Δημήτρης Λεοντζάκος, Ποιήματα

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 2000 - 2012 on Φεβρουαρίου 19, 2012 by Le grand écrivain

Salvador Dali, The Temptation of St. Antony

Δημήτρης Λεοντζάκος

Ποιήματα

[Στο παράλογο έφιπποι]

– σαν θανάσιμοι ιππείς –

Θα αστράφτει ο χρυσός

Κι αργυρά τα λιοντάρια της νύχτας

Και θα μπούμε στην ύπαιθρο χώρα

Στην πόλη

Και θα μπούμε αναβάτες στη νύχτα

Με ανορθόδοξα δώρα

Με γαλάζια πουλιά

Με λεπτών θηλαστικών μελωδίες

Κλουβιά από θώρακες φονικών φαλαινών

Αλαλαζόντων φιδιών οπτασίες

Πλεγμένοι με κέδρους

Δαιδαλώδεις στολές τιμωρών

Απόκρημνες λίμνες για στέμμα

Και θα έρθουν ραγδαίοι ποταμοί

Θα μας ραίνουν την κόμη

Ροδοπέταλα νεαρών κοριτσιών

Και αυτομάτων λέξεις

Ρημάτων ριπές

Και θα έρθει λοξά η αυγή

– των ζωγράφων!–

Με σκοτάδια στα χείλη

Απαλά θα μας τέμνουν τα στιλπνά της στιλέτα

– νεαροί των ιστών ανατόμοι –

Να ανατείλει το σώμα

Να ανθίσουμε στο αίμα

[Μου είπε ο γιατρός]

Είδα ένα κεφάλι ζώου

Και γύρω από αυτό το όνειρο μου

Και ακόμη πιο έξω εγώ πάλι κοιμάμαι

Οι ομόκεντροι κύκλοι μου

Και ακόμη πιο έξω αυτή η ζωή

Η ζωή μου

Θεαματική

Επερχόμενες κερασιές στα μαλλιά μου

Μελλοντικά πουλιά τις τσιμπούν

– σε πονούν –

Και ανθίζουν

Ανάγνωση του υπολοίπου »

Παρά προστάτας νάχωμεν

Posted in Greek Poetry, Επικαιρότητα on Φεβρουαρίου 11, 2012 by Le grand écrivain

Ανδρέας Κάλβος

Αι Ευχαί

α΄.
Tης θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τα κύματα
‘να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
έρημον βάρκαν.     5

β΄.
‘Σ την στεριάν, ‘σ τα νησία
καλήτερα μίαν φλόγα
‘να ιδώ παντού χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
λαούς και ελπίδας.     10

γ΄.
Kαλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
‘να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
ψωμοζητούντες·     15

δ΄.
Παρά προστάτας ‘νάχωμεν.
Mε ποτέ δεν εθάμβωσαν
πλούτη ή μεγάλα ονόματα,
με ποτέ δεν εθάμβωσαν
σκήπτρων ακτίνες.     20

ε΄.
Αν οπόταν πεθαίνη
πονηρός βασιλεύς
έσβυν’ η νύκτα έν’ άστρον,
ήθελον μείνει ολίγα
ουράνια φώτα.     25

ς΄.
Tο χέρι οπού προσφέρετε
ως προστασίας σημείον
εις ξένον έθνος, έπνιξε
και πνίγει τους λαούς σας,
πάλαι, και ακόμα.     30

Ανάγνωση του υπολοίπου »

Έλσα Παπαγεωργίου, Ο Θίασος ή το παρελθόν ανήκει στο μέλλον

Posted in Cinema, Επικαιρότητα, Μικροκείμενα on Φεβρουαρίου 5, 2012 by Le grand écrivain

Έλσα Παπαγεωργίου

Ο Θίασος ή το παρελθόν ανήκει στο μέλλον

Στο νέο του θανάτου του Θόδωρου Αγγελόπουλου, το πρώτο μέιλ που έλαβα από φίλο και σύντροφο περιείχε το πρώτο δεκαπεντάλεπτο από το Θίασο. Απάντησα με ένα σύντομο απόσπασμα από το Βλέμμα του Οδυσσέα, το γνωστό με τον άλλο μεγάλο απόντα Θανάση Βέγγο, τη φύση και το μπισκότο : «Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σαν λαός. Δεν ξέρω κι εγώ πόσες χιλιάδες χρόνια ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα. Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα ας το κάνει γρήγορα γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο. Μωρή φύσηηηη! Μόνη σου είσαι, μόνος μου είμαι κι εγώ. Πάρε ένα μπισκότο.»

Δυό βράδια αργότερα έκατσα να δω τον Θίασο. Σκέφτηκα έπειτα ότι δύο είναι οι μεγάλες αφηγήσεις μέσα από τις οποίες μαθαίνουμε σχεδόν τα πάντα για την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Και λέω σχεδόν γιατί ποτέ η αφήγηση δεν μπορεί να πει τα πάντα. Ό,τι όμως μπορεί να ειπωθεί για τα ταραγμένα χρόνια που σημάδεψαν αυτή τη γωνιά της Μεσογείου που γνωρίζουμε ως πατρίδα μας, το είπαν οι Ακυβέρνητες πολιτείες του Τσίρκα και ο Θίασος του Αγγελόπουλου. Το πρώτο, αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, έξοχο δείγμα ενός μοντέρνου κομμουνιστικού κοσμοπολιτισμού, αποθεώνει τον τρελό χορό του προσωπικού και του ιστορικού δράματος. Στον Τσίρκα οι ήρωες και οι ηρωίδες είναι πολλοί και πολλές. Ο Μάνος Σιμωνίδης ή «Μεσιέ Καλογιάννος» είναι ο αφηγητής αλλά κι αυτός δεν ξέρει. Μαθαίνει από την Έμμυ, τη Νάνσυ, την Αριάγνη, το Ανθρωπάκι, τον Χέντερλιγκ. Μαθαίνει τόσα πολλά, που στο τέλος πληρώνει με την ίδια του τη ζωή. Γιατί υπάρχει, τελικά, μια βαθιά σχέση ανάμεσα στο θάνατο και τη θέληση για γνώση, όπως μας είπε ο Φουκώ στον πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουλικότητας. Η θέληση για γνώση.

