ΒΡΑΔΙΕΣ ΝΕΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Posted in Επικαιρότητα on Απριλίου 26, 2012 by Le grand écrivain
ΒΡΑΔΙΕΣ ΝΕΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
——
Μετά τις τρεις επιτυχημένες ποιητικές βραδιές, που αγκαλιάστηκαν θερμά από το κοινό, το Θέατρο Άττις (Λεωνίδου 7, Μεταξουργείο, Δευτ. 30/4, 9 μ.μ.) συνεχίζει το αφιέρωμα στους νέους ποιητές τη Δευτέρα 30 Απριλίου, παρουσιάζοντας τον Ζ. Δ. Αϊναλή και τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο
Βραδιές νέων ποιητών αφιερωμένες στη μνήμη του Νίκου Καρούζου

Το καλοκαίρι του 2011, ο καλλιτεχνικός διευθυντής της 3ης Διεθνούς Συνάντησης Αρχαίου Δράματος στη Σικυώνα, Θεόδωρος Τερζόπουλος, κάλεσε νέους Έλληνες ποιητές να παρουσιάσουν το έργο τους. Θέμα της εκδήλωσης ήταν «Η ποίηση της νεότερης γενιάς και η νέα πολιτική συνείδηση». Με αφετηρία την πρώτη αυτή συνάντηση, την τελευταία Δευτέρα κάθε μήνα, δύο ποιητές της νέας γενιάς φιλοξενούνται από το Θέατρο Άττις, παρουσιάζουν την ποίησή τους, συνομιλούν μεταξύ τους και με το κοινό και προσπαθούν να συντάξουν μια νέα απάντηση στο παλαιό ερώτημα: ‘’ και οι ποιητές; τι χρειάζονται οι ποιητές σε έναν μικρόψυχο καιρό;’’

Μια τοπιογραφία της νεότερης ποιητικής γενιάς
Ζούμε σε έναν κόσμο από καταρρέοντα νεόκτιστα, σε μια διαδρομή φρέσκων ερειπίων. Στην Ελλάδα της κρίσης και των επιβεβλημένων επιπτώσεών της, βιώνουμε ένα κενό πολλαπλό. Ένα κενό πολιτικό, ηθικό, πολιτισμικό. Αν κάποιος χτυπιέται περισσότερο από το κενό αυτό, αυτή είναι η νεότερη γενιά. Μια γενιά ηλικιακά αμέτοχη στην δημιουργία του προβλήματος, καλείται να πληρώσει στο ρευστό παρόν, τις αμαρτίες ενός ξένου παρελθόντος, υποθηκεύοντας έτσι το αβέβαιο μέλλον της. Η ιστορία βιώνεται ως προδοσία, η προοπτική ως καταδίκη.
Απέναντι στη φθαρμένη γλώσσα ενός φθαρμένου κόσμου, η νεότερη γενιά καλείται να εφεύρει το δικό της λεξιλόγιο. Η ποίησή της, εκφραστικά πολλαπλή και νωπή στην καταγραφή της, προσπαθεί να αποδείξει το μέλλον. Το ποιητικό ‘’Εμείς’’ συμπαγές και ταυτόχρονα αφηρημένο, χωρίς δόγμα και χωρίς βεβαιότητες, ζητά να προβάλει το πραγματικά νέο απέναντι στις σφραγίδες του κυρίαρχου, με μόνο σκοπό και μόνο μέσο τη φωνή του.

30 Ιανουαρίου: Άννα Γρίβα, Ανέστης Μελιδώνης
27 Φεβρουαρίου: Παναγιώτης Αρβανίτης, Νικόλας Ευαντινός
26 Μαρτίου: Γιώργος Πρεβεδουράκης, Γιάννης Στίγκας
30 Απριλίου: Ζ. Δ. Αϊναλής, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος
28 Μαΐου: Θοδωρής Ρακόπουλος, Θωμάς Τσαλαπάτης

Ώρα έναρξης: 21.00
Είσοδος ελεύθερη.

