσε ενδεχομένως να βοηθήσει στην εξιχνίαση του γρίφου που ο Αββάς, ο κύριος Somerton ήταν πλέον  σίγουρος, είχε κληροδοτήσει στους μεταγενέστερους του, το πρόσεχε με ευσυνείδητη φροντίδα, και επιστρέφοντας στο αρχοντικό του στο Berkshire, ξόδεψε καμπόσες πίντες[18] μεταμεσονύχτιου λαδιού σκυμμένος επάνω από τους χάρτες και τα σχέδια του. Έπειτα από δύο ή τρεις εβδομάδες ήρθε μια μέρα που ο  κύριος Somerton ανακοίνωσε στον μπάτλερ του ότι έπρεπε να πακετάρει τα πράγματα τους για ένα σύντομο ταξίδι στο εξωτερικό, όπου προς το παρόν όμως δεν θα τον ακολουθήσουμε.

ΙΙ.

Ο κύριος Gregory, ο εφημέριος του Parsbury, είχε βγει για έναν μικρό περίπατο πριν απ’ το πρωινό, καθώς ήταν ένα γλυκό φθινοπωρινό χάραμα, μέχρι την εξωτερική πύλη της οικείας του, από όπου διέρχονταν οι άμαξες, με σκοπό να συναντήσει τον ταχυδρόμο και να πάρει λίγο καθαρό αέρα. Και όντως δεν απογοητεύτηκε καθόλου μήτε απ’ το ένα μήτε απ’ το άλλο. Προτού προλάβει να απαντήσει σε καμιά τουλάχιστον δεκαριά ερωτήσεις με τις οποίες τον βομβάρδιζαν ανέμελα οι εγγονοί του που τον συνόδευαν, ο ταχυδρόμος έκανε την εμφάνιση του από μακριά. Και ανάμεσα στους πρωινούς λογαριασμούς υπήρχε και ένα γράμμα με ξένο γραμματόσημο (το οποίο έγινε αμέσως αντικείμενο μιας ζωηρής φιλονικίας ανάμεσα στους νεαρούς Gregory) και γραμμένο από ένα απαίδευτο αλλά στιβαρό αγγλικό χέρι.

Όταν ο εφημέριος το άνοιξε, και το διέτρεξε βιαστικά με τα μάτια του για να δει την υπογραφή, συνειδητοποίησε διαμιάς πως προερχόταν από τον έμπιστο μπάτλερ του φίλου του, και λόρδου, κυρίου Somerton. Και το γράμμα έγραφε:

Αξιούτιμε Κύριε,

Επειδής σε μεγάλη αγωνία είμαι για τον Λόρδο και σας γράφω σύμφωνα μετά της επιθυμίας του για να σας περικαλέσω Κύριε, αν θέλετε κι έχετε την καλοσύνη, να τρέξετε σούμπιτος κοντά του. Ο Λόρδος είχε ένα λίαν δυσαρεστότατο σοκ και παραμένει στο κρεβάτι. Ποτές μου δεν τον έχω ματαδεί έτσι αλλά δεν χωρά καμιά αμφιβολία πως μόνο εσείς μποράτε να τον βοηθήσετε Κύριε. Ο Λόρδος λέει να μην ξεχάσω να αναφέρω πως ο πιο συντομότερος δρόμος για να έρθετε εδώ είναι να οδηγήσετε μέχρι το Cobblince και να πάρετε άμαξα. Ελπίζω να τα έκανα όλα καθαρά, αλλά είμαι πολύ μπερδεμένος κι εγώ κι έχω πολύ αγωνία και νιώθω πως δεν μπορώ να κάνω τίπουτις τις νύχτες. Αν μου επιτρέπεται να είμαι τόσο ευθύς Κύριε θα ήμουν ευτυχισμένος να έβλεπα μια τίμια βρετανικιά φάτσα ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ξένους σκυλομούρηδες το συντομότερο δυνατόν.

Ο πιστός υπηρέτης σας,

William Brown.

ΥΓ: Το όνομα της πόλης που θα σας περιμένου του λένε Steenfeld.

Ο αναγνώστης θα πρέπει να αφεθεί να σχηματίσει μόνος του στο μυαλό του την έκπληξη, την σύγχυση και τη βιασύνη των προετοιμασιών στα οποία η λήψη ενός τέτοιου γράμματος βύθισε μια μικρή φιλήσυχη πρεσβυτεριανή οικεία του Berkshire το σωτήριον έτος 1859. Αρκεί μονάχα να πω πως ο κύριος Gregory μες τη βιασύνη του κατόρθωσε να προλάβει το μόνο τρένο της μέρας που τον βόλευε καθώς και να κάνει κράτηση για μια καμπίνα για το πλοίο προς το Antwerp και μια θέση για το τρένο προς το  Coblenz, από όπου και δεν ήταν πολύ μακριά το κέντρο του Steinfeld.

Σε ότι με αφορά τολμώ να εξομολογηθώ ότι ως αφηγητής ετούτης της ιστορίας βρίσκομαι στην εξαιρετικά μειονεκτική θέση να μην έχω ποτέ επισκεφτεί το Steinfeld. Επιπροσθέτως, κανένας από τους κεντρικούς πρωταγωνιστές της ιστορίας αυτής (από τους οποίους προέρχονται οι πληροφορίες μου) δεν ήταν σε θέση να μου παρέχει παρά μια αόριστη και μάλλον ζοφερή εικόνα της εμφάνισης του. Συμπεραίνω πως πρόκειται για μία μικρή κωμόπολη, με μια τεράστια εκκλησία λεηλατημένη που οι αρχαίες εγκαταστάσεις της ήταν μάλλον ερειπωμένες. Κάποια επίσης ερειπωμένα κτίρια, χρονολογούμενα στον 17ο αιώνα, περιβάλλουν την εκκλησία. Όσον αφορά πάλι το Αβαείο, όπως ακριβώς και τα περισσότερα της αβαεία της Ηπείρου[19], ξαναχτίστηκε με έναν πολυτελή τρόπο από τους κατοίκους της εκείνην ακριβώς την περίοδο. Σε κάθε περίπτωση, προσωπικά δεν μου φάνηκε ως τόπος ιδιαίτερα άξιος λόγου προκειμένου να σπαταλήσω χρήματα για να το επισκεφτώ, και μολονότι είναι αρκετά πιθανόν να είναι περισσότερο ελκυστικός απ’ όσο τον περιέγραψαν ο κ. Somerton και ο κ. Gregory υπάρχουν ελάχιστα πρώτης τάξεως ενδιαφέροντα πράγματα να δει κανείς, με την εξαίρεση ίσως ενός και μόνο πράγματος το οποίο εντούτοις δεν θα έπρεπε να ενδιαφέρομαι να το δω.

Το πανδοχείο όπου ο άγγλος τζέντλεμαν και ο πιστός υπηρέτης του είχαν καταλύσει είναι, ή μάλλον ήταν, το μοναδικό στο Steinfeld. Ο κ. Gregory οδηγήθηκε κατευθείαν εκεί από τον οδηγό του και βρήκε να τον περιμένει στην είσοδο ο κ. Brown. Ο κ. Brown, που όσο βρισκόταν στο αρχοντικό στο Berkshire υπήρξε πρότυπο εκείνης της απαθούς μυστακιοφόρας ράτσας που φημιζόταν για τους έμπιστους μπάτλερ της, βρισκότανε τώρα έξω από τα νερά του κατά τρόπο σκανδαλώδη, φορώντας ένα ελαφρό τουΐντ κοστούμι, αγχωμένος, εκνευρισμένος σχεδόν, και απέχοντας πόρρω του να μπορεί να χαρακτηριστεί ως κύριος της κατάστασης. Η ανακούφιση του στη θέα της «τίμιας βρετανικιάς φάτσας» του εφημέριου ήτανε άμετρη, αλλά παρόλ’ αυτά δεν κατάφερε να βρει τα λόγια να την περιγράψει. Κατάφερε μόνο να πει:

–        Είμαι ευτυχής, σίγουρα, κύριε, που να σας βλέπω. Και το ίδιο είμαι σίγουρος, κύριε, κι ο Λόρδος.

–        Πως είναι ο κύριος σου, Brown; Ρώτησε με αγωνία ο κ. Gregory.

–        Νομίζω πως είναι καλύτερα, κύριε, σας ευχαριστώ. Αλλά είχε μια φρικιαστική περιπέτεια. Ελπίζω πως τώρα κατάφερε επιτέλους να κοιμηθεί, αλλά…

–        Τι ακριβώς συνέβη όμως; Γιατί από το γράμμα δεν τα κατάφερα να βγάλω ακριβή συμπεράσματα. Συνέβη κάποιο ατύχημα;

–        Ε, λοιπόν, κύριε, μόλις και μετά δυσκολίας ξεύρου. Άλλουστε, δεν ξεύρου αν πρέπει να σας πω. Ο κύριος επίμενε ιδιαίτερα να σας τα πει ο ίδιους. Τουλάχιστον δεν έσπασε κανένα κόκαλο!

–        Και ο γιατρός τι λέει; ρώτησε ο κ. Gregory.

Με τούτα και μ’ εκείνα είχανε ήδη φτάσει έξω από το κεφαλόσκαλο της πόρτας του δωματίου του κ. Somerton και χαμήλωσαν τον τόνο της φωνής τους. Ο κ. Gregory που έτυχε να βρίσκεται μπροστά άγγιζε ήδη με το χέρι του ελαφρά το χερούλι και δοκίμαζε να ανοίξει την πόρτα. Προτού προλάβει ο Brown να απαντήσει, ένα τρομερό ουρλιαχτό ακούστηκε από μέσα.