  Ανάγνωση του υπολοίπου »

Paul Adam, Éloge de Ravachol

Posted in Anarchy and Literature (Αναρχία και Λογοτεχνία) on Ιανουαρίου 29, 2012 by Le grand écrivain

Paul Adam (1862 - 1920)

Paul Adam

Éloge de Ravachol

En ce temps les miracles et les saints semblaient vouloir disparaître. On croyait facilement que les âmes contemporaines manquaient de l’esprit de sacrifice. Les martyrs du siècle furent surtout d’obscurs citoyens hallucinés par le tintamarre des mots politiques, puis mitraillés impitoyablement en 1830, en 1848, en 1871 au bénéfice de certaines situations parlementaires que se préparaient ainsi des avocats violents et sournois ; et il y aurait même de l’imprudence à prétendre que nul vœu d’intérêt individuel n’engagea ces combattants malheureux à rechercher, eux-mêmes, les armes à la main, un profit électoral.
Les parades des Deux Chambres avec leurs scandales quotidiens, leurs syndicats de fabricants de sucre, de bouilleurs de cru, de vendeurs de bière, de faiseurs de vin, de courtiers en céréales et d’éleveurs de bestiaux nous révélèrent, à maintes reprises, les mobiles du suffrage universel. Il y eut Méline et Morelli, le sénateur Le Guay… Aussi toutes ces batailles de la chaussée parisienne, toutes les histoires de la rue Transnonain ou de Satory finiront-elles par nous paraître de simples querelles de marchands âpres à la concurrence.
Nos âmes sans complexité se fussent probablement déplues à suivre encore les jeux brusques de ces marionnettes ; et la politique eût été mise hors de notre préoccupation, si la légende du sacrifice, du don de la vie pour le bonheur humain n’eût subitement réapparu dans l’Époque avec le martyre de Ravachol.

Ravachol (1859 - 1892)


Quelles qu’aient pu être les invectives delà presse bourgeoise et la ténacité des magistrats à flétrir l’acte de la Victime, ils n’ont pas réussi à nous persuader de son mensonge. Après tant de débats judiciaires, de chroniques, et d’appels au meurtre légal, Ravachol reste bien le propagateur de la grande idée des religions anciennes qui préconisèrent la recherche de la mort individuelle pour le Bien du monde ; l’abnégation de soi, de sa vie et de sa renommée pour l’exaltation des pauvres, des humbles. Il est définitivement le Rénovateur du Sacrifice Essentiel.

Ανάγνωση του υπολοίπου »

Renzo Novatore, Intellectual Vagabonds

Posted in Anarchy and Literature (Αναρχία και Λογοτεχνία) on Ιανουαρίου 22, 2012 by Le grand écrivain

Carra, i funerali dell anarchiko Galli

Renzo Novatore
(1890 – 1922)


Intellectual Vagabonds

000

“All who appear suspicious, hostile and dangerous to the good bourgeois,” Stirner said, “could be brought together under the name ‘vagabond’; every vagabond way of life displeases the bourgeoisie. And there are also intellectual vagabonds, to whom the hereditary dwelling place of their fathers seems too cramped in and oppressive for them to be content any more with its restricted space and so go to find more space and light far away. Instead of remaining curled up in the family cave stirring the ashes of moderate opinion, instead of accepting what has given comfort and relief to thousands of generations as irrefutable truth, they go beyond all the boundaries of tradition and run wild with their impudent criticism and untamed mania for doubt. These extravagant vagabonds form the class of the unstable, the restless, the volatile, formed from the proletariat; and when left to give voice to their unsettled natures, they are called unruly, hot heads, fanatics…”[1]

Oh, intellectual vagabonds! Pale, unrepentant subverters! The ones who gallop on and on through the endless regions of their capricious imaginations that create new things.
While speaking to them, Zarathustra once said: “The earth is still free for great spirits. There are still many harbors for solitary spirits and their kindred, around whom the aroma of tranquil seas drifts. Life is still free, free for the free spirit.”
Then he continued: “Only where the state ceases to exist does the man who is not futile begin: that is where the hymn to the necessary begins, the refrain that is not uniform. There, where the state ceases to exist… but watch a bit, my brothers: don’t you see the rainbow over there and the bridges to the overhuman?”
But before telling them all of this, he spoke of the apes and lunatics who bow at the feet of the “new idol”—the state. He said, “Oh my brothers, do you want to be suffocated by the breath from their putrid mouths and their unhealthy longings? Instead, shatter the windows and save yourselves in the pure air!”
And they—the intellectual vagabonds—shattered the windows and rushed eagerly through the desecrating freedom of the fields, where festive nature wove songs of life; there where the golden crops danced in the wind, kissed by the sun.
From that day forward, they—the subverters—declared themselves outlaws… Enthralled by the seductive charm of freedom won, they almost stayed lying on the ground, resting, when the symbolic murmur coming from the verdant fronds of the mountain called them again, farther… higher… They looked into each other’s eyes. The fire of love flashed in each of their pupils like volcanic lava.
They then understood what the Teacher had told them and, recognizing each other as “kindred spirits,” they all went off toward the peak of the green mountain that was supposed to reveal new life to them.
When their profaning and sacrilegious feet rested on the high summits, the sun was already setting, leaving nothing of itself but vast red bands that resembled magnificent tongues of fire. At that moment, a sad vision passed through all of their minds. They all seemed to see the Teacher’s shadow sinking in those red flames. But in that primitive and desolate silence, they still seemed to hear his voice telling them: “Have no fear. I will rise again with the sun. And now the sunset is ready for you as well, but you too will rise again with the first rays of dawn.”
But, alas, turning back to look at each other, they felt a shudder of terror enshrouding them in a mantle of desolation, since the fire of love no longer flowed like volcanic lava in their pupils. The black wings of melancholy beat violently at the door of their hearts filling them with sadness and sleep.
When the dawn came, with its silvery motes, to find the eyes of the free sleepers, to announce the birth of a new day, they leapt to their feet with an even more fiery flame in their eyes. They sang a hymn to life and focused intensely on the distance.
A few moments passed, and then a howl of dionysian joy poured out from all their throbbing breasts.