Επιμέλεια αφιερώματος: Θωμάς Τσαλαπάτης
Οργάνωση παραγωγής: Μαρία Βογιατζή

Χορηγός επικοινωνίας: περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ

Σύντομα βιογραφικά των ποιητών που παρουσιάζονται τη Δευτέρα 30 Απριλίου:

Ζ. Δ. Αϊναλής
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1982. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και παρακολουθεί διδακτορικό στη Βυζαντινή ιστορία και φιλολογία στο Παρίσι. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές του Ηλεκτρογραφία (εκδ. Γαβριηλίδης, 2006), Αποσπάσματα (εκδ. Γαβριηλίδης, 2008) και σε μορφή e-book Η σιωπή του Σίβας (ηλεκτρονικές εκδόσεις του περιοδικού Βακχικόν, 2011). Μεταφράσεις και δοκίμιά του έχουν εκδοθεί σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Επίσης διατηρεί το blog Κενός τίτλος, χώρο δημοσιεύσεων και αναδημοσιεύσεων παλαιότερων κειμένων.
Μιχάλης Παπαντωνόπουλος
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές του Πλάσματα της νύχτας (εκδ. Δωδώνη, 2001), Δ (εκδ. Ερατώ, 2006), Συμεών Βάλας: ένα σχεδίασμα (εκδ. Μελάνι, 2010) και Οι Δώδεκα. Μια ημιτελής συμφωνία (εκδ. Αιγαίον/ Κουκίδα, 2011). Έχει μεταφράσει ποιήματα και πεζά των Γκέοργκ Τρακλ, Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Όσκαρ Ουάιλντ, Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, Νικολάι Γκόγκολ, Νοβάλις κ.α. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Κύπρο και συνεργάζεται με την εφημερίδα Αυγή και άλλα έντυπα.

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος μεταφράζει Πούσκιν – Μαντελστάμ – Μαγιακόφσκι

Posted in Επικαιρότητα on Απριλίου 20, 2012 by Le grand écrivain

ΤΕΤΑΡΤΗ 25 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2012 _ “[1 x 2].i”:

 

ΠΟΥΣΚΙΝ – ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ – ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

ΜΗΤΣΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

 

Την Τετάρτη 25 Απριλίου 2012, στις 19:00 (7:00 μ.μ.) ακριβώς, εγκαινιάζεται η σειρά “1 x 2″ των ποιητικών συναντήσεων «Με τα λόγια (γίνεται)», με μιαν εκδήλωση που τιμά το μεταφραστικό έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, και την ποίηση του Πούσκιν, του Μαντελστάμ, και του Μαγιακόφσκι. Διαβάζουν, στα ρωσσικά, η Σόνια Ιλίνσκαγια και, στα ελληνικά, ο Ζήσης Δ. Αϊναλής.

 

Στο Κέντρο Λόγου και Τέχνης “104″, Θεμιστοκλέους 104, Εξάρχεια, Αθήνα

 

- ώρα προσέλευσης 18:45 (6:45 μ.μ.)

- ώρα έναρξης 19:00 (7:00 μ.μ.) ακριβώς

- πέρας: 20:30 (8:30 μ.μ.) το αργότερο

Antonin Artaud, Le Pèse-nerfs

Posted in European Poetry on Μαρτίου 25, 2012 by Le grand écrivain

Antonin Artaud

Από τη συλλογή Le se-nerfs[1]

(1925)

 

 Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής


    Αισθάνθηκα τότε και πραγματικά ότι ανακόπτετε την ατμόσφαιρα γύρω μου, ότι παριστάνετε το κενό ώστε να μου επιτρέψετε να προχωρήσω, ώστε να δοθεί ένας χώρος σε κάτι εντός μου που υπήρχε δυνάμει μόνο ακόμα, σε μια ολάκερη εικονική βλάστηση, και που όφειλε να γεννηθεί, χάρη στην επιθυμία που ο χώρος που της δινόταν της γεννούσε.

Πολλές φορές βρέθηκα σ’ αυτήν την κατάσταση του απίθανου παράλογου, ώστε να δοκιμάσω να γεννήσω εντός μου τη σκέψη. Δεν υπάρχουμε πολλοί σ’ αυτήν την εποχή που θελήσαμε να κακοποιήσουμε τα πράγματα, να δημιουργήσουμε εντός μας διαστήματα ελεύθερα για τη ζωή, διαστήματα που δεν ήταν και δεν φαίνονταν να έπρεπε να βρουν τη θέση τους στο χώρο.