–        Για όνομα του Θεού, ποιος είναι; ήταν τα πρώτα λόγια που ακούστηκαν. Brown εσύ είσαι;

–        Μάλιστα, κύριε, εγώ και ο κ. Gregory, έσπευσε ο Brown να απαντήσει. Αντί για οποιαδήποτε άλλη απάντηση από μέσα ακούστηκε μόνο ένας βαθύς αναστεναγμός ανακούφισης.

Μπήκαν στο δωμάτιο, το οποίο είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει εξαιτίας του σούρουπου και ο κ. Gregory απόμεινε ενεός μπροστά στο θέαμα που αντίκρισε: μπροστά του κειτόταν, πλημμυρισμένο από σταγόνες κρύου ιδρώτα, το άλλοτε νηφάλιο πρόσωπο του φίλου του που τον κοιτούσε τώρα έντρομος, και που με δυσκολία ανακάθισε στο κρεβάτι και επιχείρησε να βγάλει το χέρι του για να τον καλωσορίσει.

–        Τώρα που σε βλέπω καλύτερα αγαπητέ μου Gregory, ήταν η απάντηση στην πρώτη ερώτηση του εφημέριου, και ήταν εμφανώς ειλικρινής.

Έπειτα από πέντε λεπτά συζήτησης ο κ. Somerton είχε βρει ξανά τον εαυτό του, κάτι που όπως ανέφερε ο Brown είχε να συμβεί για μέρες. Ήταν μάλιστα σε θέση να φάει ένα αξιοπρεπές γεύμα και να δηλώσει με αυτοπεποίθηση πως θα ήταν ικανός να σταθεί στα πόδια του και να ξεκινήσει για το Coblenz μέσα σε είκοσι-τέσσερις ώρες. «Υπάρχει όμως κάτι», είπε με αγωνία την οποία ο κ. Gregory θα προτιμούσε να μην είχε παρατηρήσει, «το οποίο πρέπει να σε παρακαλέσω καλέ μου Gregory να φέρεις εις πέρας». «Μην», συνέχισε, απλώνοντας το χέρι του προς τον Gregory για να αποτρέψει κάθε διακοπή, «μην με ρωτάς τι είναι αυτό, ή γιατί θέλω να γίνει. Δεν νιώθω έτοιμος να εξηγήσω ακόμα. Φοβάμαι πως θα με κάνει να υποτροπιάσω, καταστρέφοντας κάθε καλή επίδραση που είχε ο ερχομός σου. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι δεν διατρέχεις κανέναν κίνδυνο ολοκληρώνοντας το και ότι ο Brown μπορεί και θα σου δείξει αύριο επακριβώς το τι πρέπει να γίνει. Πρέπει απλά να τοποθετήσεις κάτι πίσω στην θέση του. Όχι, όχι, δεν μπορώ να μιλήσω ακόμα γι αυτό. Σε πειράζει να φωνάξεις τον Brown;»

«Λοιπόν, Somerton», είπε ο κ. Gregory διασχίζοντας το δωμάτιο προς την πόρτα, «δεν θα ζητήσω καμιά εξήγηση μέχρι να νιώσεις έτοιμος. Κι αν αυτή η δουλίτσα είναι τόσο εύκολη όσο την παρουσιάζεις θα αναλάβω με χαρά να την φέρω εις πέρας στη θέση σου αύριο κιόλας το πρωί».

«Αχ, ήμουνα σίγουρος καλέ μου Gregory, ήμουνα σίγουρος πως μπορούσα να βασιστώ πάνω σου. Θα σου χρωστάω περισσότερα απ’ όσα μπορώ να πω. Α, να κι ο Brown. Brown, παιδί μου, άκουσε με σε παρακαλώ»

«Μήπως πρέπει να φύγω;» ρώτησε ο κ. Gregory.

«Όχι, όχι καθόλου, αγαπητέ μου. Brown, το πρώτο πράγμα που θα κάνεις αύριο το πρωί (το ξέρω πως δεν έχεις πρόβλημα να σηκωθείς αξημέρωτα, έτσι δεν είναι Gregory;), είναι να οδηγήσεις τον εφημέριο στο – εκεί – τέλος πάντων, ξέρεις που (ο Brown που ήτανε σοβαρός και αγχωμένος απάντησε απλά μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού), και να βάλετε πίσω στη θέση του αυτό. Δεν πρόκειται να διατρέξετε κανέναν κίνδυνο, είναι απολύτως ασφαλές κατά τη διάρκεια της μέρας. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, έτσι δεν είναι, Brown, παιδί μου; Βρίσκεται στο σκαλοπάτι, ξέρεις εκεί – εκεί που το κρύψαμε (ο Brown ξεροκατάπιε μια δυο φορές και αδυνατώντας να απαντήσει το οτιδήποτε ένευσε ξανά με το κεφάλι). Κι αυτό είναι όλο. Α, και κάτι ακόμα καλέ μου Gregory. Αν μπορείς να μην κάνεις την παραμικρή ερώτηση στον Brown θα σου είμαι ακόμα περισσότερο ευγνώμων. Αύριο το βράδυ, αν όλα πάνε καλά, θα μπορέσω επιτέλους να σου εξηγήσω τα πάντα. Και τώρα, καληνύχτα. Ο Brown θα μείνει μαζί μου – κοιμάται εδώ – κι αν ήμουν στην θέση σου, θα κλείδωνα καλά την πόρτα του δωματίου μου. Μην αμελήσεις σε παρακαλώ για κανέναν λόγο να κλειδώσεις. Τους, τους αρέσει στους ανθρώπους εδώ και είναι, είναι καλύτερο. Καληνύχτα, καληνύχτα».

Έπειτα από αυτό χωρίστηκαν και αν ο κ. Gregory ξύπνησε μια δυο φορές μέσα στη νύχτα και φαντάστηκε πως άκουσε ένα σύρσιμο ποδιών και ένα ψηλάφημα στο χαμηλότερο τμήμα της κλειδωμένης πόρτας του δωματίου του, οφειλόταν, ίσως, στο γεγονός ότι ένας φιλήσυχος άνθρωπος ήταν υποχρεωμένος στα καλά καθούμενα να βρεθεί να κοιμάται σε κάποιο άγνωστο κρεβάτι και με την καρδιά του πλημμυρισμένη μυστήριο. Πάντως αργότερα, κατά τις τελευταίες μέρες της ζωής του, βεβαίωνε πως εκείνη την νύχτα είχε ακούσει δυο τρεις φορές εκείνον τον ήχο από τα μεσάνυχτα μέχρι την αυγή.

Σηκώθηκε αμέσως μόλις χάραξε η μέρα και σε λίγο βρισκόταν ήδη στο δρόμο συνοδευόμενος από τον Brown. Έτσι αμηχανία που προκαλούσε η υπηρεσία που του ζήτησε να φέρει εις πέρας ο κ. Somerton, ο κ. Gregory βρισκόταν σε κατάσταση επιφυλακής, αλλά τελικά αποδείχτηκε μια εύκολη και ακίνδυνη δουλειά που μόλις μισή ώρα αργότερα είχε ήδη τελειώσει. Το τι ακριβώς ήταν αυτή η δουλειά δεν θα το αποκαλύψω ακόμα.

Προς το μεσημέρι ο κ. Somerton είχε σχεδόν εντελώς αναλάβει και ήταν έτοιμος να αναχωρήσει από το Steinfeld. Και το ίδιο βράδυ, είτε στο Coblenz είτε σε κάποιον ενδιάμεσο σταθμό, δεν είμαι σίγουρος, έκατσε και εξήγησε, όπως είχε υποσχεθεί, τα πάντα. Ο Brown ήταν κι αυτός παρών κατά τα φαινόμενα στην όλη σκηνή, αλλά πόσα ακριβώς κατάλαβε καθαρά από τις εξηγήσεις του αφεντικού του, αυτό δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω.

III.

Κι αυτή ήταν η ιστορία του κ. Somerton:

«Γνωρίζετε, και οι δύο καλά, πως σκοπός αυτής της αποστολής που ανέλαβα ήταν να εντοπίσω κάτι που είχε σχέση με τα παλιά βιτρώ στο ιδιωτικό παρεκκλήσι του Λόρδου Δ. Εν πάση περιπτώσει, η όλη ιστορία ξεκίνησε όταν διάβασα ένα χωρίο από ένα αρκετά παλιό βιβλίο, το οποίο και θα ήθελα να σας διαβάσω ώστε να του δώσετε τη δέουσα προσοχή.»

Και στο σημείο αυτό ο κ. Somerton διάβασε το χωρίο εκείνο από το Sertum Steinfeldense Norbertinum με το οποίο είμαστε ήδη εξοικειωμένοι.