Ανάγνωση του υπολοίπου »

Mehmet Yaşin, Μεταμορφώσεις της ταυτότητας στην ποίηση

Posted in Μικροκείμενα on Ιανουαρίου 15, 2012 by Le grand écrivain

Mehmet Yaşin

Μεταμορφώσεις της ταυτότητας στην ποίηση
Το παράδειγμα τον Καβάφη και τον Σεφέρη

Ευχαριστώ τα Σύγχρονα Θέματα που μου ζήτησαν να πω κάτι για την «ταυτότητα μου» όπως αυτή δια¬φαίνεται στα ποιήματα και στο μυθιστόρημα που έχω γράψει. Χρειάστηκε πολλές φορές από τα εί¬κοσι μου χρόνια έως τώρα να μιλήσω για το θέμα αυτό, και παρόλο που οι περισσότερες από τις ομι¬λίες μου αυτές δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, δεν θα ήθελα να επαναλάβω όσα έχω ήδη πει.
Ξέρω από κοντά την Αθήνα και αντιλαμβάνομαι πόσο «ενδιαφέρουσα» σας φαίνεται η περίπτωση μου. Σίγουρα σας κάνει εντύπωση πώς γίνεται ένας «Τούρκος» να είναι συνάμα και «Κύπριος». Μακάρι να μην προξενούσε τόση εντύπωση αυτό στην Αθήνα γιατί ίσως τότε να μην ζούσαμε τόσο βαθιά την κυπριακή τραγωδία. Επειδή δεν διστάζω να αποκαλύπτω όλες μου αυτές τις πτυχές, προκαλώ  ερωτήσεις αυτού του είδους σε όσους ‘Έλληνες έχουν αντιφατικές μεταξύ τους εικόνες του τι είναι «Τούρκος», τι «Κύπριος», τι «Μουσουλμάνος» και τι «Ευρωπαίος». Δυσκολεύονται να κατα¬λάβουν πώς μπορώ να είμαι όλα αυτά συγχρόνως (και ως εκ τούτου, τίποτα απ’ όλα αυτά). Εμένα μου φαίνεται, ωστόσο, τόσο φυσική αυτή η κατάσταση, που αδυνατώ κι εγώ με τη σειρά μου να τους κατανοήσω. Θα μπορούσα να γεμίσω ένα ολόκληρο βιβλίο με αναμνήσεις πάνω σ’ αυτό το θέμα και σίγουρα θα συναντούσε το ενδιαφέρον των αναγνωστών… Δεν πρόκειται όμως να τις γράψω! Και αυτό, επειδή έχω βαρεθεί να βλέπω να εξετάζουν όσοι θεωρούν πως ανήκουν οριστικά και αμετάκλητα σε ένα έθνος, σε μία κοινωνία ή σε μία ομάδα σαν αξιοπερίεργο φαινόμενο όσους δεν ανήκουν πουθενά με την πλήρη έννοια της λέξης. Νομίζω μάλιστα ότι αυτό που πρέπει κατ’ ουσία να εξεταστεί είναι αυτή η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι όσα πλάσματα ανήκουν στο είδος του homo sapiens φέρουν «εκ φύσεως» την ταυτότητα κάποιου έθνους, κοινωνίας η ομάδας, και ότι μάλιστα αλληλοσφάζονται για χάρη της.
Η γοητεία για μένα της «κυπριακής ταυτότητας» στην οποία επιχείρησα να καταφύγω στην πρώ¬τη μου νεότητα ενάντια στη βία του τουρκικού και του ελληνικού εθνικισμού, οφειλόταν στην ιδιαιτερότητα της να είναι στην ουσία ένα είδος «έλλειψης ταυτότητας» η μάλλον μία απροσδιό¬ριστη αναφορά, αδύνατο να οριοθετηθεί, να περιγραφεί με ακρίβεια αφού δεν μπορούσε να αντιπροσωπεύει καμία εξουσία και ανέτρεπε τις εθνικό θρησκευτικές ταξινομήσεις.
Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα (που, όπως λέει ο Καβάφης, «βγήκα στον πηγαιμό για την Ιθά¬κη… και μετά από τόση πείρα») μου είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσω ποιος είμαι αναφερόμενος σε μία απόλυτα συγκεκριμένη γνωστή ταυτότητα. Και δεν εννοώ μόνο ότι έχω πολλαπλές ταυτό¬τητες, εθνική, θρησκευτική, φυλετική κ.ο.κ., αλλά και ότι δεν μπορώ τις πολλαπλές μου αυτές «ταυτότητες» να τις περιορίσω σε μία και μόνο διάσταση.

Ανάγνωση του υπολοίπου »

Θωμάς Τσαλαπάτης, Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 2000 - 2012 on Ιανουαρίου 5, 2012 by Le grand écrivain

Θωμάς Τσαλαπάτης

Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ

(Εκάτη, 2011)

 

 

Απόηχος

Ο κύριος Κρακ δεν μπορεί να κοιμηθεί. Μια ορδή Ούννων τον εμποδίζει. Κάθε νύχτα η ίδια ιστορία τον εξαντλεί. Ο ίδιος θόρυβος τραβάει τα σκεπάσματα, ο ίδιος θόρυβος ανοίγει τα φώτα, ανοίγει τα μάτια. Οι οπλές των αλόγων τους χαράσσουνε το πλακόστρωτο. Αχνός βγαίνει από τα θυμωμένα τους ρουθούνια. Θωριές αυστηρές και σιδερόφραχτες κάνουν το αίμα να παγώνει. Καθαρίζοντας τις λάμες τους από τα ανθρώπινα υπολείμματα, κάνουν το αίμα να παγώνει.