Κι όμως πολλές φορές εξεπλάγην από τούτη την ισχυρογνωμοσύνη του πνεύματος να επιθυμεί να στοχάζεται σε διαστάσεις και σε διαστήματα, και να συγκεντρώνεται σε καταστάσεις αυθαίρετες πραγμάτων ώστε να στοχάζεται, να στοχάζεται με θραύσματα, με κρυσταλλοειδή, έτσι ώστε κάθε τρόπος του όντος να παραμένει στερεοποιημένος σε μιαν έναρξη, έτσι ώστε η σκέψη να μην είναι σε άμεση και αδιάκοπη επικοινωνία με τα πράγματα, αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε αυτή η εμμονή, αυτή η συγκέντρωση, ετούτο το ψύχος, αυτό το είδος της μνημειοποίησης της ψυχής να παράγεται κατά κάποιον τρόπο ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΚΕΨΗ. Πρόκειται προφανώς για την απαραίτητη προϋπόθεση της δημιουργίας.

Αλλά εξεπλάγην ακόμα περισσότερο από αυτήν την ακαταπόνητη, μετεωρική ψευδαίσθηση, που φυσά εντός μας αυτές τις καθορισμένες, περιγεγραμμένες, στοχασμένες  αρχιτεκτονικές, αυτά τ’ αποκρυσταλλωμένα θραύσματα ψυχής, σαν να μην ήταν αυτά παρά μια μεγάλη σελίδα, εύπλαστη και σε όσμωση με το υπόλοιπο της πραγματικότητας. Και η υπερπραγματικότητα[2] είναι σαν μία πύκνωση, σαν μία ξαφνική συγκέντρωση σε ένα και μόνο σημείο της όσμωσης αυτής, ένα είδος ανταποδομένης επικοινωνίας. Αδυνατώντας να διακρίνω έναν περιορισμό του ελέγχου, βλέπω αντίθετα έναν ακόμη στενότερο έλεγχο, έναν έλεγχο όμως που αντί να δρα, δυσπιστεί, έναν έλεγχο που εμποδίζει τα συναπαντήματα της καθημερινής πραγματικότητας και επιτρέπει τα πλέον εκλεπτυσμένα και τα πλέον σπάνια συναπαντήματα, συναπαντήματα τόσο εξαίρετα λεπτεπίλεπτα ίσαμε τη χορδή, που παίρνει φωτιά και που ποτέ δεν σπα.

Οραματίζομαι μια κατεργασμένη ψυχή που ν’ αναδίνει το θειάφι και το φώσφορο από τούτα τα συναπαντήματα ως την αποκλειστικά αποδεκτή επικράτεια της πραγματικότητας.

Είναι όμως κι εγώ δεν ξέρω ποια ακατονόμαστη, άγνωστη διαύγεια που μου δίνει τον τόνο και την κραυγή και τα κάνει ν’ αντηχούν μέσα μου. Τα αισθάνομαι σε μια συγκεκριμένη ολότητα αδιάλυτη, θέλω να πω στην αίσθηση εκείνη που καμιά αμφιβολία δεν δύναται να δαγκώσει. Κι εγώ σε σχέση μ’ αυτά τα διεγερτικά συναπαντήματα, βρίσκομαι σε μια κατάσταση ελάσσονος δόνησης· θα ήθελα για μια στιγμή να φανταστείτε ένα μη-είναι ακινητοποιημένο, μία μάζα πνεύματος να δραπετεύει για κάπου, να γίνεται εικονικότητα.

Ανάγνωση του υπολοίπου »

Samuel Taylor Coleridge, Περί Ποιήσεως ή Τέχνης

Posted in Meditations, Project Romanticism on Μαρτίου 18, 2012 by Le grand écrivain

Samuel Taylor Coleridge

 

 

Περί Ποιήσεως ή Τέχνης[1]

Μετάφραση Ζ.Δ. Αϊναλής

(από το βιβλίο Ζ.Δ. Αϊναλής – Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Ρομαντική Αισθητική, Κριτική, Αθήνα, 2011)