«Στη δεύτερη επίσκεψη μου στο παρεκκλήσι», συνέχισε, «σκοπός μου ήταν να σημειώσω, στο μέτρο του δυνατού, ό,τι σχετιζόταν με τις μορφές, τα γράμματα, το κόψιμο του γυαλιού, ακόμα και τα τυχαία σημάδια που τυχόν υπήρχαν στα βιτρώ. Το πρώτο πράγμα που κέντρισε την προσοχή μου ήταν οι επιγραφές στους παπύρους που κρατούσαν οι μορφές. Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι η πρώτη από αυτές, του Ιώβ, («Υπάρχει ένας τόπος όπου είναι κρυμμένος ο χρυσός»), με την τόσο χονδροειδώς εσκεμμένη αλλοίωση του βιβλικού κειμένου, έπρεπε να αναφέρεται στον θησαυρό. Και με αυτό το σκεπτικό αποφάσισα να προσεγγίσω και τις υπόλοιπες. Η επιγραφή του Ιωάννη έγραφε: «Και έχουν στα ενδύματα γραμμένο αυτό που κανένας άνθρωπος δεν ξέρει». Η ερώτηση που φυσικά θα εγείρεται στο μυαλό σας, όπως και στο δικό μου, ήταν το κατά πόσον και αν υπήρχαν επιγραφές στα χιτώνια των εικονιζόμενων μορφών. Δεν μπορούσα να διακρίνω καμία. Κάθε μία από αυτές έφερε μια μαύρη φαρδιά ταινία στο μανδύα που σκέπαζε τα χιτώνια, στοιχείο το οποίο αποτελούσε ένα μάλλον προφανές και άσκημο χαρακτηριστικό του βιτρώ. Ήμουνα σε αδιέξοδο, το ομολογώ, κι αν δεν ήταν κάποιο περίεργο γύρισμα της τύχης, φαντάζομαι πως θα εγκατέλειπα την έρευνα στο ίδιο εκείνο σημείο που οι Κανόνες του Steinfeld την είχαν εγκαταλείψει αιώνες πριν από μένα. Διότι, βλέπετε, η επιφάνεια των βιτρώ ήταν επικαλυμμένη από μια διόλου ευκαταφρόνητη ποσότητα σκόνης, οπότε ο Λόρδος Δ., ο οποίος έτυχε να μπει στο παρεκκλήσι εκείνην ακριβώς την ώρα και να δει τα κατάμαυρα χέρια μου, προσφέρθηκε ευγενικά να στείλει κάποιον από τους υπηρέτες του να καθαρίσουν με τη βούρτσα το παράθυρο. Έλα όμως που στη βούρτσα πρέπει να βρισκόταν κάποιου είδους σκληρό αντικείμενο! Διότι, έτσι όπως περνούσε πάνω από τους μανδύες παρατήρησα ότι άφηνε μια μακριά γρατσουνιά και ότι μια κίτρινη βαφή διαφαινόταν κάτω από τις μαύρες ταινίες των χιτωνίων. Ζήτησα τότε από τον άνθρωπο να σταματήσει τη δουλειά του για μια στιγμή και έτρεξα στη σκάλα για να εξετάσω από κοντά το παράθυρο. Η κίτρινη βαφή ήταν όντως εκεί και αυτό που είχε βγει με το τρίψιμο δεν ήταν παρά μια μαύρου χρώματος επικάλυψη, η οποία είχε προφανώς προστεθεί από πάνω, μετά την αποπεράτωση του βιτρώ, και που γι αυτόν ακριβώς το λόγο μπορούσε να αφαιρεθεί δίχως ιδιαίτερη δυσκολία και χωρίς να προκαλέσει τη παραμικρή ζημιά στο βιτρώ. Συνεπώς βάλθηκα να ξύνω την μαύρου χρώματος επικάλυψη και δεν θα το πιστέψετε – όχι, όχι, σας αδικώ, σίγουρα θα το έχετε ήδη μαντέψει – πως κάτω από την επικάλυψη διέκρινα δύο – τρία καθαρογραμμένα κεφαλαία γράμματα κίτρινου χρώματος. Μπορείτε, υποθέτω, να φανταστείτε την χαρά και την έξαψη μου.

«Έτρεξα αμέσως στον Λόρδο Δ. για να του πω ότι ανακάλυψα επάνω στα βιτρώ μία εγχάρακτη επιγραφή η οποία θα ήταν ενδιαφέρον να αποκαλυφθεί ολόκληρη, οπότε και τον παρακάλεσα να μου επιτρέψει να εργαστώ προς την κατεύθυνση αυτή. Δεν προέβαλε καμιά δυσκολία, αντίθετα,  μου είπε να πράξω όπως με ευχαριστεί, και τότε προς μεγάλη μου ανακούφιση, μάλιστα, πρόσθεσε ότι ο ίδιος επειδή είχε μια υποχρέωση ήταν υποχρεωμένος να με αφήσει. Στρώθηκα, λοιπόν, στη δουλειά αμέσως και βρήκα το έργο μου μάλλον εύκολο. Η μαύρη επικάλυψη, φθαρμένη ήδη φυσικά απ’ τον καιρό, έβγαινε σχεδόν αμέσως μόλις την ακουμπούσες και δεν νομίζω ότι το όλο εγχείρημα, μέχρι να καθαριστούν και τα τρία παράθυρα, μου πήρε, τελικά, περισσότερο από μια – δυο ώρες. Κάθε μία από τις απεικονιζόμενες μορφές έφερε μια ‘επιγραφή’ της οποία την ύπαρξη αγνοούσαν όλοι μέχρι τότε.

«Η ανακάλυψη αυτή μου κατέστησε σαφές ότι κινούμουν στο σωστό δρόμο. Και τώρα τι ήταν η επιγραφή; Όσο καθάριζα σχεδόν υπέφερα μην μπορώντας να διαβάσω τη γραφή, περιμένοντας να το πράξω με την ησυχία μου όταν όλη η δουλειά του καθαρισμού θα είχε ολοκληρωθεί. Και όταν αυτό επιτέλους συνέβη, σε διαβεβαιώ καλέ μου Gregory, θα μπορούσα να ουρλιάξω από καθαρή απογοήτευση. Αυτό που διάβαζα ήταν η πιο αυθαίρετη συναρμογή γραμμάτων, λες και τα είχε πετάξει κάποιος σ’ ένα καπέλο και να τα είχε εν συνεχεία ξανασυναρμολογήσει εντελώς τυχαία. Να και οι επιγραφές:

Ιώβ: DREVICIOPEDMOOMSMVIVLISLCAVIBASBATAOVT

Ευαγγελιστής Ιωάννης: RDIIEAMRLESIPVSPODSEEIRSETTAAESGIAVNNR

Ζαχαρίας: FTEEAILNQDPVAIVMTLEEATTOHIOONVMCAAT.H.Q.E.

«Οφείλω να ομολογήσω πως αισθανόμουν αρκετά κενός, και πρέπει όντως να φάνταζα έτσι τα πρώτα λεπτά, ήμουν όμως και τυχερός μέσα στην ατυχία μου γιατί η απογοήτευση μου δεν κράτησε για πολύ. Γρήγορα αντιλήφθηκα ότι είχα να κάνω με κάποιο κρυπτογράφημα. Υπέθεσα, μάλιστα, πως θα πρέπει να ήταν σχετικά απλό, αν αναλογιζόταν κανείς την πρώιμη χρονολόγηση του. Έτσι αντέγραψα τα γράμματα με τη μεγαλύτερη δυνατή φροντίδα. Και αντιγράφοντας τα παρατήρησα κάτι ακόμα που με έπεισα τελειωτικά πως είχα όντως να κάνω με ένα κρυπτογράφημα. Αφού τελείωσα την αντιγραφή της σειράς των γραμμάτων που βρίσκονταν στο χιτώνιο του Ιώβ τα μέτρησα προκειμένου να είμαι σίγουρος ότι δεν είχα κάνει κάποιο λάθος. Ήταν τριάντα – οχτώ· και καθώς το βλέμμα μου έφτανε στο τέλος τους, το μάτι μου έπεσε σ’ ένα μικροσκοπικό, σχεδόν αόρατο, ξύσιμο το οποίο είχε γίνει προσεκτικά με κάποιο αιχμηρό αντικείμενο στην άκρη της μπορντούρας. Ήταν απλά το νούμερο xxxviii γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες. Και για να μην μακρηγορώ, υπήρχαν αντίστοιχες ‘σημειώσεις’, αν μπορώ να τις αποκαλέσω έτσι, σε κάθε ένα από τα παράθυρα. Το γεγονός αυτό μου κατέστησε σαφές το ότι ο δημιουργός των βιτρώ είχε λάβει πολύ συγκεκριμένες οδηγίες από τον Abbot Thomas αναφορικά με τις επιγραφές και ότι ως εκ τούτου είχε μπει στον κόπο να επαληθεύσει ότι τις είχε καταγράψει σωστά.