Φασαρία όταν τροχίζουν τα ξίφη τους και φασαρία όταν τρώνε ωμό κρέας, φασαρία όταν ορμάνε ουρλιάζοντας και φασαρία όταν βιάζουν τους καλογέρους. Όταν καίνε χωριά φασαρία, και φασαρία όταν χτίζουνε τις αυτοκρατορίες τους. Φασαρία κυρίως, όταν μεθυσμένοι την ημέρα των γάμων τους πνίγονται από το αίμα της σπασμένης τους μύτης, ενώ κοιμούνται ένα όνειρο πηχτό.

Βέβαια όλα  αυτά συνέβησαν το 450 μ.Χ., αιώνες δηλαδή πριν ο κύριος Κρακ ξαπλώσει.

 

Γίγαντες

στο γίγαντα

Τζον Κάκτο

Ο κύριος Κρακ συνάντησε έναν γίγαντα 50 εκατοστών.

—Δεν θα περάσεις, κύριε Κρακ, του είπε.

Εκείνος δεν μίλησε, τρομαγμένος στάθηκε να τον κοιτάζει.

—Δεν θα περάσεις γιατί σου φράζω το δρόμο, κύριε Κρακ.

(Θα μπορούσα ίσως να αντισταθώ, αλλά, αλήθεια, ποιος τολμάει να τα βάλει με έναν γίγαντα; σκέφτηκε ο κύριος Κρακ.  Ίσως να τον αιφνιδιάσω με μια γρήγορη κίνηση, ένα απότομο τίναγμα, ένα Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός. Φοβάμαι τους γίγαντες, πάντα φοβόμουν τους γίγαντες, σκέφτηκε ο κύριος Κρακ.)

—Θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι, κύριε Κρακ. Φαίνεσαι άνθρωπος που ξέρει πολλά και θέλει να μάθει ακόμα περισσότερα. (Σε αυτό το τελευταίο ο κύριος Κρακ είχε κάποιες αντιρρήσεις αλλά αποφάσισε να μη μιλήσει.)

Ήμαστε μικροί, πολύ μικροί τότε. Μόλις 3 εκατοστά. Αχ, μέσα στο χώμα, η ζωή μέσα στο χώμα, μακριά από ψεύτικες ανέσεις, ανατομικές πολυθρόνες, ασφαλιστές, βουλωμένους νιπτήρες, σαββατιάτικες εξόδους.

Την άνοιξη μαζεύαμε χορτάρια και τα βράζαμε. Το καλοκαίρι που τα χόρτα ξεραίνονταν μαζεύαμε χώμα και το βράζαμε (δεν το τρώγαμε, απλώς το βράζαμε.) Το χειμώνα στην πόλη τρώγαμε τσιμέντο. Στη γεύση μάλλον μοιάζει με το χώμα, αλλά είναι λίγο πιο βαρύ στη χώνεψη. Το φθινόπωρο δεν τρώγαμε τίποτα. Το τίποτα είναι ελαφρύ στη χώνεψη, αλλά κολλάει στα δόντια.

Μια μέρα, ξαφνικά μεγαλώσαμε. Αυτοί που μας υποσχέθηκαν πως δεν θα πληγωθούμε είπανε ψέματα. Από τότε, όποτε βλέπουμε μυρμήγκια, τα λιώνουμε με τους αντίχειρές μας. Ο φθόνος οδηγεί τις κινήσεις μας.

Ο γίγαντας σε αυτό το σημείο σώπασε μελαγχολικός. Συνέχισε μετά από λίγο:

—Τώρα μπορείς να περάσεις, κύριε Κρακ.

του είπε, ανοίγοντάς του το δρόμο.

     

Το κουτί

 

Έχω ένα μικρό κουτί που πάντα μέσα του κάποιον σφάζουν.

Λίγο πιο μεγάλο από κουτί παπουτσιών. Λίγο πιο άχαρο από κουτί με πούρα. Δεν ξέρω ποιος, δεν ξέρω ποιον, μα κάποιον σφάζουν. Και ήχος δεν ακούγεται (εκτός από τις φορές που ακούγεται). Το τοποθετώ στη βιβλιοθήκη, στο τραπέζι όταν θέλω να περνώ τις ώρες μου κοιτάζοντάς το, μακριά από τα παράθυρα να μην το κιτρινίσει ο ήλιος, κάτω από το κρεβάτι μου όταν θέλω να νιώσω άτακτος. Μέσα του κάποιον σφάζουν, ακόμη και όταν στο σπίτι μας έχουμε γιορτή, ακόμα και την Κυριακή, ακόμα και όταν βρέχει.

Όταν βρήκα το κουτί –δε θα πω πώς, δε θα πω πού–, το έφερα με ικανοποίηση σπίτι. Την ώρα εκείνη νόμιζα πως θα άκουγα τον ήχο της θάλασσας. Όμως, εκεί μέσα γίνονται σφαγές.

Άρχισε να με αρρωσταίνει η φασαρία, η γνώση των συμβάντων, τα γεγονότα μέσα στο κουτί. Η παρουσία του άρχισε να με αρρωσταίνει. Έπρεπε να δράσω, να απελευθερωθώ, να ηρεμήσω, να κάνω ένα μπάνιο. Αποφάσεις έπρεπε να παρθούν.

Έτσι, το ταχυδρόμησα σε έναν φίλο˙ έναν φίλο που έχω μόνο για να του κάνω δώρα. Τύλιξα το κουτί με αθώο πολύχρωμο χαρτόνι, έδεσα το χαρτόνι με αθώα πολύχρωμη κορδέλα. Μέσα στο κουτί με τα γράμματα υπάρχει ένα κουτί και μέσα στο κουτί αυτό κάποιον σφάζουν. Στο γραμματοκιβώτιο περιμένει να φτάσει στα χέρια ενός φίλου. Μια φιλία που συντηρώ απλώς για να κάνω δώρα.