 —

    Ο άνθρωπος επικοινωνεί με την άρθρωση ήχων και κυρίως με την υπόμνησή τους στο αυτί. Η φύση, απ’ τη μεριά της, με την αποτύπωση των ορίων και των επιφανειών στον οφθαλμό, διότι δια μέσου του οφθαλμού είναι που σημασιοδοτεί και οικειοποιείται, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτόν τις συνθήκες για την γέννηση της μνήμης ως κατάστασης, ή την ικανότητα της ανάκλησης στην μνήμη, καθώς και τις συνθήκες για την ακοή, την όσφρηση κτλ. Η Τέχνη τώρα (ο όρος χρησιμοποιείται συλλογικά για να δηλώσει την ζωγραφική, την γλυπτική, την αρχιτεκτονική και την μουσική), επιτελεί το ρόλο του μεσάζοντος ανάμεσα τους, το ρόλο του συμφιλιωτή ανάμεσα στην φύση και τον άνθρωπο[2]. Πρόκειται, ως εκ τούτου, για την δύναμη ανθρωποποίησης της φύσης, το ενστάλλαγμα των σκέψεων και των παθών του ανθρώπου σε οτιδήποτε αποτελεί το αντικείμενο της ενατένισής του: χρώμα, σχήμα, κίνηση και ήχος, είναι τα στοιχεία που η φύση συνδυάζει και σφραγίζει σε μια κατάσταση ενότητας στο εκμαγείο μιας ηθικής ιδέας.

    Η πυρηνική τέχνη είναι η γραφή[3]· πυρηνική, αν λάβουμε υπόψη μας την πρόθεση που ανακύπτει αποσπώμενη από τους διάφορους τύπους πραγματοποίησής της, εκείνα τα βήματα προς τα εμπρός των οποίων οι διακριτές στιγμές είναι ακόμα ορατές στις χαμηλότερες βαθμίδες του πολιτισμού. Πρώτα είναι η απλή χειρονομία, έπειτα είναι τα κάθε είδους ροζάρια και τα wampum[4], ακολουθούν τα ιερογλυφικά και τέλος το αλφάβητο. Όλα αυτά όμως συνιστούν εκ μέρους του ανθρώπου μια απόπειρα μετάφρασης της φύσης, την υποκατάσταση του ορατού από το ακουστικό.

    Η ούτως αποκαλούμενη μουσική των πρωτόγονων φυλών, ακόμα κι αν ελάχιστα δικαιούται τον τίτλο μιας τέχνης κατανόησης, το αυτί βεβαιώνει πως πρόκειται περί μουσικής. Στην κατώτατη βαθμίδα της δεν είναι παρά μια ατελέστατη έκφραση των παθών δια μέσου των ήχων, έκφραση την οποία το ίδιο το πάθος υπαγορεύει: στην καλύτερη περίπτωση δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά μια εθελούσια αναπαραγωγή αυτών των ήχων και εν απουσία των περιστασιακών αιτιών, προκειμένου να παραχθεί η ηδονή της αντίθεσης – για παράδειγμα, το πέρασμα από τις ποικίλες πολεμικές ιαχές στα άσματα νίκης και θριάμβου. Η ποίηση ωσαύτως είναι γνήσια ανθρώπινη. Διότι όλα τα υλικά της εκπηγάζουν απ’ τον νου, και όλα τα δημιουργήματα της απευθύνονται στον νου. Συνιστά, εντούτοις, την αποθέωση της παλαιότερης κατάστασης, διότι στην ποίηση, δια της διέγερσης της δυνατότητας των συνειρμών, το πάθος το ίδιο μιμείται την τάξη, και η τάξη καταλήγει να δημιουργήσει ένα τέρπον πάθος, και συνεπώς εξυψώνει τον νου καθιστώντας τα συναισθήματά του το αντικείμενο του στοχασμού του. Όταν, λοιπόν, ανακαλεί τις εικόνες και τους ήχους που είχαν συνοδεύσει τις περιστάσεις κατά τις οποίες γεννήθηκε το πραγματικό πάθος, η ποίηση γονιμοποιεί αυτές τις εικόνες και αυτούς τους ήχους με ένα ενδιαφέρον που δεν θα διέθεταν από μόνα τους, και με τα μέσα ακριβώς των παθών, κι ωστόσο καταλαγιάζει το πάθος με την ήρεμη δύναμη την οποία όλες οι επιμέρους εικόνες ασκούν στην ανθρώπινη ψυχή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ποίηση είναι η προετοιμασία για την τέχνη επειδή επωφελείται από τις φυσικές μορφές προκειμένου να ανακαλέσει, να εκφράσει και να τροποποιήσει τις σκέψεις και τα συναισθήματα του νου.