«Εν πάση περιπτώσει, μετά την ανακάλυψη αυτή μπορείτε να φανταστείτε με πόσο λεπτομερή τρόπο διέτρεξα όλη την επιφάνεια του ζωγραφισμένου γυαλιού αναζητώντας και την παραμικρότερη έστω ένδειξη που θα με βοηθούσε περαιτέρω στην επίλυση του γρίφου. Φυσικά, δεν ξεχνούσα την επιγραφή στον πάπυρο του Ζαχαρία («ἐπὶ τὸν λίθον τὸν ἕνα ἑπτὰ ὀφθαλμοί εἰσιν»), αλλά πολύ γρήγορα συμπέρανα ότι η φράση αυτή πρέπει να αναφερόταν σε κάποιο σημάδι σε μια πέτρα που θα μπορούσε μόνο να βρεθεί «in situ», εκεί δηλαδή που ο θησαυρός πρέπει να ήταν, λογικά, κρυμμένος. Για να μην μακρηγορώ, κατέγραψα ό,τι μπορούσα να καταγράψω και κράτησα τις καλύτερες δυνατές σημειώσεις και επέστρεψα στο Parsbury για να προσπαθήσω να επιλύσω με την ησυχία μου το κρυπτογράφημα. Να ήξερες τι αγωνίες πέρασα, καλέ μου Gregory! Ξέρεις, ήμουνα τόσο σίγουρος για τον εαυτό μου και με θεωρούσα τόσο έξυπνο που έλεγα μέσα μου ότι το κλειδί για τη λύση του κρυπτογραφήματος δεν θα μπορούσε παρά να βρίσκεται σε κάποιο από τα παλιά μυστικιστικά βιβλία. Με αυτό το σκεπτικό άνοιξα πρώτα το Steganographia του Joachim Trithemius, ο οποίος, αν και ελαφρά προγενέστερος, ήταν σχεδόν σύγχρονος του Abbot Thomas. Όταν δεν κατάφερα τίποτα, συμβουλεύτηκα το Cryptographia του Selenius και το De Augmentis Scientiarum του Bacon[20]. Τίποτα! Όσο η ώρα προχωρούσε κι εγώ δεν έβρισκα αυτό που ήθελα στα βιβλία άρχισα να αγχώνομαι. Δοκίμασα την αρχή του «πιο συχνού γράμματος», παίρνοντας πρώτα τα λατινικά και έπειτα τα γερμανικά ως βάση. Τίποτα και πάλι! Και τότε επέστρεψα ξανά στο ίδιο το παράθυρο και διάβασα εκ νέου τις σημειώσεις μου, ελπίζοντας, ενάντια σχεδόν σε κάθε ελπίδα, ότι ο Αββάς ίσως να είχε ο ίδιος φροντίσει να ‘κρύψει’ κάπου το κλειδί που αναζητούσα. Δεν μπορούσα, όμως, να εξάγω κανένα απολύτως συμπέρασμα από το χρώμα ή το σχήμα των χιτωνίων. Κανένα στοιχείο δεν διακρινόταν στο φόντο, κανένα επικουρικό αντικείμενο, κανένα σημάδι στους θόλους. Το μοναδικό πιθανό στοιχείο έμοιαζε να είναι οι στάσεις των μορφών. «Ιώβ», διαβάζω: «πάπυρος στο αριστερό χέρι, ο δείκτης του δεξιού χεριού ανασηκωμένος προς τα πάνω. Ιωάννης: κρατά ένα βιβλιδάριο στο αριστερό χέρι· με το αριστερό χέρι ευλογεί κατά τον κλασικό τρόπο με τα δύο δάκτυλα. Ζαχαρίας: πάπυρος στο αριστερό χέρι· το δεξί χέρι ανασηκωμένο, όπως του Ιώβ, αλλά υψώνοντας αυτή τη φορά τρία δάκτυλα». Με άλλα λόγια, σκέφτηκα, ο Ιώβ έχει ένα δάκτυλο ανασηκωμένο, ο Ιωάννης δύο και ο Ζαχαρίας τρία. Να βρίσκεται άραγε κάποιου είδους αριθμητικό κλειδί σε αυτήν την λεπτομέρεια, σκέφτηκα;» «Καλέ μου Gregory», είπε ο κ. Somerton, ακουμπώντας το χέρι του στο γόνατο του φίλου του, «αυτό ήταν όντως το κλειδί». Στην αρχή δεν κατάφερνα να βρω τη λογική πίσω από το κρυπτογράφημα, αλλά μετά από δυο τρεις απόπειρες κατάλαβα τι εννοούσε ο Αββάς. Μετά το πρώτο γράμμα της επιγραφής, προσπερνάς ένα γράμμα, εν συνεχεία δύο και κατόπιν τρία. Κοίτα τώρα το αποτέλεσμα. Σημείωσα τα γράμματα που σχηματίζουν λέξεις:

[D]R[E]VI[C]IOP[E]D[M]OO[M]SMV[I]V[L]IS[L]CAV [I]B[A]SB[A]TAO[V]T [R]DI[I]EAM[R]L[E]SI[P]VSP[O]D[S]EE[I]RSE[T]T[A] AE[S]GIA[V]N[N]R F[T]EEA[I]L[N]QD[P]VAI[V]M[T]LE[E]ATT[O]H[I]OO [N]VMC[A]A[T].H.Q.E.

«Το βλέπεις; «Decem millia auri reposita sunt in puteo in at…» («δέκα χιλιάδες χρυσά νομίσματα είναι κρυμμένα στο πηγάδι στο…»), ακολουθούμενο από μία ανολοκλήρωτη λέξη που ξεκινάει από at. Μέχρι εδώ όλα καλά. Ακολούθησα την ίδια μέθοδο με τα υπόλοιπα γράμματα, αλλά δεν έπιανε, οπότε φαντάστηκα ότι οι τελείες που είχαν τοποθετηθεί ανάμεσα στα τρία τελευταία γράμματα ίσως να εξυπονοούσαν μια διαφορετική μέθοδο επίλυσης. Και τότε μου ήρθε ξαφνικά στο νου μια λεπτομέρεια, «μα καλά, δεν υπήρχε μια αναφορά σε κάποιο πηγάδι στην αφήγηση για τον Abbot Thomas σ’ εκείνο το βιβλίο το Sertum;». Φυσικά και υπήρχε! Έχτισε, έλεγε το βιβλίο ένα «puteus in atrio» («ένα πηγάδι στο αίθριο»). Δεν υπήρχε κανένας λόγος να μην δεχτώ ότι η μισαρχινισμένη λέξη που έψαχνα δεν ήταν άλλη απ’ το atrio. Το επόμενο βήμα ήταν να αντιγράψω τα περισσευούμενα γράμματα της επιγραφής, διαγράφοντας τα γράμματα εκείνα που είχα ήδη χρησιμοποιήσει. Το αποτέλεσμα ήταν το εξής:

RVIIOPDOOSMVVISCAVBSBTAOTDIE AMLSIVSPDEERSETAEGIANRFEEALQD VAIMLEATTHOOVMCA.H.Q.E.»

«Ήξερα ότι τα τρία πρώτα γράμματα που έψαχνα ήταν τα γράμματα rio, το υπόλοιπο μισό δηλαδή της λέξης atrio, και όπως μπορείτε να δείτε και τα τρία βρίσκονται ανάμεσα στα πρώτα πέντε γράμματα. Στην αρχή βέβαια μπερδεύτηκα λιγάκι από εκείνη τη διπλή παρουσία του i, αλλά πολύ γρήγορα διαπίστωσα ότι κάθε διπλό γράμμα έπρεπε απλώς να τοποθετηθεί στο υπόλοιπο της επιγραφής. Μπορείτε να το διαπιστώσετε εύκολα και μόνοι σας. Εν πάση περιπτώσει, το αποτέλεσμα μετά από τον πρώτο ‘γύρο’ αποκρυπτογράφησης είχε ως εξής:

rio domus abbatialis de Steinfeld a me, Thoma, qui posui custodem super ea. Gare à qui la touche.»

«Συνεπώς όλο το κρυπτογράφημα είχε ως εξής:

Decem millia auri reposita sunt in puteo in atrio domus abbatialis de Steinfeld a me, Thoma, qui posui custodem super ea. Gare à qui la touche.»[21]

«Η τελευταία φράση στα γαλλικά, οφείλω να πω, ήταν ένα τέχνασμα του Abbot Thomas. Το είχα ήδη βρει χαραγμένο από το χέρι του σε ένα άλλο βιτρώ στο παρεκκλήσι του Λόρδου Δ. και το είχε ξαναχρησιμοποιήσει και στο κρυπτογράφημα, μολονότι δεν ήταν εντελώς σωστό από γραμματικής άποψης.»

«Και σε ρωτώ, καλέ μου Gregory, τι θα επιχειρούσε να πράξει ένα οποιοδήποτε ανθρώπινο πλάσμα στη θέση μου; Θα είχε αντισταθεί άραγε στον πειρασμό να ξεκινήσει ευθύς αμέσως για το Steinfeld προς άγραν του κρυμμένου θησαυρού; Δεν νομίζω πως θα μπορούσε. Σε κάθε περίπτωση εγώ δεν μπορούσα, και όπως καταλαβαίνεις, ξεκίνησα αμέσως για το Steinfeld, εκμεταλλευόμενος στο έπακρο κάθε μέσο της τεχνολογικής προόδου που θα μπορούσε να με μεταφέρει μια ώρα αρχύτερα εκεί, και εγκαταστάθηκα στο πανδοχείο που με βρήκες. Οφείλω να ομολογήσω πως μια παράξενη, δυσοίωνη διαίσθηση με διακατείχε· διαίσθηση που μοιραζόταν ανάμεσα σε ένα αίσθημα απογοήτευσης και σ’ ένα αίσθημα κινδύνου. Διότι, βλέπεις, υπήρχε πάντα η πιθανότητα το πηγάδι του Abbot Thomas να έχει ολοσχερώς γκρεμιστεί, ή ακόμα, κάποιος άλλος, εντελώς αδαής μεν κρυπτογραφημάτων, προικισμένος δε με τύχη, να είχε προλάβει να βάλει χέρι στο θησαυρό πριν από μένα. Κι άλλωστε», στο σημείο αυτό η φωνή του τρεμόπαιξε αισθητά, «δεν χρειάζεται να ομολογήσω ότι εκείνη η μνεία στον φύλακα του θησαυρού παράμενε, μέχρι εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον για μένα, σκοτεινή κι ακατανόητη. Αλλά αν δεν σε πειράζει θα προτιμούσα να μην μιλήσω γι αυτό το ζήτημα παρά μόνο όταν αυτό θα είναι απολύτως απαραίτητο…»