Ανάγνωση του υπολοίπου »

Φώτης Τερζάκης, Κρίση

Posted in Επικαιρότητα, Μικροκείμενα, Meditations on Δεκεμβρίου 21, 2011 by Le grand écrivain

Φώτης Τερζάκης

Κρίση

ΚΑΤΗΦΕΙΑ, ΖΟΦΟΣ και ανασφάλεια πλανιώνται πάνω από την ελληνική κοινωνία. Το πρόγραμμα σταθεροποίησης που επέβαλαν ΔΝΤ και Ευρωπαϊκή Ένωση γίνεται αντιληπτό ως απειλή για τα «κοινωνικά κεκτημένα» της Μεταπολίτευσης και κουρελιάζει οριστικά εκείνη την καταναλωτική ευφορία που συνεπήρε επί τρεις περίπου δεκαετίες μικροαστικά και μεσαία στρώματα, λαθρεπιβάτες στο τραίνο της ευρωπαϊκής «ανάπτυξης» που πίστεψαν ότι έχουν απεριόριστο ελευθέρας στον επί πιστώσει παράδεισο μιας ιλουστρασιόν Δύσης. Με κουτοπόνηρη αμεριμνησία αφέθηκαν να ξεγελαστούν από ανενδοίαστες πολιτικές ηγεσίες, σάρκα εκ της σαρκός τους άλλωστε, για τις οποίες είναι εδώ και μισό αιώνα τουλάχιστον ––και ανεξαρτήτως πολιτικών αποχρώσεων–– άρθρο πίστεως το «ανήκομεν εις την Δύσιν». Ιδού λοιπόν τα επίχειρα της υπολογιστικής δουλικότητας, η δίκαιη αμοιβή τού υποτακτικού που έχει κάνει τέχνη τον προσεταιρισμό των ισχυρών με την ελπίδα ότι θα καρπωθεί και ο ίδιος ένα περίσσευμα ισχύος.

Ασφαλώς η ελληνική κοινωνία έπρεπε να πληρώσει. Για τί πράγμα όμως, είναι το κρίσιμο ερώτημα. Για την ανευθυνότητα, την αναξιοπιστία, τον παρασιτισμό της, λένε ορισμένοι, τα «τριτοκοσμικά» της χαρακτηριστικά – την έλλειψη δηλαδή εκείνης της ορθολογικότητας που θα την έκανε αντάξια του «ανεπτυγμένου κόσμου» στον οποίον φιλοδοξούσε να συμμετάσχει. Ξεχνούν όμως να μας πουν ποιος εξώθησε, και με ποιους εκβιαστικούς τρόπους, μία κοινωνία πρότινος στερημένη και τραυματισμένη από τον εμφύλιο διχασμό, την αμερικανοκίνητη δικτατορία και την ταπεινωτική ΝΑΤΟϊκή κηδεμονία στην υιοθέτηση των μοντέλων της παγκόσμιας αγοράς και σ’ εκείνες τις καταναλωτικές συμπεριφορές που απαιτούσε η αναπαραγωγή του διεθνοποιούμενου κεφαλαίου· ποιος κατέστρεψε την παραγωγική της αυτάρκεια εντάσσοντάς την σ’ έναν πανευρωπαϊκό (αναπόσπαστο τμήμα τού παγκόσμιου) καταμερισμό εργασίας, εξαρθρώνοντας τις αγροτικές της υποδομές, τη μικρή κατά τόπους παραγωγή και τις άτυπες συναλλακτικές σχέσεις, για να την μεταμορφώσει σε εξάρτημα της παγκόσμιας τουριστικής βιομηχανίας, κέντρο διοίκησης επιχειρήσεων και κόμβο χρηματιστικών και χρηματιστηριακών δραστηριοτήτων για την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια ή και την υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη – στην προοπτική τού οποίου σχεδιασμού χρηματοδοτήθηκαν φαραωνικά προγράμματα όπως τα μεγάλα έργα στην Αττική, η είσοδος στην ΟΝΕ και το όνειδος της Ολυμπιάδας του 2004· ποιος εξώθησε σε εγκληματικά ανεξέλεγκτο δανεισμό την οικιακή οικονομία, όπως τηρουμένων των αναλογιών και τον ίδιο τον κρατικό προϋπολογισμό, πέραν της ενδημικής διαφθοράς και κακοδιαχείρισης που απλώς επιδείνωσαν την κατάσταση κι επιτάχυναν μια εξέλιξη η οποία ήταν εν πολλοίς δρομολογημένη: διότι όσο απελπιστική κι αν παρουσιάζεται η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας σήμερα, η Ελλάδα κάθε άλλο παρά μόνη βρίσκεται στο ικρίωμα του δημόσιου χρέους, και οι ελληνικές ιδιομορφίες προφανώς δεν αρκούν για να εξηγήσουν την κανονικότητα με την οποία ο δημοσιονομικός στραγγαλισμός καραδοκεί τη μία μετά την άλλη τις χώρες του κόσμου, προχωρώντας αμείλικτα από τις περιφέρειες προς τα κέντρα.

Ανάγνωση του υπολοίπου »

Θωμάς Τσαλαπάτης, Η ποίηση της Χρυσής Καρπαθιωτάκη

Posted in Μικροκείμενα on Δεκεμβρίου 14, 2011 by Le grand écrivain

Egon Schiele, Freundschaft (1913)

Θωμάς Τσαλαπάτης

Η ποίηση της Χρυσής Καρπαθιωτάκη

«Όλη μου τη ζωή δεν ξεπέρασα τα σαράντα πέντε κιλά, ίσως γι’ αυτό δεν μ’ έπαιρνε ο κόσμος στα σοβαρά, στα λεωφορεία οι άνθρωποι με αγνοούσαν και περνούσαν διαμέσου του κορμιού μου, στο τέλος το πίστεψα κι εγώ η ίδια πως δεν ήμουν εκεί κι έγινα διάφανη. Αυτό ξεκίνησα να σου πω λέγοντας για τη τζαμαρία και τον παράδεισο, πως με απορρόφησε τελικά το γυαλί, αναλήφθηκα ένα ανύποπτο πρωινό σαν σπασμένη λάμπα μεταξύ μαινόμενων χερουβείμ, είμαι η πρώτη γυαλένια οσία στο χριστιανικό εορτολόγιο, οι μελλούμενες γενιές θα γιορτάζουν την επέτειο της αναλήψεώς μου θρυμματίζοντας με πέτρες βιτρίνες πολυκαταστημάτων. Πρόσεχε, κόβω απ’ όλες τις μεριές.»
(απόσπασμα του πεζογραφήματος «Το γυαλί», από τη συλλογή Χάντρες).