    Παρόλ’ αυτά, η ποίηση μπορεί και δρα μόνο δια της παρέμβασης του αρθρωμένου λόγου, ο οποίος είναι τόσο χαρακτηριστικά ανθρώπινος ώστε σε όλες τις γλώσσες να συνιστά την τυπική έκφραση με την οποία ο άνθρωπος και η φύση αλληλοδιακρίνονται. Η πρωτογενής δύναμη, για παράδειγμα, της λέξης «brute», και ακόμα των λέξεων «mute» και «dumb» είναι ότι δεν αποδίδουν την απουσία ήχου, αλλά την απουσία αρθρωμένων ήχων.

Ανάγνωση του υπολοίπου »

Bruno Filippi, Arte libera di uno spirito libero

Posted in Anarchy and Literature (Αναρχία και Λογοτεχνία) on Μαρτίου 4, 2012 by Le grand écrivain

Bruno Filippi

(1900 – 1919)

Arte libera di uno spirito libero

 

 

Falange di tisici cronici più moralmente che fisicamente, microcefali, zoppi, gobbi, ciechi, visi orrendi, scolpiti dal vizio, dalla sifilide, dall’alcool.

Bocche sdentate, gialle, bavose, a che vomitate contro me orrendi improperi?

Tutto l’odio che vi gorgoglia nella strozza, che vi fa colare due rivoletti di bava agli angoli della bocca, non mi smuove dalla mia indifferenza.

Scuotete pur le pugna avvezze a rivoltar letame! E voi donne insultatemi pure, voi nel cui grembo si perpetua il dolore umano. Siete tutti vili, vili! Esseri spregievoli, degni della frusta! Rettili striscianti in cerca di uno sporco tozzo di pane, cani che leccate la mano di chi vi batte! Ed è per voi, proprio per voi che dovrei insorgere?

Per voi, per i vostri figli e le vostre madri?

Carogne imputridite nella rassegnazione, mummie tarlate di una società in decadenza, voi vi ingannate. Io non darò la più piccola goccia di sangue per la vostra causa, non sacrificherò neanche una sigaretta per voi.

Continuate nella vostra discesa nel fango. Man mano che voi scenderete, io salirò. Io godrò nel vedere la degenerazione che si fa strada entro voi, godo, godo….

Giorno per giorno la fronte vi diviene sfuggente, la bocca patibolare. Giorno per giorno le stimmate della putrefazione avanzata si scorgono sotto la pelle giallastra.

E io rido, rido!…

Che gioia assistere allo sfacelo di un mondo, vedere dovunque sangue, cadaveri, putredine!

Mentre e borghesia e popolo s’ingannano a vicenda e a vicenda si sgozzano.

Io assisto esilarato per tutto questo affannarsi senza scopo.

Là un Kaiser, qui un Wilson ecc…., e dappertutto popoli che si lamentano e non insorgono.

Nel fango, rettili!

Io non voglio unirmi alla coorte dei cortigiani del proletariato, che essi scusano, incensano, ornano di lauri. No, o egregi parolai, la vostra verve non maschera nulla. Il popolo è sempre lì, idiota, vigliacco, rassegnato. Ed io che mi sento superiore, voglio esserlo, e la mia sarà una superiorità che pagheranno e borghesia e proletariato. Languite nella fame, negli stenti, vegetate, bestialmente fecondando uteri in un pullulare di rampolli cenciosi, sucidi, scrofolosi, rachitici.