Με την πρώτη ευκαιρία ο Brown κι εγώ αρχίσαμε να εξερευνούμε το μέρος. Εγώ φυσικά είχα παρουσιαστεί ως ένας απλός αρχαιοδίφης που δεν ενδιαφερόταν παρά για τα ερείπια του αβαείου, και ως εκ τούτου δεν μπορούσαμε να γλιτώσουμε, βέβαια, την απαραίτητη επίσκεψη στην εκκλησία, μολονότι εγώ τουλάχιστον λαχταρούσα να βρεθώ το ταχύτερο κάπου αλλού. Παρόλα αυτά οφείλω να ομολογήσω πως δεν με άφηνε τελείως αδιάφορο η ιδέα να δω τα παράθυρα όπου βρισκόταν αρχικά τα βιτρώ, και ιδίως αυτά στην ανατολική και την νότια πτέρυγα. Στο απατηλό φως κάποιου εξ αυτών αντίκρισα ένα βιτρώ που παρέμενε στη θέση του και απεικόνιζε τον ίδιο τον Abbot Thomas καθώς και μία μικροσκοπική φιγούρα που κρατούσε μια περγαμηνή η οποία έγραφε «Oculos habent, et non videbunt»[22], φράση που θεώρησα φυσικά μια νύξη του Αββά στους Κανόνες του.

Ο κύριος σκοπός, όμως, ήταν να εντοπίσουμε που βρισκόταν η κατοικία του Αββά. Απ’ όσο γνωρίζω ποτέ δεν ήταν προσχεδιασμένο και ορισμένο εκ των προτέρων το που ακριβώς θα βρίσκεται η κατοικία του πρεσβύτερου μέσα στο μοναστηριακό σύμπλεγμα, αλλά συνήθως, και για καθαρά πρακτικούς λόγους, βρισκόταν, όπως ακριβώς και η Τράπεζα, στην ανατολική πλευρά του μοναστηριού ή επικοινωνούσε, όπως ακριβώς και οι Κοιτώνες, με κάποια από τις πτέρυγες της εκκλησίας. Θεώρησα, όμως, ότι αν έκανα υπερβολικά πολλές ερωτήσεις ενδεχομένως και να ήγειρα τις υποψίες των ντόπιων και να ξυπνούσα τις παμπάλαιες αναμνήσεις τις σχετικές με τον θησαυρό, οπότε και αποφάσισα να δοκιμάσω να την αναζητήσω μόνος μου με μόνο οδηγό την τύχη μου. Αποδείχτηκε τελικά πως δεν ήταν μια ιδιαίτερα μακρά η δύσκολη αναζήτηση. Αυτός ο ανοιχτός χώρος ο περιτριγυρισμένο από τρεις τοίχους νοτιοανατολικά της εκκλησίας, με τις πεσμένες κολόνες και το χορταριασμένο πλακόστρωτο, που είδες σήμερα το πρωί, αρχικά ήταν η κατοικία του Αββά. Η χαρά που συνόδευσε την ανακάλυψη αυτή έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν συνειδητοποίησα αφενός πως εδώ και καιρό το μέρος αυτό δεν χρησιμοποιούταν καθ’ οιονδήποτε τρόπο είτε από την εκκλησία είτε από τους χωρικούς, και αφετέρου πως βρισκόταν αρκετά κοντά στο πανδοχείο όπου είχαμε καταλύσει. Επίσης, ήταν απόμερο και ικανοποιητικά απομακρυσμένο από κάθε κατοικημένο κτίριο· γύρω-γύρω, στις πλαγιές ανατολικά της εκκλησίας, δεν υπήρχαν παρά μπαξέδες και στάβλοι. Σου ορκίζομαι πως στο υπέροχο απογευματάκι της Πέμπτης εκείνης όλος ο τόπος λαμποκοπούσε μέσα στο κάπως υδαρές κιτρινωπό ηλιοβασίλεμα.

Έπειτα ήταν το πηγάδι. Όπως θα μπόρεσες ενδεχομένως να παρατηρήσεις πρόκειται για μια κατασκευή πραγματικά αξιοθαύμαστη. Το φιλιατρό είναι από ιταλικό μάρμαρο και τα χαρακτικά που το κοσμούν είναι επίσης, νομίζω, ιταλικά. Υπήρχαν ανάγλυφα που απεικόνιζαν, όπως ίσως να θυμάσαι, τον Ελιάζαρ και τη Ρεβέκκα, τον Ιακώβ να ανοίγει το πηγάδι για τη Ραχήλ, και άλλες αντίστοιχης θεματικής παραστάσεις. Παρόλα αυτά πουθενά στο πηγάδι δεν υπήρχε κάποια από τις γνωστές, κυνικές και υπαινικτικές, επιγραφές του Αββά.

Εξέτασα, που λες, την όλη κατασκευή με το πιο έντονο ενδιαφέρον. Το σύμπλεγμα, εκτός από το ίδιο το πηγάδι, αποτελούταν από μια τετραγωνισμένη βάση, με ένα άνοιγμα στην μία πλευρά, μία αψίδα που το σκέπαζε – ο τροχός για το σκοινί κρεμόταν από κει – η οποία βρισκόταν σε πολύ καλή κατάσταση, παρόλο που είχε πάψει να χρησιμοποιείται τα τελευταία εξήντα περίπου χρόνια. Έπειτα υπήρχε το ζήτημα του βάθους και της πρόσβασης στο εσωτερικό. Υπολόγισα ότι το βάθος ήταν εξήντα με εβδομήντα πάνω-κάτω πόδια. Όσο για το δεύτερο ζήτημα ήταν προφανές ότι ο Αββάς είχε κάνει ότι περνούσε από το χέρι του για να οδηγήσει τους επίδοξους θηρευτές του χαμένου θησαυρού ίσαμε το κατώφλι του θησαυροφυλακίου του, διότι, όπως προφανώς παρατήρησες κι ο ίδιος, υπήρχαν προσεχτικά τοποθετημένες μεγάλες πέτρες στο εσωτερικό της λιθοδομής, οι οποίες σχηματίζοντας σχεδόν κανονική σκάλα, έτσι όπως είχαν τοποθετηθεί περιμετρικά στο εσωτερικό του πηγαδιού, οδηγούσανε κατευθείαν στον πάτο.

Έμοιαζε σχεδόν υπερβολικά εύκολο για να είναι αληθινό. Αναρωτήθηκα μήπως υπήρχε κάποιου είδους παγίδα· μήπως οι πέτρες ήταν φαγωμένες ή με τέτοιο τρόπο τοποθετημένες ώστε να υποχωρήσουν με το παραμικρό βάρος που θα τοποθετούνταν πάνω τους. Δοκίμασα λοιπόν αρκετές φορές είτε με ένα ραβδί είτε πατώντας ο ίδιος πάνω τους την αντοχή τους και διαπίστωσα πως ήταν εντελώς στέρεες. Τελικά κατέληξα στο ότι ο Brown κι εγώ μπορούσαμε να προβούμε σε ένα κάπως πιο τολμηρό πείραμα το ίδιο εκείνο βράδυ.

Ήμουν καλά προετοιμασμένος. Γνωρίζοντας ότι το κυνήγι του θησαυρού περιελάμβανε την κατάβαση σε ένα πηγάδι είχα φέρει μαζί μου πολλά μέτρα καλό σκοινί και ταινίες χοντρού υφάσματος, για να δεθώ μ’ αυτές, και ράβδους για να κρατιέμαι καθώς και δάδες και κεριά και λοστούς – ό,τι εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε να χωρέσει σε μια μεγάλη σάκα χωρίς να προκαλέσει υποψίες. Αφού σιγουρεύτηκα ότι το σκοινί θα επαρκούσε και ότι το τροχός για τον κουβά ήταν σε αρκετά καλή κατάσταση, ώστε να κατεβάσει ένα αρκετά βαρύ σώμα, τα μαζέψαμε όλα και γυρίσαμε στο πανδοχείο για να δειπνήσουμε.

Κατά τη διάρκεια του δείπνου είχα μια προσεκτική συζήτηση με τον πανδοχέα και φρόντισα να σιγουρευτώ ότι δεν θα παραξενευόταν ιδιαίτερα αν έβγαινα έξω για ένα περίπατο με τον υπηρέτη μου κατά τις εννέα προκειμένου (συγχώρα με Θεέ  μου!) να σχεδιάσω το αβαείο υπό το σεληνόφως. Δεν είχα κάνει μέχρι εκείνη τη στιγμή καμιά ερώτηση σχετικά με το πηγάδι και δεν σκόπευα να κάνω βέβαια τώρα. Φανταζόμουν, άλλωστε, ότι γνώριζα ήδη γι αυτό όσα και οποιοσδήποτε άλλος στο Steinfeld – και σε κάθε περίπτωση δεν θέλω να ξέρω τίποτα περισσότερο πια.