Η Χρυσή Καρπαθιωτάκη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1983. Σπούδασε στη Νομική Αθηνών. Το 2004 εξέδωσε τη συλλογή πεζογραφημάτων «Χάντρες, οχτώ εξομολογήσεις και ένας επίλογος» από τις εκδόσεις Πάροδος και από τον ίδιο εκδοτικό, ένα χρόνο μετά, εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Η Φυσαρμόνικα». Ποιήματά της έχουν επίσης εκδοθεί σε περιοδικά όπως το Πλανόδιον, η Ποίηση και αλλού. Η ποίηση της Χρυσής Καρπαθιωτάκη (τόσο στα ποιητικά όσο και στα πεζά κείμενά της) είναι μια ποίηση αυστηρά ενική. Μια προσπάθεια να οριστούν οι αλλαγές στα μεγέθη της μονάδας-υποκειμένου και του κόσμου που την περιβάλει. Η ποιήτρια ζει έναν κόσμο καθημερινό, μα στη μεταφορά από το βίωμα στην ποίηση ο κόσμος αυτός αλλάζει. Τα κείμενα περιγράφουν ακριβώς την ενσάρκωση της ποίησης στο σώμα του έξω κόσμου και αποτελούν μαρτυρία της μεταμόρφωσής του. Η ίδια η ποιήτρια, ως πρωταγωνίστρια του κόσμου, δεν μένει μακριά από τη συνθήκη της μεταμόρφωσης ακόμα και όταν αυτή υπάρχει μόνο ως ενδεχόμενο (μάζεψα σ’ ένα χαρτόκουτο τα ενδεχόμενά μου/κι έπεσα για ύπνο).

    Χώρος των ποιημάτων μένει σχεδόν πάντα ο καμβάς της πόλης, μια περιοχή άλλοτε απειλητική και άλλοτε μουντή και ασπρόμαυρη (Η πόλη τούτη μ’ έχει ερωτευτεί /Αγκαθωτή στη φούστα μου γαντζώνεται /Όρκους ζητά και σημαδεύει το αύριο). Η οικία ή το δωμάτιο τόσο συχνά αποτελούν καταφύγιο, γεννώντας ταυτόχρονα ασφάλεια και μόνωση. Η μοναξιά γράφει τους στίχους (Τώρα τα βράδια αφήνω τις κουρτίνες ορθάνοιχτες -τι να φοβηθώ;- βγάζω τα ρούχα μου μπροστά στον καθρέφτη, έτσι για να έχω παρέα). Η ποίηση της Καρπαθιωτάκη γεννιέται από αντικείμενα που μπορεί κάποιος να συναντήσει παντού, αντικείμενα σχεδόν μη αντιληπτά λόγω της καθημερινής τους παρουσίας, μια φυσαρμόνικα, ένα χρυσόψαρο, μια τζαμαρία, μια σχολική φωτογραφία. Το μικρό τους μέγεθος μέσα από την έκφραση παίρνει νέες διαστάσεις ειπωμένο με το περιφραστικό νέο του όνομα. Με τρόπο όμοιο, ως αφετηρία του κειμένου ορίζεται ένα μικρό περιστατικό καθημερινό και τετριμμένο, μια ερώτηση της δασκάλας, μια μετακόμιση, η αναμονή σε έναν σταθμό. Το ατομικό βίωμα πολλαπλασιάζεται και ταυτίζεται με το χώρο και το χρόνο (Ζήσαμε μια σύντομη αιωνιότητα/ κάθε φορά που μού έσφιγγες το χέρι/ Έφευγε και από μία δεκαετία).

Ανάγνωση του υπολοίπου »

Z.D. Aïnalis traduit en français

Posted in Poètes Grecs traduits en français on Δεκεμβρίου 4, 2011 by Le grand écrivain

Edvard Munch, Ashes

Z.D. AÏNALIS

Traduction Michel Volkovitch

http://www.volkovitch.com/

ULYSSE

 

La prison que j’avais dans ma tête

je m’en suis délivré à bas prix

pour un paquet de cigarettes acheté

place Omònia dans un kiosque à femmes nues

maintenant je marche à peu près comme un homme libre

agitant il est vrai un peu plus que nécessaire

mon parapluie

voilà soudain que souffle un sirocco

tout mon corps se soulève

et je marche sur les toits de la ville

pourris par les pluies et l’azote

et en bas sur le fond pillé

de l’Achéron immense urne funéraire

remuant la lie des beuveries ancestrales

coulées de sperme d’huile meurtres mégots chairs décomposées

ossements des morts

empereurs antiques héros glorieux

et ma mère je m’y attendais pas

putain mais qu’est-ce qu’elle vient faire là

son idiote de belle fille dans un bordel de Benghazi

s’est mise à parler

un rat est venu lui bouffer la langue

comprenant que je n’étais pas encore des leurs

travailleur saisonnier petits boulots

éboueur

à durée déterminée

j’ai eu des soupçons parfois

et des centaines de petites aiguilles me déchiraient le cœur

pourtant je prenais grand soin d’éviter que se déchire

mon costume en chaux

et qu’en dessous apparaisse l’icône toute nue

immaculée

écrasante

l’image

la vraie

 

PÉNÉLOPE

 