Forza! Alzate in coro il vostro lamento vigliacco! Dite che avete fame. Stendete la mano di fronte alla vetrina colma di gioielli. Fate, fate! Lamentatevi della guerra, mentre siete voi i suoi autori e i continuatori perchè la sopportate! Ma io fuggo il vostro putridume che vorrebbe insozzarmi. Superbamente solo, rompo le catene che mi avvincono a voi, e mi separo dal gregge dei cani rognosi sommessi al pastore. Solo vagherò per il mondo portando ovunque il mio odio e il mio disprezzo. Solo nella lotta. Solo nella vittoria, e solo nella sconfitta. Le mie idee saranno il veleno che deve finire per intossicarvi e voi tremerete davanti a me come davanti al Re, al supremo!…

E intanto rido alla vostra ridda grottesca e sanguinosa, rido tanto che non vedo più nessuno e mi pare che l’umanità sia una immensa piaga cancrenosa che continuamente sgorga marciume denso e puzzolente. E questa piaga si muove, si agita, si copre di croste che poi scompaiono per poi dar posto a un altro sgorgo di materia puzzolente….

E io rido, rido!…

  Ανάγνωση του υπολοίπου »

Δημήτρης Λεοντζάκος, Ποιήματα

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 2000 - 2012 on Φεβρουαρίου 19, 2012 by Le grand écrivain

Salvador Dali, The Temptation of St. Antony

Δημήτρης Λεοντζάκος

Ποιήματα

[Στο παράλογο έφιπποι]

– σαν θανάσιμοι ιππείς –

Θα αστράφτει ο χρυσός

Κι αργυρά τα λιοντάρια της νύχτας

Και θα μπούμε στην ύπαιθρο χώρα

Στην πόλη

Και θα μπούμε αναβάτες στη νύχτα

Με ανορθόδοξα δώρα

Με γαλάζια πουλιά

Με λεπτών θηλαστικών μελωδίες

Κλουβιά από θώρακες φονικών φαλαινών

Αλαλαζόντων φιδιών οπτασίες

Πλεγμένοι με κέδρους

Δαιδαλώδεις στολές τιμωρών

Απόκρημνες λίμνες για στέμμα

Και θα έρθουν ραγδαίοι ποταμοί

Θα μας ραίνουν την κόμη

Ροδοπέταλα νεαρών κοριτσιών

Και αυτομάτων λέξεις

Ρημάτων ριπές

Και θα έρθει λοξά η αυγή

– των ζωγράφων!–

Με σκοτάδια στα χείλη

Απαλά θα μας τέμνουν τα στιλπνά της στιλέτα

– νεαροί των ιστών ανατόμοι –

Να ανατείλει το σώμα

Να ανθίσουμε στο αίμα

[Μου είπε ο γιατρός]

Είδα ένα κεφάλι ζώου

Και γύρω από αυτό το όνειρο μου

Και ακόμη πιο έξω εγώ πάλι κοιμάμαι

Οι ομόκεντροι κύκλοι μου

Και ακόμη πιο έξω αυτή η ζωή

Η ζωή μου

Θεαματική

Επερχόμενες κερασιές στα μαλλιά μου

Μελλοντικά πουλιά τις τσιμπούν

– σε πονούν –

Και ανθίζουν

Ανάγνωση του υπολοίπου »

Παρά προστάτας νάχωμεν

Posted in Greek Poetry, Επικαιρότητα on Φεβρουαρίου 11, 2012 by Le grand écrivain

Ανδρέας Κάλβος

Αι Ευχαί

α΄.
Tης θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τα κύματα
‘να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
έρημον βάρκαν.     5

β΄.
‘Σ την στεριάν, ‘σ τα νησία
καλήτερα μίαν φλόγα
‘να ιδώ παντού χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
λαούς και ελπίδας.     10

γ΄.
Kαλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
‘να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
ψωμοζητούντες·     15

δ΄.
Παρά προστάτας ‘νάχωμεν.
Mε ποτέ δεν εθάμβωσαν
πλούτη ή μεγάλα ονόματα,
με ποτέ δεν εθάμβωσαν
σκήπτρων ακτίνες.     20

ε΄.
Αν οπόταν πεθαίνη
πονηρός βασιλεύς
έσβυν’ η νύκτα έν’ άστρον,
ήθελον μείνει ολίγα
ουράνια φώτα.     25

ς΄.
Tο χέρι οπού προσφέρετε
ως προστασίας σημείον
εις ξένον έθνος, έπνιξε
και πνίγει τους λαούς σας,
πάλαι, και ακόμα.     30

Ανάγνωση του υπολοίπου »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.