Και όπως καταλαβαίνεις φτάσαμε και στο κρίσιμο σημείο – και μολονότι που ανατριχιάζω και μόνο που το σκέφτομαι και τρέμω να το ανακαλέσω στη μνήμη μου – καλέ μου Gregory, είμαι σίγουρος πως θα ήταν καλύτερο για μένα να αφηγηθώ τα περιστατικά όπως ακριβώς έγιναν. Ξεκινήσαμε, που λες, ο Brown κι εγώ, κατά τις εννέα με τη σάκα μας και χωρίς να κινήσουμε την παραμικρή υποψία φτάσαμε στον προορισμό μας. Κι αυτό διότι καταφέραμε να γλιστρήσουμε ανενόχλητοι μέχρι την πίσω εσωτερική αυλή του πανδοχείου κι από κει σ’ έναν στενό δρομίσκο που μας έβγαλε σχεδόν ίσαμε το τέρμα του χωριού. Μέσα σε πέντε λεπτά ήμασταν στο πηγάδι και καθίσαμε μερικά λεπτά χωρίς να κάνουμε τίποτα το ιδιαίτερο, προκειμένου να βεβαιωθούμε πως ήμασταν ολομόναχοι και πως κανένα αδιάκριτο μάτι δεν μας κατασκόπευε. Το μόνο που ακούσαμε ήταν μερικά άλογα να σκάβουν το χώμα με τις οπλές τους κάπου μακριά στους πρόποδες του ανατολικού λόφου. Τα είχαμε, λοιπόν, καταφέρει να περάσουμε τελείως απαρατήρητοι και είχαμε ένα λαμπρό φως να μας φωτίζει χάρη στην πανσέληνο, οπότε βαλθήκαμε να δένουμε με προσοχή το σκοινί στον τροχό. Εν συνεχεία ασφάλισα τις υφασμάτινες ταινίες γύρω απ’ το κορμί μου κάτω απ’ τις μασχάλες. Έπειτα δέσαμε το σκοινί πολύ σφιχτά σε έναν κρίκο στην λιθοδομή. Ο Brown πήρε μια δάδα και με ακολούθησε· εγώ πήγαινα μπροστά κρατώντας ένα λοστό. Και έτσι ξεκινήσαμε να κατεβαίνουμε με προσοχή, δοκιμάζοντας την κάθε πέτρα στην οποία ακουμπούσαμε προτού πατήσουμε και ψηλαφώντας τους τοίχους σε αναζήτηση κάποιου σημαδιού ή σημαδεμένης πέτρας.

Κατεβαίνοντας μετρούσα σχεδόν φωναχτά τα ‘σκαλοπάτια’ και έτσι ξέρω πως είχαμε φτάσει ήδη στο τριακοστό-όγδοο μέχρι να παρατηρήσουμε κάτι το ασυνήθιστο στην επιφάνεια της λιθοδομής. Θυμάμαι μάλιστα πως ακριβώς τη στιγμή εκείνη, μην βλέποντας το παραμικρό σημάδι, είχα αρχίσει να νιώθω κάπως κενός και να αναρωτιέμαι μήπως το κρυπτογράφημα του αββά δεν ήταν σε τελική ανάλυση παρά καμιά καλοστημένη φάρσα. Και τότε, στο τριακοστό-ένατο ‘σκαλοπάτι’ η ‘σκάλα’ ξαφνικά τελείωνε. Με βαριά καρδιά και αργές κινήσεις ξεκίνησα να ανεβαίνω προς τα πίσω και όταν έφτασα πάλι στο τριακοστό-όγδοο σκαλοπάτι – ο Brown με τη δάδα ήταν ένα-δυο σκαλοπάτια πιο πάνω μου – πήρα να εξερευνώ εξονυχιστικά την επιφάνεια της λιθοδομής με όλη μου την προσοχή χωρίς ωστόσο να μπορώ να διακρίνω κανένα σημάδι.

Τότε συνειδητοποίησα ότι η σύνθεση της επιφάνειας στο σημείο εκείνο έμοιαζε κάπως πιο λεία ή, έστω, ότι σε κάθε περίπτωση ήταν κάπως διαφορετική. Θυμάμαι μάλιστα πως σκέφτηκα πως θα μπορούσε να είναι αμμοκονίαμα και όχι πέτρα. Έδωσα στο σημείο εκείνο ένα δυνατό χτύπημα με το λοστό μου. Ένας υπόκωφος και κούφιος ήχος αντήχησε στο πηγάδι, αν και αυτό θα μπορούσε ίσως να οφείλεται στην ηχώ. Υπήρχε όμως και κάτι άλλο. Από το σημείο που είχα χτυπήσει έπεσε ένα μεγάλο κομμάτι αμμοκονιάματος και μπόρεσα να δω σημάδια στην πέτρα από κάτω. Είχα στα χέρια μου το μυστικό του αββά, καλέ μου Gregory· ακόμα και τώρα δεν μπορώ παρά να το αναλογίζομαι με μια σχετική περηφάνια. Δεν χρειάστηκαν παρά μερικά ακόμα χτυπήματα και όλο το αμμοκονίαμα είχε πέσει. Από κάτω υπήρχε μια τετράγωνη λίθινη πλάκα έκτασης δύο περίπου ποδιών που πάνω της ήταν χαραγμένος ένας μεγάλος σταυρός. Απογοήτευση ξανά, αλλά αυτή τη φορά δεν πρόλαβε να κρατήσει πολύ. Ήσουν εσύ τότε, Brown, που μου έδωσες τη λύση κάνοντας μια τυπική παρατήρηση. Είπες, αν θυμάμαι καλά:

«Μα την πίστη μου, κομμάτι περίεργος ο σταυρός τούτος: μοιάζει με μια αρμαθιά από μάτια!»

Άρπαξα τότε τη δάδα από το χέρι σου και είδα με άφατη ικανοποίηση ότι ο σταυρός αποτελούταν από εφτά μάτια, τέσσερα σε κάθετη διάταξη και τρία σε οριζόντια. Έτσι και η τελευταία από τις περγαμηνές στο παράθυρο εξηγούταν με ένα σημάδι που βρισκόταν επί τόπου, όπως ακριβώς είχα υποθέσει. Εδώ ήταν λοιπόν και ο λίθος μου «με τους επτά οφθαλμούς». Μέχρι εδώ όλες οι πληροφορίες του αββά υπήρξαν ακριβείς, και όσο το αναλογιζόμουν αυτό η ανησυχία για τον μυστηριώδη και σκοτεινό «φύλακα» του θησαυρού επέστρεψε ξαφνικά και με αυξημένη ένταση άδραξε την καρδιά μου. Παρόλα αυτά δεν σκόπευα βέβαια να υπαναχωρήσω τώρα, ένα βήμα πριν από την εύρεση του θησαυρού!

Προτού να δώσω τον καιρό στον εαυτό μου να σκεφτεί και να ανησυχήσει περισσότερο, αφαίρεσα και το υπόλοιπο αμμοκονίαμα γύρω από το σημάδι και έδωσα στην δεξιά πλευρά ένα γερό χτύπημα με το λοστό μου. Υποχώρησε αμέσως και είδα ότι δεν ήταν παρά μια λεπτή, ελαφριά πλάκα, που μπορούσα να σηκώσω με άνεση και μόνος μου, που έφραζε την είσοδο μιας κοιλότητας. Την σήκωσα τότε όντως ακέραια και την ακούμπησα σε ένα σκαλοπάτι με προσοχή, καθόσον θα μπορούσε να αποδειχτεί υπερβολικά σημαντικό το αν θα έπρεπε ή όχι να την επανατοποθετήσουμε στη θέση της. Εκείνη τη στιγμή σταμάτησα και περίμενα αρκετά, ατελείωτα λεπτά στο σκαλοπάτι ακριβώς από πάνω. Δεν ξέρω γιατί, αλλά περίμενα να δω κανένα απόκοσμο και φρικιαστικό πλάσμα να πετιέται έξω. Ωστόσο τίποτα δεν συνέβη. Τότε άναψα ένα κερί και με πολύ προσοχή το τοποθέτησα στο εσωτερικό της κοιλότητας, με την σκέψη πως θα έπρεπε πριν μπω να διαπιστώσω για τυχόν ανωμαλίες στον αέρα, κάποιο δηλητηριώδες αέριο ίσως, και να ρίξω επίσης μια ματιά στο εσωτερικό. Και όντως υπήρχε κάτι το φαύλο στον αέρα που έσβησε σχεδόν την φλόγα εντελώς, αλλά μετά από λίγο είχε προφανώς εξαερωθεί καθώς η φλόγα του κεριού άρχισε να επανέρχεται και να καίει κανονικά. Η κοιλότητα ήταν αρκετά βαθιά και εκτεινόταν επίσης τόσο προς τα αριστερά όσο και προς τα δεξιά της εισόδου, και από κει που στεκόμουν μπορούσα να δω ορισμένα στρογγυλά, φωτεινά αντικείμενα που θα μπορούσε να ήτανε σάκοι. Δεν είχε νόημα να περιμένουμε περισσότερο. Έφερα το πρόσωπο μου μπροστά στην κοιλότητα και κοίταξα μέσα. Δεν υπήρχε τίποτα ακριβώς μπροστά στην είσοδο της κοιλότητας. Έβαλα μέσα το χέρι μου και το κατεύθυνα προς τα δεξιά πολύ επιφυλακτικά…

«Βάλε μου ένα ποτήρι με κονιάκ, σε παρακαλώ, Brown. Θα συνεχίσω αμέσως, Gregory, περίμενε, σε παρακαλώ ένα λεπτό…»