Le visage humain après ce qu’on en a fait est plein de fissures

chaque matin au réveil une fois lavé avant de s’essuyer

mouillé encore

dans le miroir on les compte

rappel des vaines promesses de bonheur

un jour j’ai effleuré du doigt

les lèvres de la plus grande

elles s’ouvraient vagin ardent

avec horreur j’ai regardé le gouffre ouvert là-dessous

ténèbres à perte de vue

j’ai mis les doigts et

soudain je m’enfonçais

chose inespérée

je m’enfonçais

dans une humide inexistence

et sans aucune lumière nulle part où s’accrocher

vertige

alors j’ai souhaité le fond comme une délivrance pleine de sang

pas eu le temps

dans le dernier tour l’énorme filet de l’araignée

me rappelant

mon destin

 

TÉLÉMAQUE

 

Mes mains coupées à la dernière guerre furent le butin de braconniers

qui mirent dans des chaines rouillées ce qui restait

c’est pourquoi tu me vois là tenir entre mes dents l’encrier

peindre avec la langue

la page constellée de gouttes

de mon sang

ce qui reste des lèvres chairs déchirées

gencives émail dents cassées

larmes bave

et je ne parle pas de moi

mais ma mère cette salope me dégoûte

qui ouvre la fenêtre à des tentations par dizaines

et les fait bander

la chienne

puis largués la douche froide

jouissant de son royal pouvoir sur tant de mâles

même si la fouettait affreusement la fournaise de la chair

chaque fois qu’elle s’éveillait drapée dans la vigueur de l’aube

vaincue par les fantômes de la nuit

et pourtant

je ne parle pas de moi

c’est pourquoi ces jours-ci je pense tellement à Néoptolème

et à tant d’autres

 

génération brûlée

ma génération

 

(Electrographie)

Ανάγνωση του υπολοίπου »

Φώτης Γιαννίκος, Ποιήματα

Posted in Greek Poetry 2000 - 2012 on Νοεμβρίου 23, 2011 by Le grand écrivain

Φώτης Γιαννίκος

Από την ανέκδοτη συλλογή Σκορπίσματα

 

   Ψυχαγωγία

 

 

Ένας άνθρωπος

στέκεται μπροστά σε

μια οθόνη

στο δωμάτιο

μόνος

παίζει

τον εαυτό του

δεν υπάρχει έξω

παρά μονάχα

μέσα

 

 

   Υπερσηβηρικός

 

 

Διανύοντας μια τροχιά σήψης

στην εποχή της ψύξης

ταξιδεύοντας μ’ ένα τρένο

βαθιάς κατάψυξης

αναζητώντας μια κατάληξη

στο πανομοιότυπο λευκό τοπίο

του νεκρού

πόλου

 

 

 

   Το κορίτσι

 

 

Κορίτσι στα γόνατα

πεσμένο

καθαρίζει πατώματα

που μέσα τους

αστράφτουν ζωντανά

με καθάρια ρούχα

πτώματα

 

 

 

 

   Ουράνιο Τόξο

 

 

Ξεκινώ το μέτρημα

και χάνω τα χρώματα

άσπρο για τα καλά

με μαύρο τ’ άσχημα

τί θέλει το κόκκινο ενδιάμεσα; και

ύστερα όλα μαζί

με την ίριδα μπροστάρη

μπέρδεμα

το αιώνιο γκρι

σύννεφο στα σύννεφα

καβαλάρης δίχως άλογο

με λόγο στερημένο

στο αχανές της μνήμης

με νοσταλγία επιβιβάζομαι στη λήθη

αιώρηση σε μια σαπουνόφουσκα

με όπλο μια βελόνα

εχθρός παντοτινός

ο χρόνος.

 

 

Thodoris Rakopoulos traduit en français

Posted in Poètes Grecs traduits en français on Νοεμβρίου 16, 2011 by Le grand écrivain

Thodoris Rakopoulos

Traduction Michel Volkovitch

 

OBJECTIF

 

Comme quand on pose longuement

devant l’appareil

qu’on découvre ensuite

sans pellicule

 

bleu le mercure coulant dans les veines

tandis qu’autour la ville — dans un million de bouches —

lève l’aiguille des minutes : si

lence, un tremblé enfermé dans le plâtre.

la fille porte gauchement l’horizon, ne sait comment se tourner.

 

dans la hauteur : mer

nets coups de pinceau dans

ce qui est resté de verre sur la rive

contenant les anciennes vagues.

 

voilà tout ce que je sais du paysage :

la suite est restée

dans l’appareil.

 

SURFACE

 

Il s’est donc arrêté devant

avec son poumon traversé

et une bouteille sans bouchon

ni message dedans

 

avec la gêne de l’intrus

sur le seuil un dimanche

quand toutes les caves ont fermé

 

«mon vieux Pan» ai-je dit «tu viens de la terre et tu sens

comme au temps où tu creusais les champs ; pareil ; entre».

 

Il n’a pas répondu — n’avait même pas l’air

d’avoir compris ; regardait lentement ma poitrine

comme pour chercher les sous-titres

en sortant un mouchoir constamment rouge

pour essuyer de son front son esprit goutte à goutte.

 

Pan n’était pas dans la langue.

Il «ne l’avait pas» comme disent les créateurs de mots.

Il était sur une photo noire, blotti dans son vieux vêtement.

 

note : ce poème est sorti l’alarme allumée

dès que j’ai dépassé quelqu’un qui te ressemblait mon vieux Pan

immobile dans la brise de la vigne

sa chemise enfumée

il calculait l’arithmétique des oiseaux.

 

ET IN ARCADIA EGO

 

Espace-temps d’Artémis

 

le monde entrait traînant toutes ses réalités

dans la terre

encerclé de silex. et soudain

je me suis retrouvé dans l’eau

— de même que le réveil désespéré achève la fuite

et que le jour devant la voix dresse un mur —

 

le poème est redevenu encre est devenu

polype m’attirant dans les profondeurs pour que je compte

les bagues perdues des poissons.

 

et après l’avoir portée bijou funéraire en terre

fraction d’éternité —

je respire par le flanc

mon roseau étant ta flèche.