Λοιπόν, έβαλα το χέρι μου προς τα δεξιά και τότε τα δάχτυλα μου αγγίξαν κάτι καμπυλωτό που είχε την ίδια αίσθηση – ναι – κατά το μάλλον ή ήττον με δέρμα. Υγρό ήταν και προφανώς μέρος κάποιου πολύ βαρύτερου πράγματος. Οφείλω να πω πως δεν υπήρχε τίποτα που να προκαλεί το παραμικρό ίχνος ανησυχίας ή να σε βάζει σ’ επιφυλακή. Όλα έμοιαζαν φυσιολογικά, οπότε ξεθάρρεψα και έβαλα μέσα και τα δύο μου χέρια όσο καλύτερα μπορούσα. Καθώς το τραβούσα προς την είσοδο, ο αριστερός μου αγκώνας σκούντηξε το κερί με αποτέλεσμα να το σβήσει. Είχα φέρει το πράγμα μέχρι το στόμιο της κοιλότητας και πήρα να το τραβάω προς τα έξω. Τότε ακριβώς ο Brown έβγαλε ένα έντρομο επιφώνημα και όρμησε στα σκαλοπάτια προς τα πάνω με τη δάδα. Θα σου πει ο ίδιος σε λίγο γιατί. Έτσι ξαφνιασμένος καθώς ήμουνα είχα απομείνει ακίνητος να τον κοιτάω απορημένα από πίσω να ανεβαίνει, όταν τον είδα να κοντοστέκεται για ένα λεπτό στο στόμιο, έπειτα να εξαφανίζεται για λίγο κι εν συνεχεία να επιστρέφει στο στόμιο. Τότε τον άκουσα να λέει χαμηλόφωνα. «Εντάξει, κύριε» και άρχισε να τραβά το σκοινί μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Και τότε εκείνο στάθηκε για μια στιγμή στην άκρη της κοιλότητας, γλίστρησε μπροστά, πάνω στο στήθος μου, και τύλιξε τα χέρια του στο λαιμό μου…

Καλέ μου Gregory σου λέω όλη την αλήθεια. Πιστεύω πως τώρα είμαι εξοικειωμένος πια με τον υπέρτατο τρόμο και την αποστροφή που μπορεί κανείς να υπομείνει δίχως να χάσει τα λογικά του. Δεν μπορώ παρά να σου μεταφέρω το περίγραμμα μονάχα της εμπειρίας. Όχι την εμπειρία την ίδια. Εντελώς ξαφνικά με χτύπησε στα ρουθούνια η φριχτή αποφορά της μούχλας και της αποσύνθεσης και ένα παγωμένο πρόσωπο κάποιου είδους πίεζε σφιχτά το δικό μου και κινούταν αργά προς το μέρος μου και πολλά – κι εγώ δεν ξέρω πόσα – χέρια ή πόδια ή πλοκάμια ή και γω δεν ξέρω τι άλλο προσπαθούσαν να τυλίξουν το κορμί μου. Ούρλιαζα, λέει ο Brown, σαν θηρίο και παραπάτησα προς τα πίσω και έπεσα και το πλάσμα γλίστρησε προς τα έξω και στάθηκε στο σκαλοπάτι που μέχρι πριν από λίγο στεκόμουν εγώ. Ευτυχώς οι ταινίες υφάσματος με τις οποίες είχα δεθεί με κρατούσαν σφιχτά και δεν μ’ αφήνανε να πέσω. Ο Brown δεν έχασε την ψυχραιμία του και άρχισε να με τραβάει με δύναμη προς τα πάνω ώσπου με έβγαλε έξω κατά περίεργο τρόπο σώο και αβλαβή. Πως τα κατάφερε ούτε κι εγώ δεν ξέρω και θαρρώ πως και να τον ρωτήσεις ακόμα ούτε κι ο ίδιος δεν θα ξέρει καλά-καλά να σου πει. Νομίζω πως κατάφερε να κρύψει τα εργαλεία μας στο εγκαταλελειμμένο κτίριο παραδίπλα, και με μεγάλη δυσκολία με έσυρε μέχρι το πανδοχείο. Δεν ήμουν βέβαια σε θέση να εξηγήσω τίποτα στην κατάσταση που βρισκόμουν, κι ο Brown δεν ξέρει γερμανικά. Το επόμενο πρωί είπα στους ανθρώπους πως είχα κάποια άσχημη πτώση στα ερείπια του αβαείου, δικαιολογία την οποία υποθέτω πιστέψαν. Και τώρα προτού προχωρήσω, θα ήθελα να ακούσεις τον απολογισμό εκείνων των ελάχιστων λεπτών όπως τα βίωσε ο Brown. Πες στον εφημέριο, Brown, αυτά που μου είπες και μένα.

«Το λοιπόν, κύριε» είπε ο Brown, μιλώντας χαμηλόφωνα και νευρικά, «το πράγμα έγινε κάπως έτσι. Ο αφέντης ήταν απασχολημένος κάτου στην τρούπα και γω κράταγα το στουπί και κοίταγα και ξάφνου ακούγω κάτι σαν να πέφτει στο νερό από πάνου και νόμιζα πως κάτι έπεσε και κοίταγα προς τα πάνου να ιδώ και τι βλέπω, μα το Θεό κύριε, ένα κεφάλι να μας κοιτά με κακία. Και τότε εγώ φώναξα και πήρα να σκαρφαλώνω πάλι προς τα πάνου και το φως απ’ το στουπί έπεφτε στη φάτσα του και τήνε φώτιζε και μα την πίστη μου, να μην με λένε Brown σάματις δεν ήταν η πιο πίβουλη φάτσα που ‘δα ποτές στη ζωή μου. Άνθρωπος κακός και με τη φάτσα που του ‘πρεπε κι ύποπτος σκέφτηκα τότε εγώ. Κι ανέβαινα τις σκάλες τόσο γλήγορα που τώρα σας τα ιστορώ και σάματις ήβγα όξω και πάτουνα τα ποδάρια μου στο χώμα να μην υπάρχει ψυχή που να βλέπω! Και όχι που να υπήρχε ο χρόνος να το σκάσει κανείς, μα το λόγο μου, έτσι γλήγορα που ανέβηκα μηδέ να κρύβεται πουθενά κοντά στο πηγάδι μηδέ τίποτις. Κι έτσι που στέκομουν χαζεμένος να κοιτώ γύρω μου σαν το βλάκα ακούω τον αφέντη να φωνάζει κάτι φωνές φοβερές και σκύβω να δω και ότι που έβλεπα ήταν εκείνος να κρέμεται στο σκοινί σα τσουβάλι και όπως τα λέει κι ο αφέντης πως τον ανέβασα πάνου μηδέ κι εγώ που το ξέρω.»

«Ακούς καλέ μου Gregory; είπε ο κ. Somerton. Τώρα τι εξήγηση θα έδινες εσύ σε ένα τέτοιο περιστατικό;»

«Για όνομα του Χριστού! Η όλη υπόθεση είναι τόσο φρικτή και τόσο αφύσικη που οφείλω να ομολογήσω πως δεν ξέρω κι εγώ τι να πω! Ωστόσο, η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό ακούγοντας τώρα την αφήγηση του Brown είναι πως, χμ, λοιπόν, το πρόσωπο που έστησε την παγίδα ίσως και να είχε επιστρέψει μόνο και μόνο για να δει το απαίσιο σχέδιο του να επιτυγχάνει!»

«Ακριβώς, καλέ μου Gregory, ακριβώς. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο, οπότε, πιθανόν, πιθανόν λέω, αν έχει κάποιο νόημα να πω κάτι τέτοιο, πρέπει να ήταν ο ίδιος ο αββάς… σε κάθε περίπτωση δεν έχω τίποτε άλλο ιδιαίτερο να σου αφηγηθώ. Πέρασα μια αξιοθρήνητη νύχτα και δόξα τω Θεώ που ο Brown δεν έφυγε λεπτό απ’ το προσκεφάλι μου. Αλλά κι η επόμενη μέρα δεν ήταν καθόλου καλύτερη· ανίκανος να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι, και γιατρός να μην υπάρχει πουθενά – αλλά κι ακόμα κι αν βρισκόταν δεν είμαι και τόσο σίγουρος πως θα μπορούσε να κάνει και πολλά πράγματα για την περίσταση μου. Είπα τότε στον Brown να σου γράψει και πέρασα μια δεύτερη συνεχόμενη απαίσια και φρικτή νύχτα. Και, καλέ μου Gregory, σε διαβεβαιώ, αυτό με επηρέασε ακόμα περισσότερο κι από το αρχικό σοκ διότι κράτησε περισσότερο· υπήρχε κάποιος ή κάτι που περιφερόταν στο διάδρομο έξω από την πόρτα του δωματίου μου όλη την νύχτα σαν να φρουρούσε το χώρο για να μην φύγει κανείς. Κάποια στιγμή μάλιστα μου φάνηκε πως ήτανε δύο τα πλάσματα. Και δεν ήταν μόνο χαμηλές φωνές και μουρμουρητά που άκουγα από καιρού εις καιρόν καθόλην τη διάρκεια των σκοτεινών κι ατέλειωτων ωρών της νύχτας, ήταν κι εκείνη η αποφορά – η φρικτή αποφορά της μούχλας και της σαπίλας. Όσα κουρέλια φορούσα εκείνη την πρώτη νύχτα – γιατί μετά την νυχτερινή μου περιπέτεια τα ρούχα μου είχαν τελείως κουρελιαστεί – τα έβγαλα και τα έδωσα στον Brown να τα πετάξει. Τα ξεφορτώθηκε νομίζω στην σόμπα του δωματίου του καίγοντας ένα-ένα. Κι όμως, η φρικτή εκείνη μυρωδιά δεν έλεγε να φύγει, τόσο έντονη ήταν όσο και μέσα στο πηγάδι – και το κυριότερο, ερχόταν απ’ έξω ακριβώς απ’ την πόρτα μου. Τελικά με τις πρώτες ακτίνες φωτός την αυγή υποχώρησε και σταδιακά εξαφανίστηκε εντελώς και το γεγονός αυτό με έπεισε πως το πλάσμα, ή τα πλάσματα, ήτανε πλάσματα της νύχτας και δεν μπορούσαν να αντέξουν το φως της μέρας. Και τότε ήτανε που συμπέρανα πως αν έβαζε κάποιος ξανά την πλάκα στη θέση της, τα πλάσματα θα ήταν ανίσχυρα μέχρι να μετακινούσε κάποιος την πλάκα ξανά. Έπρεπε να περιμένω βέβαια μέχρι να έρθεις εδώ για να γίνει αυτό. Δεν μπορούσα βέβαια να στείλω τον Brown μόνο του εκεί πέρα, πόσο μάλλον να ζητήσω από κάποιον από τους ντόπιους να την βάλει στη θέση της για μένα.