Ανάγνωση του υπολοίπου »

Συνομιλίες VIII (Είχα ένα όνειρο…)

Posted in European Literature, European Poetry, Greek Poetry, Συνομιλίες, Project Romanticism on Νοεμβρίου 6, 2011 by Le grand écrivain
“]

Caspar David Friedrich, Abtei im Eichwald [1810

Συνομιλίες VIII

 

George Gordon, Lord Byron
(1788–1824)

 —

Darkness

(1816)

 —

I had a dream, which was not all a dream.
The bright sun was extinguished, and the stars
Did wander darkling in the eternal space,
Rayless, and pathless, and the icy Earth
Swung blind and blackening in the moonless air;
Morn came and went—and came, and brought no day,
And men forgot their passions in the dread
Of this their desolation; and all hearts
Were chilled into a selfish prayer for light:
And they did live by watchfires—and the thrones,
The palaces of crownéd kings—the huts,
The habitations of all things which dwell,
Were burnt for beacons; cities were consumed,
And men were gathered round their blazing homes
To look once more into each other’s face;
Happy were those who dwelt within the eye
Of the volcanos, and their mountain-torch:
A fearful hope was all the World contained;
Forests were set on fire—but hour by hour
They fell and faded—and the crackling trunks
Extinguished with a crash—and all was black.
The brows of men by the despairing light
Wore an unearthly aspect, as by fits
The flashes fell upon them; some lay down
And hid their eyes and wept; and some did rest
Their chins upon their clenchéd hands, and smiled;
And others hurried to and fro, and fed
Their funeral piles with fuel, and looked up
With mad disquietude on the dull sky,
The pall of a past World; and then again
With curses cast them down upon the dust,
And gnashed their teeth and howled: the wild birds shrieked,
And, terrified, did flutter on the ground,
And flap their useless wings; the wildest brutes
Came tame and tremulous; and vipers crawled
And twined themselves among the multitude,
Hissing, but stingless—they were slain for food:
And War, which for a moment was no more,
Did glut himself again:—a meal was bought
With blood, and each sate sullenly apart
Gorging himself in gloom: no Love was left;
Ανάγνωση του υπολοίπου »

Daphné Heretakis, Ici rien

Posted in Cinema, Επικαιρότητα on Νοεμβρίου 2, 2011 by Le grand écrivain

Daphné Heretakis, Ici rien / Δάφνη Χαιρετάκη, Εδώ τίποτα

 

Σύνοψη:

Η ταινία ξεκινάει στα Εξάρχεια, τον Σεπτέμβρη του 2008, και καταλήγει στο Σύνταγμα, τον Μάιο του 2010.

Προσωπικές μαρτυρίες αλλά και σκηνές της καθημερινότητας συνθέτουν το αποδομημένο πορτρέτο μιας χώρας σε κρίση.

 

Γλώσσα: Ελληνικά (γαλλικοί υπότιτλοι)

Synopse :
Le tournage de ce film a commencé en septembre 2008, à Exarhia, haut-lieu de la contestation athénienne. Je voulais faire le portrait de ceux qui restent attachés à un endroit, de ceux qui gardent une mémoire historique mais aussi quotidienne d’un lieu. Au gré de mes allers-retours Paris-Athènes qui ont continué jusqu’en avril 2011 et de l’évolution de la Grèce, le film est devenu la toile sur laquelle les témoignages se sont finalement posés, composant ainsi le paysage morcelé d’un pays en crise.

La projection aura lieu le Jeudi 10 novembre à 19h30 au festival Les Ecrans Documentaires,
Espace Jean Vilar, 1, rue Paul Signac à Arcueil

Accès :
http://www.lesecransdocumentaires.org/2011/tarifs_acces.html

Venir en RER B (zone 3) : descendre à la station Arcueil-Cachan (à 15 minutes du centre de Paris) et prendre la sortie Rue du Docteur Gosselin L’Espace Jean Vilar est à 5 minutes à pied, suivre le fléchage.

Venir en bus : n°187 (arrêt « Cachan RER ») et n°162 et 184 (arrêt « Cité Jardins »)

Χρίστος Κρεμνιώτης, Εφηβεία του Μπλε

Posted in Greek Poetry, Greek Poetry 2000 - 2012 on Οκτωβρίου 30, 2011 by Le grand écrivain

Χρίστος Κρεμνιώτης

Εφηβεία του Μπλε

(Οδός Πανός, 2009)

 —

 —

Μηδέν εξίσου

 —

Ο έρωτας

σιωπή, που επιστρέφει.

 —

Μυρίζω ακόμα τη φωτιά και

τα μουσκεμένα δέντρα που

μεταφράζανε τον άνεμο.

Στοργή

όπου οι άλλοι βλέπουνε

φαντάσματα.

Μυρίζω ξανά τη φωτιά και

λιγάκι πέρα απ’ το παράθυρο

δάγκωμα

γυμνά μεστωμένο μα, σε αλώβητο σώμα

με του κεριού τις αποχρώσεις και της νύχτας, που

στις παρυφές των γοφών της

μάτωνε ξανθά άλογα.

Έπεφτε μια βροχή από κανέλα στα τριαντάφυλλα, αλλά, θα βρω

θα βρω τον τρόπο να μισήσω κάτι τέτοιο.

 —

Αυτά τριγύρω. Κι όλα τ’ άλλα

εσύ.

Δύει. Και ακόμη άνοιξη.

 —

Αυτά, μέχρις εδώ, για να σου πω

όπως κι εσύ,

ότι κι εγώ, θυμάμαι…

Απ’ τη ζωή σου, πέρασε η σάρκα μου.

 —

Τώρα, σελήνη.

 —

Πυρσός της υποψίας ότι

ο κόσμος

φεύγω.

 —-

Σε ψάχνει ό,τι λέω μέσα μου ζωή, και

μνημονεύει

ό,τι πριν τη ζωή

με πρόσταξε να βρω

την απάθεια του χάους

 —

Ανάγνωση του υπολοίπου »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.