Λοιπόν, αυτή ήταν η ιστορία μου· κι αν δεν την πιστεύεις, δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω κάτι γι αυτό, αν και είμαι σίγουρος πως έχεις ήδη πειστεί για την αλήθεια της.»

«Πράγματι», απάντησε ο κ. Gregory, «άλλωστε δεν έχω κι άλλη επιλογή! Πρέπει να την πιστέψω. Είδα το πηγάδι και την πλάκα με τα ίδια μου τα μάτια και έριξα μια φευγαλέα ματιά στους σάκους που βρίσκονταν στην τρύπα. Και για να είμαι ειλικρινής, Somerton, πιστεύω πως και η δικιά μου πόρτα φυλασσόταν χτες το βράδυ.»

«Α, όσο γι αυτό να είσαι σίγουρος, καλέ μου Gregory! Αλλά δόξα τω Θεώ όλα τελείωσαν. Έχεις παρεμπιπτόντως να πεις τίποτα για τον φρικτό τόπο που κι εσύ ο ίδιος επισκέφτηκες;»

«Πολύ λίγα», ήταν η απάντηση. «Ο Brown κι εγώ κατορθώσαμε με ευκολία να τοποθετήσουμε την πλάκα πίσω στην θέση της, και την στερεώσαμε γερά με τις ράβδους και τις σφήνες με τις οποίες τον είχες εφοδιάσει, και εν συνεχεία καλύψαμε την επιφάνεια με ένα στρώμα λάσπης ώστε να μην φαίνεται καμιά απολύτως διαφορά από την υπόλοιπη λιθοδομή. Ένα μόνο πράγμα παρατήρησα που ίσως ξέφυγε της προσοχής σου: στο ανάγλυφο που κοσμούσε το πηγάδι, σε κάποια γωνιά υπήρχε χαραγμένο εκείνο το αλλόκοσμο, κάπως γκροτέσκο, πλάσμα – ένα πλάσμα που έμοιαζε κάπως με βάτραχο, αν έπρεπε πάση θυσία να το παρομοιάσω με κάτι και το οποίο στεφάνωνε μια επιγραφή με δυο μονάχα λέξεις «Depositum custodi»[23].

***

Πρώτες δημοσιεύσεις:

http://www.vakxikon.gr/content/view/223/274/lang,el/

http://www.vakxikon.gr/content/view/357/603/lang,el/

http://www.vakxikon.gr/content/view/325/790/lang,el/

http://www.vakxikon.gr/content/view/387/1293/lang,el/


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Τα μεταφρασμένα κείμενα θα δημοσιεύονται σε συνέχειες, ένα σε κάθε τεύχος. Η σειρά δημοσίευσης θα είναι αυθαίρετη και δεν θα ακολουθήσει μια χρονική-γραμμική λογική αλλά τις εκάστοτε μεταφραστικές προτεραιότητες του μεταφραστή…

[2] Πρβλ. M. BAKHTINE, L’œuvre de François Rabelais et la culture populaire au Moyen Âge et sous la Renaissance, Paris, 1970, σ. 46.

[3] Πρβλ. M. PRAZ, « Introductory Essay », Three Gothic Novels, Middlesex, England, 1968, σ. 20-24.

[4] Πρβλ. M. PRAZ, « Introductory Essay », Three Gothic Novels, Middlesex, England, 1968, σ. 8-10.

[5] « Αυτός που δεν έχει παρά μόνο μια στιγμή ακόμα να ζήσει / δεν έχει τίποτα πια ν’ αποκρύψει »

[6] Θερμός τυφώνας των τροπικών.

[7] Καραβόσκοινα με τα οποία στρέφονται τα πανιά.

[8] Εννοεί τον δεύτερο καπετάνιο.

[9] Τριγωνικό πανί που τοποθετείται ανάμεσα στους ιστούς.

[10] Ανακάλυψη.

[11] Το σχόλιο αυτό φαίνεται να είναι κατευθείαν αναφορά στο έργο του διάσημου αρχαιολάτρη και χαράκτη του 18ου αι. Robert Wood: Το 1753 θα κυκλοφορήσει, ταυτόχρονα σε Λονδίνο και Παρίσι, το The Ruins of Palmyra, otherwise Tadmor, in the desert, το οποίο με το που κυκλοφόρησε γνώρισε τεράστια επιτυχία καθώς οι γκραβούρες και τα χαρακτικά της Παλμύρας που περιείχε δεν άργησαν να ‘ερεθίσουν’ τα αρχαιολατρικά – και αρκούντως οριενταλιστικά – πνεύματα της εποχής και να προκαλέσουν ένα ολόκληρο κύμα περιηγητών στην περιοχή. Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το βιβλίο άσκησε τεράστια επίδραση στην εξέλιξη της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής σε Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία. Το 1757 το The Ruins of Palmyra θα ακολουθήσει το The ruins of Balbec, otherwise Heliopolis in Coelosyria.

[12] Προτίμησα να αφήσω το πρωτότυπο Abbot Thomas παρά να το μεταφράσω σε Αββάς Θωμάς…

[13] Ένας απολογισμός του Πρεμονστρατενσιανού (Premonstratensian) Αβαείου του Steinfeld, στο Eiffel, με βίους Αββάδων, δημοσιευμένο στην Κολωνία το 1712 από τον Christian Albert Erhard, ενός κατοίκου της περιοχής. Το επίθετο Norbertinum οφείλεται στο γεγονός ότι ο Άγιος Norbert ήταν ο ιδρυτής του Πρεμονστρατενσιανού Τάγματος (Σ. τ. Σ.).

[14] Η λατινική μετάφραση της Αγίας Γραφής που έγινε στο τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ. από τον Ιερώνυμο κατ’ εντολή του Πάπα Δάμασου Α’ και υιοθετήθηκε από τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία.

[15] Παράφραση της βιβλικής φράσης: «τόπος δὲ χρυσίου, ὃθεν διηθεῖται», Ιώβ, 28.1.

[16] Παράφραση της φράσης: «καὶ ἔχει ἐπὶ τὸ ἱμάτιον καὶ ἐπὶ τὸν μηρὸν αὐτοῦ ὄνομα γεγραμμένον»  , Αποκάλυψις Ιωάννου, 19.16.

[17] «ἐπὶ τὸν λίθον τὸν ἕνα ἑπτὰ ὀφθαλμοί εἰσιν», Ζαχαρίας 3.9.

[18] Μία πίντα ισοδυναμεί με το ένα όγδοο του γαλονιού.

[19] Στα αγγλικά κείμενα η ηπειρωτική Ευρώπη κατ’ αντιδιαστολή προς τις Βρετανικές νήσους.

[20] Steganographia… Cryptographia… De Augmentis Scientiarum: Ο Joachim Trithemius (1462 – 1516), ήταν ένας Γερμανός μοναχός και λόγιος· εφηύρε ένα σύστημα στενογραφίας που περιγράφει στο έργο του Steganographia, που τυπώθηκε πρώτη φορά στη Φρανκφούρτη το 1606, μολονότι κυκλοφορούσε ήδη από παλαιότερα σε χειρόγραφα. Ο Selenius είναι ο Gustave Selenus, Δούκας του Brunswick – Luneburg. To έργο του Cryptomenytices et Cryptographiae δημοσιεύτηκε το 1624 στο Luneburg. Το De Augmentis Scientiarum είναι η συμπληρωμένη λατινική εκδοχή του The Advancement of Learning του Francis Bacon, που κυκλοφόρησε το 1605.

[21] «Δέκα χιλιάδες χρυσά νομίσματα είναι κρυμμένα στο πηγάδι στο αίθριο της οικείας του Αββά του Steinfeld από εμένα, τον Θωμά, ο οποίος τοποθέτησα εκεί έναν φύλακα να τον φυλάει. Προσοχή σε όποιον τον αγγίξει».

[22] « ὀφθαλμοὺς ἔχουσιν καὶ οὐκ ὄψονται », Ψαλμοί, 113/114. 13

[23] «τὴν παραθήκην φύλαξον», Τιμόθεος 6.20

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 50 other followers

%d bloggers like this: